Legislator Case Law & Legislation
1089/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper summons of the absent defendant.

Case Number 1089/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued for a retrial, but the court found the appeal inadmissible because the first defendant, who was absent, had not been properly summoned to the hearing. Consequently, the court ruled that the appeal lacked a valid procedural basis and ordered the appellant to pay the costs of the second respondent.

Legislator headnote

AI generated

Article 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party who did not appear or did not participate according to legal requirements was not properly and timely summoned by the party convening the hearing.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural admissibility proper summons absence of party court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1089/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Η., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Λύτρα, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του ότι διορθώνει νόμιμα και παραδεκτά το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης στη δεύτερη σελίδα και στην τέταρτη σειρά αυτής, από το λανθασμένο "την 10/09/2013" στο ορθό "την 10/08/2013".

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1771/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1233/2023, Α.Π. 1186/2023, Α.Π. 1004/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 12-9-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6831/764/12-9-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 257/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 15, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 7780Δ'/19-10-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. Φ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του δικηγόρου Αποστόλου Λύτρα, πληρεξουσίου αυτού (αναιρεσείοντος), ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Γ.

Σ., σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο ανωτέρω πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείων και η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ...

Επομένως, αφού ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του.

Η κρινόμενη, από 12-9-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6831/764/12-9-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 257/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 14-1-2021, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 257/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 13-1-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 501663/192/17-1-2017) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτήν τόπο και χρόνο επισυνέβη αυτοκινητικό ατύχημα από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Γ.

Σ., οδηγού του αριθμ. κυκλοφορίας .... αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη αυτών και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ... το οποίο συγκρούσθηκε με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, που οδηγούσε ο ίδιος (αναιρεσείων), με αποτέλεσμα να τραυματισθεί αυτός και να υποστεί υλικές ζημίες η δίκυκλη μοτοσικλέτα του.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική και αποθετική ζημία του και αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνολικό ποσό 157.079,80 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 44 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκε να ζητήσει από το ποινικό δικαστήριο παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη, υπ' αριθμ. 1771/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, αφού έκρινε τον ενάγοντα ως αποκλειστικώς υπαίτιο της ενδίκου συγκρούσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 12-9-2019 έφεσή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 257/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεσή του απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.

στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1.

Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019).

Τέλος, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ιδίου νόμου "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος, κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση του οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".

Ο αναιρεσείων, με τους τρεις λόγους της αιτήσεώς του, προσάπτει στο Εφετείο την εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων, επικαλούμενος ότι με την παραπάνω κρίση του στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, εξαιτίας των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς την συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, που καθιστούν αδύνατο, εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, προκειμένου να αιτιολογήσει την αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου και την ανυπαρξία συνυπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ως άνω οδικού ατυχήματος που είχε ως αναγκαίο επακόλουθο τον τραυματισμό του.

Συγκεκριμένα, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το σημείο και τις συνθήκες της συγκρούσεως, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως την πλημμέλεια του ανωτέρω άρθρου, ως προς την παραδοχή της ότι η ανίχνευση ποσοστού 0,43 mg/l κατά την δεύτερη μέτρηση στο αίμα του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και, τέλος, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο επικαλείται την ίδια πλημμέλεια, ως προς την παραδοχή της ότι η υπέρβαση από τον τελευταίο τού ορίου ταχύτητας των 30 χιλιομέτρων την ώρα κατά 10 - 20 χιλιόμετρα την ώρα δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 257/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "....Στις 10-6-2013 και περί ώρα 21.30, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, οδηγώντας την με αρ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κινείτο επί της οδού Λεονταρίου στην Παλλήνη Αττικής, περιοχή Κάντζα, στο ύψος του οικοδομικού τετραγώνου 61, με κατεύθυνση από Σπάτα προς Αγία Παρασκευή. Στον ίδιο ως άνω χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλισμένο για την προς τρίτους ζημίες στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, κινείτο επί της ίδιας ως άνω οδού, με αντίθετη από τον ενάγοντα κατεύθυνση, από Αγία Παρασκευή προς Σπάτα. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς εμφανή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, ενώ το όριο ταχύτητας έχει προσδιορισθεί στα 30 χλμ.

την ώρα. Το πλάτος της ανωτέρω οδού κυμαίνεται από 4,9 μέτρα έως 6,9 μέτρα, ενώ στο ρεύμα προς Αγία Παρασκευή στο ανωτέρω σημείο, υφίσταται δεξιά στροφή, σε επαφή με μαντρότοιχο ύψους 2 μέτρων, δεν υπάρχει δηλαδή πεζοδρόμιο, που εμποδίζει την ορατότητα στο οδόστρωμα μετά τη στροφή. Στο εν λόγω σημείο, το οδόστρωμα έχει πλάτος 4,9 μίτρα, ενώ αμέσως μετά το τέλος του μαντρότοιχου, ο δρόμος φαρδαίνει απότομα, κυρίως από την πλευρά του ρεύματος προς Αγία Παρασκευή, τα οχήματα δε που κινούνται σε αυτό πρέπει να κινηθούν δεξιότερα ώστε να παραμείνουν στο ρεύμα κυκλοφορίας τους.

Φθάνοντας στο ανωτέρω σημείο, ο ενάγων, κινείτο με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, υπολογιζόμενη περίπου στα 60-70 χλμ. την ώρα και έχοντας εξέλθει από την δεξιά στην πορεία του στροφή, δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του, ώστε να δύναται να εκτελεί σε κάθε περίπτωση τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιπλέον, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, ήτοι την δεξιά στροφή και την μειωμένη ορατότητα λόγω του μανδρότοιχου.

Ενώ δε έπρεπε να οδηγεί στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, με σημείο αναφοράς τη φυσική διαμόρφωση της οδού που στο σημείο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, μετά την δεξιά στροφή, το οδόστρωμα φαρδαίνει και επομένως έπρεπε να κινηθεί δεξιότερα, συνέχισε την πορεία του, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του αλλά ευθεία, εισερχόμενος έτσι με αυξημένη ταχύτητα, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης του ενάγοντα ήταν να συγκρουστεί η μοτοσικλέτα του, με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ειδικότερα να συγκρουσθεί το εμπρόσθιο αριστερό μέρος και εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου με την εμπρόσθια πλευρά της μηχανής. Η σύγκρουση δε ήταν σφοδρή αφού αφενός αποσπάσθηκε η εμπρόσθια αριστερή ρόδα του αυτοκινήτου, η οποία κύλησε στο οδόστρωμα και βρέθηκε στο χωμάτινο έρεισμα που βρίσκεται στο ρεύμα προς Αγία Παρασκευή μετά το τέλος του μαντρότοιχου, αφήνοντας χαραγή 10,6 μέτρων αφετέρου η μοτοσικλέτα του ενάγοντα βρέθηκε επίσης στο χωμάτινο έρεισμα αφού προηγουμένως κόπηκε σε δύο κομμάτια, ο ενάγων δε τραυματίσθηκε σοβαρά.

Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο ενάγων, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις κατά τα προαναφερόμενα, δεν οδηγούσε την μοτοσικλέτα με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν οδηγούσε πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του ώστε να δύναται να διενεργεί κάθε φορά τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν έλαβε υπόψη του κατά την ρύθμιση της ταχύτητας την διαμόρφωση του εδάφους και την μειωμένη ορατότητα λόγω της δεξιάς στροφής, του μαντρότοιχου και του αμυδρού φωτισμού, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 18 παρ. 1, 2, 19 παρ. 1, 20 ΚΟΚ, που συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν αυτός που εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του, επικαλείται μάλιστα ότι διενήργησε δεξί ελιγμό αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση. Ο ισχυρισμός του όμως δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την υπαιτιότητα του ενάγοντα στηρίζονται στα ευρήματα που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της αρμόδιας τροχαίας.

Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε, υφίσταται χαραγή 10,6 μέτρων προερχόμενη από την αποκοπείσα κατά τη σύγκρουση ρόδα του αυτοκινήτου, το σημείο έναρξης της οποίας βρίσκεται εντός του ρεύματος που κινείτο το αυτοκίνητο και συγκεκριμένα στα 2,8 μέτρα από το πεζοδρόμιο του ρεύματος του, το πλάτος του οποίου στο σημείο αυτό ανέρχεται σε 3,45 μέτρα.

Η ρόδα αποκόπηκε κατά τη σύγκρουση, το γεγονός δε ότι άφησε χαραγή τέτοιου μήκους, διαγράφοντας καμπύλη πορεία και ότι κατέληξε στο χωμάτινο έρεισμα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, σημαίνει ότι η ρόδα κύλησε αμέσως μετά την σύγκρουση με την ορμή που δέχθηκε από αυτήν.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και έκρινε ότι η ρόδα του αυτοκινήτου αποκόπηκε κατά τη σύγκρουση των οχημάτων, η οποία έγινε εντός του ρεύματος του πρώτου εναγομένου, δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία. Περαιτέρω, η ύπαρξη της κηλίδας αίματος του ενάγοντα 1,1 μέτρο από το σημείο όπου ξεκινά χαραγή, δηλαδή στο ρεύμα κυκλοφορίας του ενάγοντα στηρίζει τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά διότι ο ενάγων δεν κατέπεσε στο οδόστρωμα στο σημείο της σύγκρουσης αλλά λόγω της φοράς, του όγκου, της κίνησης και της ταχύτητας των δύο οχημάτων, η μοτοσικλέτα πρώτα ωθήθηκε προς τα δεξιά, ως προς την πορεία της, ακολούθως αυτή ανετράπη, μαζί με τον ενάγοντα και επομένως η κηλίδα αίματος, δεν δύναται να ταυτίζεται με το σημείο της σύγκρουσης.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ως ανωτέρω, ότι δηλαδή η κηλίδα αίματος δεν μπορεί να ταυτίζεται με το σημείο σύγκρουσης, δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου ο σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης. Περαιτέρω επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι στο ρεύμα κυκλοφορίας του ενάγοντα κανένα εύρημα δεν εντοπίσθηκε από την Τροχαία Παλλήνης ενώ αν η σύγκρουση είχε λάβει χώρα σε αυτό και μάλιστα, όπως ο ενάγων ισχυρίζεται στην δεξιά πλευρά αυτού αφού κατά τα επικαλούμενα από αυτόν διενήργησε και δεξί ελιγμό για την αποφυγή της σύγκρουσης, θα υπήρχαν ευρήματα στη δεξιά πλευρά του ρεύματος στο οποίο κινείτο η μοτοσικλέτα ενώ το αυτοκίνητο θα είχε βλάβες στο εμπρόσθιο μέρος ή δεξιό αυτού και δεν θα είχε αποσπασθεί η εμπρόσθια αριστερή ρόδα του, βλάβη από την οποία αποδεικνύεται ότι το σημείο αυτό επλήγη αρχικά κατά την σύγκρουση και δέχθηκε την ορμή της.

Ο ενάγων προσκομίζει ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του, κατά την οποία, το σημείο σύγκρουσης είναι πλησίον της διαχωριστικής γραμμής εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του ενάγοντα. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε, ότι εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του ενάγοντα υφίσταται ίχνος απόξεσης, πιθανώς προερχόμενο από την σύγκρουση των οχημάτων, επικαλείται δε στην πραγματογνωμοσύνη και μία φωτογραφία που το απεικονίζει.

Ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση, το αυτοκίνητο έστριψε δεξιά, στη συνέχεια με φυσιολογική στροφή του τιμονιού αριστερά, λόγω ενστικτώδους κίνησης του οδηγού του, το όχημα κατευθύνθηκε λοξά αριστερά. Ότι η πιθανή διάτρηση του τροχού μέχρι να φθάσει η απογυμνωμένη ζάντα στο έδαφος έπρεπε να διατρέξει τη μισή περιφέρεια, ήτοι περί τα 1,655 μέτρα.

Ότι αυτή είναι η απόσταση που διήνυσε το αυτοκίνητο πριν ακουμπήσει με το απογυμνωμένο μεταλλικό μέρος της ζάντας στο έδαφος και να αφήσει ίχνη χαραγών. Ότι από τα ως άνω το σημείο σύγκρουσης ήταν 1,655 μέτρα λοξά και πίσω εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας. Τα ανώτερο όμως αναφερόμενα στην πραγματογνωμοσύνη δεν κρίνονται πειστικά ούτε επιβεβαιώνονται από τα ευρήματα της Τροχαίας Παλλήνης και το σχεδιάγραμμα.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντα, στηριζόμενος στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, έρχεται σε αντίθεση με τα αναφερόμενα από τον ίδιο στο αγωγικό δικόγραφο αφού κατά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του, η σύγκρουση δεν έλαβε χώρα εντός του ρεύματος του, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής αλλά ο πρώτος εναγόμενος είχε εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας του αναγκάζοντας τον μάλιστα να ελιχθεί δεξιότερα.

Σε κάθε περίπτωση, δεν κρίνεται πειστική η ανωτέρω περιγραφή του μηχανισμού εμπλοκής του πραγματογνώμονα αφού στηρίζεται αποκλειστικά στην υπόθεση της ενστικτώδους κίνησης του πρώτου εναγόμενου αρχικά δεξιά και ακολούθως αριστερά και όχι σε ευρήματα αφού κανένα ίχνος δεν άφησε η σύγκρουση και η επακόλουθη αυτής αποκόλληση του τροχού του αυτοκινήτου, ούτε στο επικαλούμενο από αυτόν σημείο σύγκρουσης ούτε και στην διαδρομή του αυτοκινήτου από αυτό έως το σημείο που ξεκινά η χαραγή.

Η κίνηση δε του αποκολλημένου τροχού αρχικά δεξιά και ακολούθως αριστερά μαζί με το αυτοκίνητο δεν κρίνεται πειστική. Το επικαλούμενο από τον πραγματογνώμονα ίχνος απόξεσης, στο οποίο στηρίζει το σημείο σύγκρουσης εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του ενάγοντα, δεν απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ενώ η επικαλούμενη από τον πραγματογνώμονα φωτογραφία του ίχνους αυτού δεν προκύπτει ότι έχει ληφθεί τον χρόνο του ατυχήματος, δοθέντος ότι η πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε δέκα μήνες μετά το ατύχημα και δεν ανήκει στις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την τροχαία.

Να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ήταν αδύνατο η αριστερή ρόδα του αυτοκινήτου να ήταν στα 2,8 μέτρα, σημείο που ξεκινά η χαραγή της αποσπασθείσας ρόδας επειδή το πλάτος του αυτοκινήτου ανέρχεται στα 2,5 μέτρα είναι αβάσιμος καθώς όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας το πλάτος του αυτοκινήτου είναι 1,9 μέτρα.

Από τα ίδια δε αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, αφού αυτός κινείτο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του ενώ η ταχύτητα του δεν αποδείχθηκε ότι ξεπερνούσε τα 40 - 50 χλμ. την ώρα, η δε απόκλιση των 10 - 20 χλμ. από το όριο ταχύτητας δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έτσι έκρινε δεν έσφαλλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντας και ήδη εκκαλούντος ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου (πρώτος εναγόμενος), κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος τελούσε υπό καθεστώς μέθης, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος ουδεμία απολύτως αξία έχει, αφού δεν θεμελιώνει καθ' εαυτός υπαιτιότητα του εναγομένου δεδομένου ότι δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη πρόκληση τροχαίου ατυχήματος.

Επιπλέον δε υφίσταται έλλειψη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην σύγκρουση και το γεγονός ότι κατά την εξέταση του εναγομένου με συσκευή μέτρησης αλκοόλ ανιχνεύθηκε τέτοιο σε ποσοστό 0,43 mg/l κατά τη δεύτερη μέτρηση, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε επίδραση στην οδηγική ικανότητα του πρώτου εναγόμενου.

Τούτο διότι όπως ανωτέρω αναφέρθηκε ο ενάγων παραβίασε το νοητό άξονα της οδού και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (οδού Λεονταρίου) του εναγομένου με αποτέλεσμα την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του είναι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 257/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.

και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, οδηγού της υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα του αναιρεσιβλήτου, οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας την δίκυκλη μοτοσικλέτα του επί της διπλής κατευθύνσεως οδού Λεονταρίου στην Παλλήνη Αττικής, επί της οποίας δεν υπάρχει εμφανής διαχωριστική γραμμή, με κατεύθυνση προς την Αγία Παρασκευή, στο ύψος του οικοδομικού τετραγώνου 61, όπου το ανώτατο όριο ταχύτητας έχει ορισθεί σε 30 χιλιόμετρα την ώρα, ανέπτυξε ταχύτητα 60 - 70 χιλιομέτρων την ώρα και ενώ εκινείτο σε σημείο της ανωτέρω οδού, όπου υπάρχει δεξιά για την πορεία του δεξιά στροφή με περιορισμένη ορατότητα, το δε πλάτος της οδού ανέρχεται σε 4,9 μέτρα και μετά το τέλος υπάρχοντος μαντρότοιχου και της στροφής το πλάτος της οδού ανέρχεται απότομα σε 6,9 μέτρα, οπότε όφειλε να κινηθεί δεξιότερα, αυτός δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της μοτοσικλέτας του και δεν οδηγούσε στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, με αποτέλεσμα, μετά το τέλος του μαντρότοιχου και της δεξιάς, στην πορεία του, στροφής, όπου αυξάνονταν το πλάτος του οδοστρώματος σε 6,9 μέτρα, να κινηθεί ευθεία, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να συγκρουσθεί με το αντιθέτως κινούμενο Ι.Χ.Φ.

αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και το οποίο εκινείτο στο ρεύμα πορείας του, καθορίζοντας ρητώς το σημείο συγκρούσεως σε σημείο της οδού, όπου το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος αυτής ανέρχεται σε 6,9 μέτρα. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι αν και δέχεται ότι στο σημείο συγκρούσεως το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 4,9 μέτρα, εν τούτοις, δέχεται ότι η απόσταση από το πεζοδρόμιο στα δεξιά του αυτοκινήτου είναι 2,8 μέτρα, με αποτέλεσμα το σημείο συγκρούσεως να εντοπίζεται στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.

Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή του (αναιρεσείοντος), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Όσα αναφέρει ο τελευταίος παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικώς οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την σύγκρουση, σε σημείο όπου το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 6,9 μέτρα, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οι χαραγές επί του οδοστρώματος από το σύρσιμο του εμπροσθίου αριστερού τροχού του αυτοκινήτου, τα σημεία του οδοστρώματος στα οποία βρέθηκαν θραύσματα, οι τελικές θέσεις των οχημάτων επί της οδού, όπως και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, λόγω της εισόδου της μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας του, αν και αμέσως επιχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά, όμως, λόγω της πολύ κοντινής αποστάσεως μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν κατέστη δυνατόν να αποφύγει την σύγκρουση.

Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως, διέλαβε το Εφετείο ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι: α) η υπέρβαση από αυτόν κατά 10 - 20 χλμ/ώρα του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας (των 30 χλμ/ώρα) και β) η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,43 gr/lt αίματος), δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, ούτε ότι η έλλειψη των ως άνω παραβάσεων θα ήταν ικανή να αποτρέψει το ένδικο συμβάν, αφού, η αιφνίδια είσοδος της μοτοσικλέτας του αναιρεσείοντος στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα πορείας και η παρεμβολή στην πορεία του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου, δεν θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, στον τελευταίο να δράσει διαφορετικά, πέραν του ενστικτώδους και επιτρεπτού αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά που αυτός ενήργησε, λόγω της πολύ μικρής αποστάσεως των δύο οχημάτων κατά την παραπάνω είσοδο.

Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ δικαστικά έξοδα υπέρ του απολειπομένου πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν πρέπει να επιβληθούν, δεδομένου ότι αυτός, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε αυτά (Α.Π. 1233/2023, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 227/2020 ΝοΒ 2020. 1.682, Α.Π. 1584/2017), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-9-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 257/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ