Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment where defendant failed to submit counterclaims in absentia trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding a traffic accident involving an insurance company. The State argued that the insurance company was liable for damages caused by its driver, claiming the company should have submitted counterclaims during the absentia trial. The court rejected this, ruling that the insurance company was not required to re-submit its initial arguments or the State's counterclaims to the appellate court. Consequently, the appeal was found baseless, and the State was ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; A final judgment subject to appeal only after the period for filing a motion for default judgment has expired or been waived, and the appellant is not obligated to re-submit counterclaims or initial arguments to the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1089 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1089/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "....", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί δε Υποκατάστημα στην Ελλάδα με κεντρικά γραφεία στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χέλμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 2-3-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3869/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13753/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ.ΑΠ 5/2001, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 528/2020, ΑΠ 841/2019). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 Κ.Πολ.Δ., η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β' Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ., διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 17/2013, ΑΠ 247/2021, ΑΠ 583/2020, ΑΠ 454/2020).
Ενόψει τούτου, η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς, από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραιτήσεως απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρου (άρθρο 98 περ.
β' Κ.Πολ.Δ.), η έλλειψη, όμως, αυτής μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της εγκρίσεως που αφορά στην παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.ΑΠ 17/2013, ΑΠ 1274/2019, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 845/2018, 779/2017, ΑΠ 243/2017).
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 3086/2002, όπως ίσχυε κατά το χρόνο καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (13-2-2019), πριν καταργηθεί με το άρθρο 124 περ. α' του Ν. 4831/2021, που ισχύει από την 23/9/2021, τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους "έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου ...".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3086/2002 "Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του", όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 1 περ. α και β του Ν. 4607/2019 και ίσχυε κατά το χρόνο καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (13-2-2019), πριν καταργηθεί με το άρθρο 124 περ.
α' του Ν. 4831/2021, που ισχύει από την 23/9/2021 "1. Οι Τριμελείς Επιτροπές γνωμοδοτούν για: α) τη συμβιβαστική επίλυση διαφορών ή αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, τη μη άσκηση αγωγών ή άλλων ένδικων βοηθημάτων από το Δημόσιο, την παραίτηση από αγωγές ή άλλα ένδικα βοηθήματα, που ασκήθηκαν από αυτό, την αποδοχή αγωγών ή άλλων ένδικων βοηθημάτων που ασκήθηκαν κατά του Δημοσίου, εφόσον η υπόθεση υπάγεται γενικά στην καθ' ύλην, αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου.
Το αυτό ισχύει και για υποθέσεις, που υπάγονται στην καθ' ύλην, αρμοδιότητα και κάθε άλλου δικαστηρίου, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της ως ιδιωτικής ή διοικητικής, δεν υπερβαίνει το ποσό της καθ' ύλην, αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, β) τη μη άσκηση ένδικων μέσων κατά δικαστικών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί, και την παραίτηση από ένδικα μέσα, που έχουν ασκηθεί, ανεξάρτητα από το αντικείμενο ή το ποσό της διαφοράς ........".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 13753/2018 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του τότε εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σαν να ήταν όμως και αυτό παρόν, λόγω της προηγηθείσας νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεώς του, έγινε δεκτή η από 9-9-2015 και με αρ.
κατ. 2328/2015 έφεση της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης και, μετ' εξαφάνιση της εκκληθείσας υπ' αριθμ. 3869/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκρινε αντίθετα, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η κατά του αναιρεσείοντος από 21-12-2014 και με αρ. κατ. 52/2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο, υπογράφεται από τον Νικόλαο Κουφογιάννη, δικαστικό πληρεξούσιο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να απαιτείται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ύπαρξη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο αυτού.
Το αναιρεσείον, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, παρέστη δια της Σωτηρίας Κοσμά, παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία προσκόμισε α) αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως, από την επί του σώματος της οποίας επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ.
Λ. Φ. προκύπτει η προς το αναιρεσείον επίδοση αυτής, στις 17-1-2019, β) το με αρ. 755/2021 πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα του τμήματος πολιτικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ασκήθηκε, μέχρι την 17-2-2021, κανένα άλλο ένδικο μέσο, πλην της κρινόμενης, με αρ.
κατ. 14180/22/13-2-2019, αιτήσεως αναιρέσεως και γ) την εκδοθείσα κατ' άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3086/2002 "Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του", όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 43 του ν. 4607/2019, πράξη της Τριμελούς Επιτροπής του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία αποφαίνεται υπέρ της εγκρίσεως της ασκηθείσας από το Ελληνικό Δημόσιο ένδικης από 4.2.2019 (αρ.
κατ. 14180/22/2019) αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 13753/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υπέρ της παραιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, αναδρομικά από την ημερομηνία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (13.2.2019). Υπό τα δεδομένα αυτά, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης ανωτέρω αποφάσεως, που εκδόθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσείοντος, ασκηθείσα μετά την παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, και κατόπιν εγκρίσεως από την αρμόδια προς τούτο Τριμελή Επιτροπή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τόσο της ασκήσεως αυτής, όσο και της παραιτήσεως από την άσκηση κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή, περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά ανωτέρω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρο 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 517/2020).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται, πλην άλλων, να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας του, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής.
Ειδικότερα, η αντικειμενική αξία του καταστραφέντος πράγματος και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με την δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου ομοίου πράγματος καινούργιου.
Τούτο δε διότι, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Κατά συνέπειαν, επί καταστροφής πράγματος, που δεν είναι καινούργιο, εφόσον η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το διαφέρον που αντιστοιχεί σ' αυτήν, πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι ανάλογα με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 839/2012, ΑΠ 68/2005).
Σε περίπτωση, αντίθετα, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως (Ολ.ΑΠ 705/1979, ΑΠ 272/2020, 1774/2013).
Περαιτέρω, ο νόμος 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για ατυχήματα από αυτοκίνητο, αποβλέπει δηλαδή στην προστασία τρίτων προσώπων και όχι του ιδίου του κυρίου του αυτοκινήτου. Διαφορετική από την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που διέπεται από τον ως άνω Ν. 489/1976, είναι η ασφάλιση ιδίων ζημιών του ζημιούμενου.
Η τελευταία, δυνατόν να οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του ασφαλισμένου, αλλά και σε υπαιτιότητα τρίτου προσώπου. Η ασφάλιση ιδίων ζημιών, δεν διέπεται από τον παραπάνω νόμο (489/1976), αλλά από το Ν. 2496/1997, έχει δε, κατά κανόνα, αποζημιωτικό χαρακτήρα, δηλαδή συνάπτεται με σκοπό να αποζημιωθεί ο παθών-ασφαλισμένος από τον ασφαλιστή του, σε περίπτωση επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως.
Η ασφάλιση αυτή συνάπτεται προς το συμφέρον του ασφαλισμένου και όχι του υπόχρεου τρίτου. Ενόψει τούτου, αλλά και λόγω του αποζημιωτικού χαρακτήρα της συμβάσεως ασφαλίσεως, ο ζημιωθείς ασφαλισμένος, για την αποκατάσταση της ζημίας του, έχει δύο υποχρέους: α) τον προκαλέσαντα τη ζημία τρίτο και συνήθως ευθυνόμενο γι' αυτή και β) τον ασφαλιστή του.
Ο παθών δύναται να επιδιώξει την αποκατάσταση της ζημίας του από οποιοδήποτε υπόχρεο εκ των παραπάνω δύο επιθυμεί. Αν προτιμήσει τον υπόχρεο τρίτο, δεν μπορεί στη συνέχεια να εισπράξει και την ασφαλιστική αποζημίωση, αφού καλύφθηκε η ζημία του, η δε συναφθείσα ασφάλιση έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα. Δηλαδή, αποκλείεται είσπραξη διπλής αποζημιώσεως, τόσο από τον υπόχρεο τρίτο όσο και από τον ασφαλιστή.
Συνήθως, θα προτιμήσει την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημιώσεως από τον ασφαλιστή του. Στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί η υποκατάσταση κατά την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2496/1997, κατά την οποία "αν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε".
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι ο ασφαλιστής, από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, τις αξιώσεις του τελευταίου. Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από τον νόμο και επέρχεται αυτοδικαίως, από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημιώσεως στο λήπτη της ασφαλίσεως, η αξίωση δε περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε.
Επομένως, ο ασφαλιστής, που κατέβαλε το ασφάλισμα, υποκαθίσταται στη θέση ακριβώς που βρισκόταν ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας. Στο νόμο δεν προβλέπεται άλλη, πρόσθετη, προϋπόθεση για την επέλευση της υποκαταστάσεως, όπως π.χ.
συμφωνία μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή ή αναγγελία της πληρωμής από τον ασφαλιστή στον υπόχρεο προς αποζημίωση τρίτο. Τρίτος, κατά το άρθρο 14 του Ν. 2496/1997, είναι κάθε πρόσωπο το οποίο δεν είναι αντισυμβαλλόμενος (ή λήπτης της ασφαλίσεως, κατά τη νέα διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997) ή ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφαλίσεως.
Σε περίπτωση συμβάσεως ασφαλίσεως ιδίων ζημιών αυτοκινήτου, τρίτος, κατά κανόνα, είναι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, όπως και ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη του πρώτου από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος (ΑΠ 1667/2017). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 11 περ. 1 και 2, 16 παρ. 1 και 2 του Ν. 2496/1997, ορίζονται, αντιστοίχως, τα ακόλουθα: "1.Στην ασφάλιση κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία) 2.
Η ζημιά της ασφαλισμένης περιουσίας μπορεί να συνίσταται στη βλάβη η στην απώλεια αγαθών, απαιτήσεων και κερδών, καθώς και στις δαπάνες απόκρουσης και ικανοποίησης απαιτήσεων τρίτων" (άρθρο 11) και "1. Στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία η, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου. 2.
Το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος πριν και με τα την πραγματοποίηση του κινδύνου." (άρθρο 16). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση καταρτίσεως συμβάσεως ασφαλίσεως, δυνάμει της οποίας η ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνει, τόσο την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για ατυχήματα από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, κατά τον Ν. 489/1976, όσο και την, διεπόμενη από τον Ν. 2496/1997, προαιρετική κάλυψη των ιδίων ζημιών από την κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος, εάν η ασφαλιστική εταιρεία, μετά την επέλευση τροχαίου ατυχήματος, καταβάλει στον ασφαλισμένο της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, το ποσό που αυτός δαπάνησε για την αποκατάσταση των βλαβών που υπέστη το όχημά του, υποκαθίσταται εκ του νόμου (άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997), από το χρόνο καταβολής, στη θέση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου της και μπορεί να ενασκήσει τις αξιώσεις του τελευταίου κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 ("Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού" όπως ίσχυε εν προκειμένω, πριν αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 28 του Ν. 4151/2013 και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 177 παρ. 1 του ν. 4270/1914, "1. Η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου, γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων, οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς:
α) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, β) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση, όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. 2. Στο κατασχετήριο εις χείρας του Δημοσίου, πρέπει αναγκαίως να αναφέρεται σαφώς η ακριβής αιτία της οφειλής του Δημοσίου, το πρόσωπο του δικαιούχου της σχετικής απαιτήσεως με την ακριβή διεύθυνση του και το ποσό αυτής, καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου τόσο του κατασχόντος, όσο και του καθ` ου η κατάσχεση. 3.α.
Η κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ολοκληρώνεται μόνο από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου στην, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος, αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία, η οποία όμως, για να είναι έγκυρη, πρέπει αναγκαίως αφενός μεν να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις και αφετέρου να συνοδεύεται από νόμιμα υπό αρμοδίου δικαστικού επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις ανωτέρω Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου").
β. Η προθεσμία υποβολής της, κατ` άρθρο 985 παραγράφου 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δηλώσεως του Δημοσίου, ως τρίτου, είναι 30 ημέρες και αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως του κατασχετηρίου στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου υπηρεσία, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την υποβολή της ανωτέρω δηλώσεως στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου όπου εδρεύει η υπηρεσία. 4.
Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως κατά του Δημοσίου. Η αναγγελία τοιαύτης εκχωρήσεως πρέπει, επί ποινή ακυρότητας αυτής, να καταχωρίζεται στο κάτω μέρος του νόμιμα συντεταγμένου πρωτοτύπου ή επικυρωμένου αντιγράφου του εκχωρητηρίου εγγράφου. 5.
Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατασχέσεως ή της προς αυτό αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως, λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα. Επί άκυρης εις χείρας του κατάσχεσης, το Δημόσιο δεν υποχρεούται σε καμία δήλωση". Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, αυτές αφορούν μόνο στις κατασχέσεις που γίνονται στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου, καθώς και τις αναγγελίες εκχωρήσεων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, για την εγκυρότητα των οποίων επιβάλλονται οι ως άνω πρόσθετες κοινοποιήσεις του κατασχετηρίου, και συνεπώς δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 1 Ν. 2496/1997, υποκαταστάσεως, κατά την οποία, με την ικανοποίηση του ασφαλισμένου - παθόντος από τον ασφαλιστή, η κατά του υπόχρεου Ελληνικού Δημοσίου αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος περιέρχεται, ισόποσα, στον ασφαλιστή του, χωρίς να προβλέπεται στην περίπτωση αυτή άλλη, πρόσθετη, προϋπόθεση για την επέλευση της υποκαταστάσεως, όπως π.χ.
αναγγελία της πληρωμής από τον ασφαλιστή στο υπόχρεο προς αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 189/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτουν, σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1296/2017, Α.Π. 942/2017, Α.Π. 766/2017, Α.Π. 472/2017).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 122/2020, ΑΠ 564/2018, ΑΠ 816/2017).
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (Α.Π. 1398/2019, Α.Π. 939/2019, Α.Π. 918//2019).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 1146/2021, Α.Π. 30/2020, Α.Π. 1241/2019, Α.Π. 1132/2019). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 586/2020, Α.Π. 232/2020, Α.Π. 1093/2019, Α.Π. 892/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττομένη 13753/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α Κ.Πολ.Δ.),δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 19.9.2014 και περί ώρα 15:00, ο Ν.
Α., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο δυνάμει του με αριθμό ... ασφαλιστήριου συμβολαίου, ισχύοντος για το χρονικό διάστημα από 26.7.2014 έως 26.7.2015, ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, για τις εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες, με επιπλέον κάλυψη της δαπάνης επισκευής ζημιών που τυχόν θα προκαλούνταν σε αυτό σε περίπτωση σύγκρουσης για την οποία ο εν λόγω ασφαλισμένος δεν θα έφερε ευθύνη, για το ποσό των 15.000 ευρώ, εκινείτο στην πόλη της Κατερίνης, επί της οδού Εθνικού Σταδίου, έχοντας κατεύθυνση από την οδό Τερζοπούλου προς την οδό 25ης Μαρτίου.
Φθάνοντας δε ο προαναφερόμενος οδηγός στη διασταύρωση της ως άνω οδού με την συμβαλλόμενη κάθετα σε αυτή, δεξιά σε σχέση με την πορεία του, οδό Δημοκρίτου, συνέχισε κανονικά την ευθεία πορεία του. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο Α. Κ., προστηθείς από την Υπηρεσία της Διεύθυνσης Δασών Πιερίας στην οποία υπηρετούσε, οδηγώντας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του εναγομένου, κινούμενος επί της οδού Δημοκρίτου, προτιθέμενος να κατευθυνθεί προς την οδό Ηπείρου, διασχίζοντας την οδό Εθνικού Σταδίου, εισήλθε στη διασταύρωση των καθέτως συμβαλλόμενων οδών (Εθνικού Σταδίου-Δημοκρίτου), χωρίς προηγουμένως να ακινητοποιήσει το όχημα του, παραβιάζοντας την υπάρχουσα στην πορεία του, επί της συμβολής των δύο οδών, πινακίδα ρυθμιστικής της κυκλοφορίας με την ένδειξη "SΤΟΡ".
Η κίνηση αυτή του τελευταίου αυτού οδηγού είχε ως αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ οχήματος, που διέσχιζε κατά τον εν λόγω χρόνο τη διασταύρωση, και να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του ως άνω αυτοκινήτου.
Ενόψει των προαναφερομένων, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθόσον αυτός δεν επέδειξε εν προκειμένω την κατ' αντικειμενική εκτίμηση επιμέλεια που θα επιδείκνυε κάθε άλλος συνετός οδηγός με βάση τους νομικούς κανόνες της κυκλοφορίας και εκείνους της κοινής λογικής και πείρας.
Ειδικότερα, η αμέλεια του συνίσταται στο ότι κατά παράβαση των άρθρων 4 § 3 στοιχ. Ρ-2 και 26 § 4 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), από επιπολαιότητα και απερισκεψία, δεν συμμορφώθηκε με την υπάρχουσα στην πορεία του ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (SΤΟΡ), μην ακινητοποιώντας το όχημα που οδηγούσε πριν από τη διασταύρωση των παραπάνω οδών, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της οδού Εθνικού Σταδίου, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, δεδομένου ότι στο εν λόγω σημείο υπήρχε επαρκής ορατότητα, αλλά αντιθέτως εισήλθε στην ως άνω διασταύρωση χωρίς να διακόψει την πορεία του και να ελέγξει το ελεύθερο της ως άνω οδού, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΕΧΕ αυτοκινήτου, προκαλώντας έτσι τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Αντιθέτως, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε μορφή υπαιτιότητας του τελευταίου οδηγού, και ειδικότερα ότι αυτός, οδηγώντας με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, επέπεσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ενώ αυτό βρισκόταν ακινητοποιημένο στη διασταύρωση προκειμένου ο οδηγός του να ελέγξει την επ' αυτής κίνηση, δεν αποδείχθηκαν εν προκειμένω.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος αποδεικνύονται τόσο από τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων όσο και από το γεγονός ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο κέντρο της διασταύρωσης και σε απόσταση πολλών μέτρων από το σημείο εκείνο στο οποίο ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΕΧΕ αυτοκινήτου όφειλε να το έχει ακινητοποιήσει λόγω της υπάρχουσας στην πορεία του ρυθμιστικής της πορείας του πινακίδας "SΤΟΡ" [.............]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκινήτου ο Ν. Α. δαπάνησε για την αγορά ανταλλακτικών ειδών (παρμπρίζ εμπρόσθιο, συμπυκνωτής, εμπρόσθιος προφυλακτήρας, δεξιό φτερό, μετώπη, ψυγείο κινητήρα, ψυγείο κλιματισμού κλπ), το ποσό των 5.508,60€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ [..........], ενώ για τις εργασίες επισκευής, τοποθέτησης ανταλλακτικών και φανοποιΐας το ποσό των 1.441,56€, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ [...........], ήτοι συνολικά το ποσό των 6.950,16 €, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ (23%).
Το εν λόγω δε ποσό η ενάγουσα κατέβαλε στον ζημιωθέντα αντισυμβαλλόμενο της, δυνάμει του ως άνω ειδικού διεπόμενου τη μεταξύ τους σύμβαση όρου του ασφαλιστηρίου (κάλυψη "φροντίδα αποζημίωσης"), υποκαθιστάμενη έτσι αυτοδικαίως, εκ του νόμου (άρθρο 14 του ν. 2496/1997), στα εκ του ενδίκου συμβάντος δικαιώματα και αξιώσεις του εν λόγω ασφαλισμένου της [.............].
Κατόπιν τούτου, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνοντας ότι η ένδικη σύγκρουση οφειλόταν στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκινήτου, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Επομένως, δεκτού γενομένου του μοναδικού λόγου έφεσης ως ουσία βάσιμου, θα πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να διακρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ως συνδεόμενο με σχέση πρόστησης με τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και ως εκ τούτου ως ενεχόμενο για την αδικοπρακτική συμπεριφορά που επέδειξε ο τελευταίος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.950€, το οποίο αυτή κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση στον αντισυμβαλλόμενο ασφαλισμένο της, υποκαθιστάμενη έτσι αυτοδικαίως εκ του νόμου στην αξίωσή του κατά το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.......".
Δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, και ότι α) ο Α. Κ., προστηθείς από την Υπηρεσία της Διεύθυνσης Δασών Πιερίας, στην οποία υπηρετούσε, οδηγώντας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, συγκρούστηκε από αποκλειστική του υπαιτιότητα με το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ιδιοκτήτης αυτού Ν. Α., β) ότι το ως άνω (με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ) αυτοκίνητο, δυνάμει του με αριθμό ... ασφαλιστήριου συμβολαίου, ισχύοντος για το χρονικό διάστημα από 26.7.2014 έως 26.7.2015, ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, τόσο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, όσο και για ίδιες αυτού ζημίες, σε περίπτωση συγκρούσεως, για την οποία ο εν λόγω ασφαλισμένος δεν θα έφερε ευθύνη, γ) ότι κατά το ένδικο ατύχημα το όχημα του ασφαλισμένου στην ενάγουσα- αναιρεσίβλητη υπέστη φθορές και βλάβες, για την αποκατάσταση των οποίων (αγορά ανταλλακτικών και εργασίες τοποθέτησης αυτών και επισκευής) ο ιδιοκτήτης αυτού Ν.
Α. κατέβαλε το συνολικό ποσό των 6.950,16 ευρώ και δ) ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε το ως άνω ποσό των 6.950,16 ευρώ στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο της, υποκατασταθείσα εκ του νόμου (άρθρο 14 του ν. 2496/1997), στα εκ του ενδίκου ατυχήματος δικαιώματα του ασφαλισμένου της. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 9-9-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης 3869/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει αντίθετα και, αφού εξαφάνισε αυτήν, δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 21-12-2014 αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 6.950 ευρώ.
Με τις ως άνω κρίσεις του το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών: 1) τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ, με βάση τις οποίες, όπως αναφέρεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σε περίπτωση μεν ολικής καταστροφής του πράγματος, η αποκαταστατέα θετική ζημία συνίσταται στην αξία αυτού, σε περίπτωση όμως μερικής καταστροφής ή βλάβης αυτού, όταν δηλαδή προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητά του, όπως εν προκειμένω, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτείται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως και 2) τις διατάξεις των άρθρων 11, 14 και 16 του Ν. 2496/1997, κατά τις οποίες η ασφαλιστική εταιρεία, η οποία, με βάση σύμβαση ασφαλίσεως ιδίων ζημιών, διεπόμενη από το Ν. 2496/1997, κατέβαλε στον ασφαλισμένο της το ποσό που αυτός δαπάνησε για την αποκατάσταση των βλαβών που υπέστη το όχημά του, υποκαθίσταται εκ του νόμου, από το χρόνο καταβολής, στη θέση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου της κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, και μπορεί να ενασκήσει τις αξιώσεις του τελευταίου στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε.
Συνεπώς, οι τρίτος και πρώτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις, αντιστοίχως, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του 1) δεχθέν ότι η αξίωση του ασφαλισμένου της αναιρεσίβλητης (στην οποία η τελευταία υποκαταστάθηκε), συνίσταται στο ποσό που ο ασφαλισμένος κατέβαλε για την επισκευή του βλαβέντος κατά το ένδικο ατύχημα οχήματός του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ, με βάση τις οποίες, σε περίπτωση βλάβης πράγματος, η ζημία που αποκαθίσταται είναι (κατ' αυτό) μόνο η συνεπεία της βλάβης μειωμένη αξία του πράγματος, και όχι η δαπάνη αποκατάστασής της (3ος λόγος αναιρέσεως) και 2) δεχθέν ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την καταβολή στον ασφαλισμένο της -με τον οποίο είχε καταρτίσει σύμβαση ασφαλίσεως ιδίων ζημιών- του ποσού που αυτός κατέβαλε προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στο αυτοκίνητό του λόγω του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, υποκαταστάθηκε στη θέση αυτού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 11, 14 και 16 του Ν. 2496/1997, κατά τις οποίες ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στις αξιώσεις του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, μόνο στην περίπτωση που το ασφάλισμα που κατέβαλε αντιστοιχεί στην αξία του πράγματος που εβλάβη, και όχι όταν αντιστοιχεί στη δαπάνη επισκευής αυτού (1ος λόγος αναιρέσεως), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επίσης, ορθά το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 95 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, ενόψει του ότι δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Και τούτο διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, μόνο στις κατασχέσεις που γίνονται στα χέρια του Δημοσίου ως τρίτου, καθώς και στις αναγγελίες εκχωρήσεων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, για την εγκυρότητα των οποίων επιβάλλονται οι προβλεπόμενες πρόσθετες διατυπώσεις (αναγγγελία της εκχωρήσεως, με κοινοποίηση εκχωρητηρίου εγγράφου στην αρμόδια για την πληρωμή της οφειλής υπηρεσία του Δημοσίου και στις αρμόδιες για τη φορολογία του εκχωρητή και του εκδοχέα Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες), και συνεπώς δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 1 Ν. 2496/1997, νόμιμης υποκαταστάσεως, κατά την οποία, με την ικανοποίηση του ασφαλισμένου - παθόντος από τον ασφαλιστή, η κατά του υπόχρεου Ελληνικού Δημοσίου αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος περιέρχεται, ισόποσα, στον ασφαλιστή του, χωρίς να προβλέπεται στην περίπτωση αυτή άλλη, πρόσθετη, προϋπόθεση για την επέλευση της υποκαταστάσεως, όπως π.χ.
αναγγελία της πληρωμής από τον ασφαλιστή στο υπόχρεο προς αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχθέν ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την καταβολή του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο της, υποκαταστάθηκε στις κατ' αυτού (αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου) αξιώσεις του ασφαλισμένου της, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 95 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, αφού δεν βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες σ' αυτή, με ποινή ακυρότητας, διατυπώσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το ανωτέρω Δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 330 και 914 του Α.Κ. και 4 παρ. 3 στοιχ. Ρ-2 και 24 παρ. 4 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων στοιχείων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ανήκοντος στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου οχήματος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο ανωτέρω οδηγός, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα ότι ο εν λόγω οδηγός, από έλλειψη της, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού οδηγού, κινούμενος επί της οδού Δημοκρίτου, με πρόθεση να διασχίσει την οδό Εθνικού Σταδίου και να κατευθυνθεί προς την οδό Ηπείρου, δεν συμμορφώθηκε με την υπάρχουσα στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP) και δεν ακινητοποίησε το όχημά του μόλις έφθασε στην διασταύρωση των ανωτέρω οδών, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού Εθνικού Σταδίου και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο επ' αυτής κινούμενο, ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη, όχημα, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, δεδομένου ότι στο εν λόγω σημείο υπήρχε επαρκής ορατότητα, αλλά, αντίθετα, συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στον κόμβο, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του κανονικά κινούμενου ως άνω οχήματος, που διέσχιζε κατά το χρόνο εκείνο τη διασταύρωση, και να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε, στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του ως άνω αυτοκινήτου, κατά παράβαση των άρθρων 4 § 3 στοιχ.
Ρ-2 και 26 § 4 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Επομένως, το ως άνω Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον αιτιάσεις ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν διευκρινίζεται η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος και β) δεν αποσαφηνίζεται η απόσταση στην οποία βρισκόταν το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη όχημα, τη στιγμή κατά την οποία το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του διέσχιζε την προαναφερθείσα διασταύρωση, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη όχημα εκινείτο κανονικά (άρα και με κανονική ταχύτητα) και ότι το όχημα, κυριότητας του αναιρεσείοντος, παραβίασε την ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα STOP και επέπεσε επ' αυτού, τη στιγμή κατά την οποία διέσχιζε ήδη τη διασταύρωση.
Κατά το άρθρο 524 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του ν. 3944/2011 και δεν έχει θιγεί μετά την ισχύ του νόμου 4335/2015 (ΦΕΚ Α' /87/23-7-2015), "σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών... Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν.
Διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, πριν από το νόμο 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο τέταρτο αυτού), ως εκ του χρόνου ασκήσεως (5-1-2015) της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εφέσεως, μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 13753/2018 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (αφού, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ν. 4335/2015, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα και αγωγές που κατατίθενται από την 1-1-2016), συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, σε υπόθεση που εκδικάζεται με την ειδική αυτή διαδικασία, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών και αυτός, αλλά το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που συντάχθηκαν κατ' αυτήν, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε μέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος εκκαλών.
Σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν προσκομίσει τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως, λόγω της αδυναμίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να κρίνει επί της διαφοράς από την έλλειψη αυτή (ΑΠ 845/2018, ΑΠ 548/2018). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, στη θεμελίωση, παρακώληση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο (ΑΠ 322/2021, ΑΠ 981/2020, ΑΠ 564/2020, ΑΠ 37/2020), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. και η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από την προαναφερόμενη διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 810/2017).
Ο λόγος όμως αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 981/2020). Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχτηκε ότι στοιχειοθετείται αποζημιωτική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου έναντι της αναιρεσίβλητης, για το λόγο ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση των οχημάτων ήταν ο προστηθείς από αυτό οδηγός του οχήματος κυριότητάς του, μολονότι αυτά δεν προτάθηκαν νομίμως από την αναιρεσίβλητη, καθόσον αυτή δεν προέβη, ως όφειλε κατ' άρθρο 524 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., στην κατάθεση των προτάσεων του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Με το περιεχόμενο αυτό η ως άνω αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ως στηριζόμενη στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, ο παρών κατά τη συζήτηση της εφέσεως εκκαλών έχει υποχρέωση, όχι μόνο να προσκομίσει τις προτάσεις που κατέθεσε στον πρώτο βαθμό ο απών εφεσίβλητος, αλλά και να επανυποβάλει ενώπιον του Εφετείου τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που αυτός είχε υποβάλει πρωτοδίκως.
Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα κατά τη συζήτηση της εφέσεως εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, στην κατατεθείσα την 30-10-2018 (ήτοι τέσσερις ημέρες μετά τη συζήτηση της εφέσεως) προσθήκη των προτάσεών της, που παραδεκτά επισκοπείται (561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), επικαλείται ότι, λόγω της ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, προσκομίζει επικυρωμένο αντίγραφο των προτάσεών του στον πρώτο βαθμό, με συνέπεια να θεωρείται ότι αυτές έχουν προσκομισθεί, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (πρβλ.
ΑΠ 845/2018, ΑΠ 360/2008). Πέραν τούτου δε, η προσκόμισή τους προκύπτει και από το γεγονός ότι το περιεχόμενό τους ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο, το οποίο ερεύνησε την προβληθείσα στον πρώτο βαθμό από το εναγόμενο- αναιρεσείον ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην ενάγουσα- αναιρεσίβλητη οχήματος Ν.
Α. (βλ. 3ο φύλλο αυτής, στο οποίο αναφέρεται επί λέξει "...... στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε μορφή υπαιτιότητας του τελευταίου οδηγού (ενν. Ν. Α.), και ειδικότερα ότι αυτός, οδηγώντας με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, επέπεσε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ενώ αυτό βρισκόταν ακινητοποιημένο στη διασταύρωση προκειμένου ο οδηγός του να ελέγξει την επ' αυτής κίνηση, δεν αποδείχθηκαν".
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.2.2019 και με αριθμό καταθέσεως 14180/22//2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13753/2018 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ