Legislator Case Law & Legislation
1089/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor union intervention in milk company bankruptcy dispute.

Case Number 1089/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 25 individuals against a First Instance Court judgment regarding a milk company's bankruptcy. The appellants argued that the Court of Appeal erred in evaluating evidence and ignoring specific documents, while the respondent company defended its legal autonomy. The Court ruled that the lower court properly assessed the evidence and that the intervention of the labor union was valid, rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 656, 658 of the Code of Civil Procedure; Article 81, Section 3, Paragraph 3, Item a; Article 561, Section 1; Article 559, Number 11, Item g of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment involving additional intervention does not target the additional intervener unless they actively fought the case, and the Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments of evidence.

Keywords

AI generated
additional intervention bankruptcy proceedings labor union evidence assessment appeal dismissal legal autonomy costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 656 & 658 of the Code of Civil Procedure
Article 81, Section 3, Paragraph 3, Item a of the Code of Civil Procedure
Article 561, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Number 11, Item g of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, Section 1, 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated
1090/2021
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and evidence evaluation, rejecting claims of ignored documents.
1088/2021
Supreme Court dismisses appeal against labor union intervention in milk company liquidation case.
573/2020
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding a sworn affidavit not being a document subject to distortion review.
1926/2025
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify why evidence was illegal in the lower court. The court ruled that the appellant did not properly challenge the admissibility of expert reports. The appeal is rejected because the grounds for inadmissibility were not clearly stated in the appeal petition. The appellant failed to demonstrate how the evidence was improperly admitted during the trial. Consequently, the appeal is dismissed and the appellant is ordered to pay the costs of the appeal. The decision emphasizes the requirement for precise legal arguments in appellate proceedings. This case highlights the importance of adhering to procedural rules when challenging evidence admissibility. The court's ruling ensures that appeals are based on clear and specific legal grounds. The decision reinforces the strict interpretation of procedural requirements in civil litigation. The outcome confirms that vague or incomplete appeals will be rejected by the Supreme Court.
1822/2011
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding late argument on good faith payment of severance pay.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1089/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)… και 25), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ", η οποία εδρεύει στο Δήμο Παιονίας του Νομού Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή, Χρήστο Οικονόμου και Ιωάννη Πίκουλα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των προσθέτων παρεμβαινόντων: 1)… και 333), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1321/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2820/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/2/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 656 & 658 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης του καθού η πρόσθετη παρέμβαση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1049/2010).

Πρέπει όμως, κατά το άρθρο 81 § 3 εδ. α' ΚΠολΔ, ο προσθέτως παρεμβάς στα δικαστήρια της ουσίας, να καλείται (ΑΠ 1243/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, υπέρ της αναιρεσίβλητης και κατά των αναιρεσειόντων άσκησαν πρωτοδίκως απλή πρόσθετη παρέμβαση 333 εργαζόμενοι αυτής με αίτημα να απορριφθεί η αγωγή, διότι σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής, η εργοδότριά τους δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει οικονομικά και θα κινδυνεύσουν άμεσα οι θέσεις εργασίας τους.

Κατά την παρούσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες δεν εμφανίστηκαν, έχουν, όμως, κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 6582 & 6581/7-7-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α.

Σ., σύμφωνα με τις οποίες ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα σ' αυτούς. Επομένως, απαραδέκτως η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατ' αυτών, παραδεκτώς δε χωρεί η συζήτηση κατά τα λοιπά.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνο η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 § 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.

Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 § 1 και 12 §§ 1 & 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλομΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.

άρθρ. 1 § 3 κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση.

Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ' αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι' αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας (ΟλομΑΠ 2/2013, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 1355/2018).

Συνεπώς, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως το έσχατο μέσο, αξιολογώντας την υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας, τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας και τη χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου της εταιρείας, για αποφυγή εκπλήρωσης αναληφθεισών υποχρεώσεων και πρόκληση ζημίας σε τρίτο.

Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρεία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρείες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Ειδικά μάλιστα στο χώρο των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο, προς το σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.

Εξάλλου, υποκεφαλαιοδότηση συντρέχει, όταν τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας δεν επαρκούν, για να ικανοποιήσουν τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν, μέσα από το είδος και την έκταση της επιδιωκόμενης και πραγματικής επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αφού ληφθούν υπόψη και οι υπάρχουσες μέθοδοι χρηματοδότησης της εταιρείας και οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν, επίσης, να καλυφθούν με πιστώσεις τρίτων και η εταιρεία χρηματοδοτείται με εμφανώς μικρότερο ποσό από τους μετόχους της, ιδίως τον κυρίαρχο μέτοχο, ο οποίος και διαμορφώνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα.

Από το γεγονός ότι στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων, η μητρική εταιρεία αποτελεί τον κύριο ή τον αποκλειστικό μέτοχο της θυγατρικής εταιρείας, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρείας να χρηματοδοτεί συνεχώς και χωρίς κανένα περιορισμό τη θυγατρική εταιρεία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη.

Για την προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Με την από 24-10-2014 αγωγή τους ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι ενάγοντες -αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι είναι εργαζόμενοι της 1ης εναγομένης γαλακτοβιομηχανίας ΑΓΝΟ, η οποία αφενός μεν τους κατέβαλε αμοιβές χαμηλότερες από τις συμφωνηθείσες νόμιμες, αφετέρου δε, από το έτος 2012 και εντεύθεν άρχισε να καθυστερεί την καταβολή του συνόλου των αποδοχών τους, με αποτέλεσμα να τους οφείλει τα αναφερόμενα στην αγωγή τους χρηματικά ποσά ως δεδουλευμένα και ότι η 2η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη γαλακτοβιομηχανία ΚΟΛΙΟΣ υπό την ιδιότητά της ως μητρική της 1ης, ασκούσα κυριαρχική επιρροή, χρησιμοποίησε καταχρηστικά τη νομική προσωπικότητα της 1ης για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης και να αποφευχθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και συγκεκριμένα η μορφή της κατάχρησης εκδηλώθηκε με την ανεπαρκή χρηματοδότηση (υποκεφαλαιοδότηση), τη σύγχυση των περιουσιακών στοιχείων τους και την απομείωση της περιουσίας της 1ης, με αποτέλεσμα αυτή να μην έχει την οικονομική ευχέρεια να τους καταβάλει τα δεδουλευμένα.

Ζήτησαν δε, με αίτημα που μετέτρεψαν εν μέρει σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες σε ολόκληρο να τους καταβάλουν τα αιτούμενα ποσά. Το Πρωτοδικείο ως προς την 1η εναγομένη κήρυξε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω πτωχεύσεως απέρριψε δε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά της 2ης εναγομένης.

Και το Εφετείο μετά από έφεση των εναγόντων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτή (έφεση) κατ' ουσία, επικυρώνοντας ούτω την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή κατά της 2ης εναγομένης, κατά της οποίας στρέφεται η αναίρεση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "...Η πρώτη εναγόμενη εταιρεία ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε. (με τον δ.τ.

ΑΓΝΟ) διατηρεί εκμετάλλευση βιομηχανικής μονάδας παραγωγής και πώλησης εμφιαλωμένου γάλακτος, γαλακτοκομικών, τυροκομικών και άλλων προϊόντων διατροφής, καθώς και διαφόρων ειδών παγωτών. Στα πλαίσια της παραπάνω επιχειρηματικής δραστηριότητάς της η πρώτη εναγόμενη εταιρεία σύναψε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τους ενάγοντες, προκειμένου να παρέχουν την εργασία τους με τις κάτωθι αναφερόμενες ειδικότητες...

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι εξαιτίας οικονομικών διαφορών που είχαν με την πρώτη εναγομένη, οι ενάγοντες προχώρησαν σε επίσχεση της παρεχόμενης εργασίας τους κατά τα έτη 2013-2014. Η ως άνω εργοδότριά τους, ξεκίνησε τη δραστηριότητά της το 1950 στην Θεσσαλονίκη ως γαλακτοκομική αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Γαλακτοκομικών και Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης -ο Άγιος Μόδεστος- Βιομηχανία Γάλακτος ΑΓΝΟ Συν.Π.Ε." και συνοπτικά "ΕΑΣΘ -ΑΓΝΟ ΣΥΝ.Π.Ε" σκοπός του οποίου υπήρξε, μεταξύ άλλων, η ίδρυση και λειτουργία εργοστασίων επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων γάλακτος και κτηνοτροφικών και λοιπών προϊόντων, καθώς και η αγορά, επεξεργασία και διάθεση τέτοιων προϊόντων στα μέλη του και στους τρίτους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατόπιν ευδοκίμησης σχετικής αγωγής, που απηύθυνε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ Α.Ε.", η οποία υπήρξε προνομιούχος και δη εμπραγμάτως εξασφαλισμένη πιστώτρια της ανωτέρω συνεταιριστικής οργάνωσης σε ποσοστό ανώτερο του 50% και δη προσεγγίζον το ποσοστό του 85%, επί του συνόλου των βαρυνουσών αυτήν απαιτήσεων, ήτοι για ποσό, που προσέγγιζε τα 32.000.000.000,00 δρχ. (ή 93.910.491,56 ευρώ), εκδόθηκε η με αριθμό 3386/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η τελευταία τέθηκε, υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 με την παραδοχή, ότι από το έτος 1997, παρά τη μεγάλης αξίας ακίνητη περιουσία της, βρίσκεται σε έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών της προς την ως άνω Τράπεζα και προς τρίτους δανειστές της.

Επίσης, με την ίδια απόφαση διορίσθηκε η ανωτέρω Τράπεζα, ως ειδική εκκαθαρίστρια, για τη διενέργεια της ειδικής εκκαθάρισης και διατάχθηκε η προσωρινή παραμονή όλου του προσωπικού της "ΕΑΣΘ -ΑΓΝΟ- ΣΥΝ.Π.Ε.", για τη λειτουργία της, παρέχοντας το δικαίωμα στην εν λόγω εκκαθαρίστρια Τράπεζα να διατηρήσει μελλοντικά το απολύτως αναγκαίο, για τη λειτουργία της επιχείρησης, προσωπικό.

Η τελευταία αυτή, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, εξάλλου, προέβη στις 20-01-2000, υπό την προμνησθείσα ιδιότητά της, ως ειδικής εκκαθαρίστριας, στη διακήρυξη δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για την πώληση εν συνόλω του ενεργητικού της προαναφερθείσας συνεταιριστικής οργάνωσης. Και τελικά η ίδια "ΑΤΕ Α.Ε.", πέραν των ιδιοτήτων της, ως πιστώτριας, του υπό εκκαθάριση συνεταιρισμού και ως ειδικής εκκαθαρίστριας, απέκτησε, κατά τον τρόπο αυτό και την ιδιότητα της πλειοδότριας στο πλαίσιο του οικείου διαγωνισμού, αντί τιμήματος 33.000.000.000 δραχμών (96.845.194,42 ευρώ), το οποίο θα καταβαλλόταν άμεσα σε μετρητά με την υπογραφή της σύμβασης, είτε από την ίδια, είτε από υφιστάμενη ή μέλλουσα να ιδρυθεί τότε εταιρία, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας θα συμμετείχε κατά πλειοψηφία η ανωτέρω τράπεζα.

Η ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία, μάλιστα, επέλεξε να μην αποκτήσει η ίδια απευθείας το ενεργητικό του Συνεταιρισμού, αλλά να αποκτήσει αυτό ανώνυμη εταιρία, την οποία θα ίδρυε και στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας θα συμμετείχε πλειοψηφικά, μαζί με άλλα μέλη του ομίλου της. Και πράγματι, στις 28-07-2000, η "ΑΤΕ Α.Ε.", από κοινού με την ανώνυμη εταιρία του ομίλου της με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ - ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" ίδρυσαν την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΓΝΟ", δυνάμει του υπ' αριθμ.

…/…-07-2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη. Το μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρίας, που είχε κατά μέγα μέρος όμοιο σκοπό με αυτόν του ως άνω Συνεταιρισμού, ορίστηκε στο ποσό των 25.000.000.000,00 δρχ. (ή 73.367.571,53 ευρώ) και συμφωνήθηκε να καλυφθεί κατά το ποσό των 24.900.000.000,00 δρχ. (ή 99,6%) από την "ΑΤΕ Α.Ε." και κατά το ποσό των 100.000.000,00 δρχ. (ή 0,4%) από την έτερη, κατά τα ως άνω, ιδρύτρια εταιρία, που ανήκε στον αυτό όμιλο.

Το ως άνω καταστατικό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, δυνάμει των υπ' αριθμ. …/…-08-2000 και …/…-08-2000 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης Ελένης Κετικίδου και Ιωάννη Κοτσανίδη αντιστοίχως. Η ανωτέρω εταιρία, αφού το καταστατικό της εγκρίθηκε και η ίδια έλαβε άδεια λειτουργίας, με την υπ' αριθμ. 17/11463/21-08-2000 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, καταχωρήθηκε στο τότε ΜΑΕ της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης στις 21-08-2000, σχετική δε ανακοίνωση πραγματοποιήθηκε στο υπ' αριθμ. 8071/31-08-2000 (ΦΕΚ τ.

ΑΕ & ΕΠΕ). Σημειωτέον, ότι 3.000 μετοχές εκ του συνόλου των 25.000.000 μετοχών, ονομαστικής αξίας εκάστης 1.000,00 δρχ., ήτοι μετοχές που αντιπροσώπευαν ποσοστό 0,012% μεταβιβάσθηκαν, εν τέλει, από την "ΑΤΕ Α.Ε." στον Γαλακτοκομικό Συνεταιρισμό Αγίου Αθανασίου, που κατέστη μέτοχος, κατά το αντίστοιχο ποσοστό, διαμορφωθέντος του τελικού ποσοστού συμμετοχής της "ΑΤΕ Α.Ε." σε 99,588%, πλέον ποσοστού 0,4%, κατά το οποίο εξακολούθησε να συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο "ΑΤΕ - ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", που ανήκε στον αυτό όμιλο με την "ΑΤΕ Α.Ε.".

Ακολούθως στις 28-09-2001, το μεν καταρτίστηκε η υπ' αριθμ. …/…-09-2001 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, μεταξύ της ιδρυθείσας εταιρίας "ΑΓΝΟ Α.Ε." και της ως άνω μετόχου της "ΑΤΕ Α.Ε.", δυνάμει της οποίας η δεύτερη παρέσχε στην πρώτη τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 8.551.000.000,00 δρχ., υπό τους ειδικότερα αναφερόμενους, στη σύμβαση, όρους, το δε καταρτίστηκε η σύμβαση μεταβίβασης όλου του ενεργητικού, του υπό ειδική εκκαθάριση συνεταιρισμού "ΕΑΣΘ -ΑΓΝΟ- ΣυνΠΕ", έναντι του προηγουμένως επιτευχθέντος τιμήματος των 33.000.000.000,00 δρχ., συνταχθέντος, σχετικώς, του υπ' αριθμ.

…/…-09-2001 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ελένης Αδάμου. Στην καταρτισθείσα, κατά τα ως άνω, δανειακή σύμβαση, ρητώς, αναφέρεται, ότι το δάνειο παρέχεται με σκοπό "τη συμπλήρωση του τιμήματος εξαγοράς του Ενεργητικού της ΕΑΣΘ ΑΓΝΟ (υπό ειδική εκκαθάριση) και την κάλυψη των εξόδων σύστασης και λειτουργίας, που έχει πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα, όσο και αυτών, που απαιτούνται, μέχρι την ολοκλήρωση της μεταβίβασης".

Δηλαδή, το δάνειο αυτό παρεσχέθη causa societatis, από την προαναφερθείσα απόλυτα κυρίαρχη μέτοχο και η σχετική βούληση αποτυπώθηκε, ευκρινώς και στη δανειακή σύμβαση. Η ως άνω δανειακή σύμβαση, εν συνεχεία τροποποιήθηκε, ως προς επιμέρους όρους της, με πρόσθετες, σε αυτήν, πράξεις. Με την κατάρτιση της εν λόγω δανειακής σύμβασης, η πολλαπλότητα των ρόλων της "ΑΤΕ Α.Ε." διευρύνθηκε, έτι περαιτέρω, αφού, πέραν όλων των προαναφερθεισών ιδιοτήτων της, μεταξύ των οποίων και αυτής της μετόχου της ιδρυθείσας εταιρίας με ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό της κεφάλαιο κατά 99,588%, απέκτησε και την ιδιότητα της δανείστριας της ίδιας εταιρίας στην προαναφερθείσα έκταση.

Επιπλέον, με το άρ. 10 της σύμβασης η ιδρυθείσα εταιρία ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση, έναντι της δανείστριάς της, και μετόχου της, να εκτελεί το σύνολο των τραπεζικών εργασιών της, μέσω της "ΑΤΕ Α.Ε." ή "εταιριών του ομίλου της (ασφάλιση, εισαγωγές εξοπλισμού, κίνηση κεφαλαίων κλπ)". Με τον ίδιο συμβατικό όρο η οφειλέτρια εκχώρησε στη δανείστρια το σύνολο των εσόδων της, για την εξυπηρέτηση των δόσεων του δανείου.

Με το αρ. 11 συμφωνήθηκε η δυνατότητα εγγραφής υποθήκης, μονομερώς, από τη δανείστρια τράπεζα, δυνάμει των προβλεπομένων στον ν. 4332/1929, ενώ στο άρ. 17 επιβεβαιώθηκε το δικαίωμα πρωτοπραξίας και γεωργικού ενεχύρου στα κινητά πράγματα της οφειλέτριας, κατά τα ομοίως προβλεπόμενα στον ως άνω νόμο. Ακολούθως, η ιδρυθείσα εταιρία άρχισε τη λειτουργία της, με το αυτό ενεργητικό, όπως άλλοτε και ο συνεταιρισμός και με το αυτό εργατικό και υπαλληλικό προσωπικό, όπως προηγουμένως και ο συνεταιρισμός.

Σύμφωνα με τον από 31-12-2001 ισολογισμό της 1ης χρήσης της εταιρίας, κατά τον ως άνω χρόνο (31-12-2001) ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός της εταιρίας ανερχόταν σε 7.859.298.536,00 δρχ., οι υποχρεώσεις της προς τους προμηθευτές της είχαν ήδη ανέλθει στο ποσό των 724.071.079,00 δρχ. και οι εν γένει υποχρεώσεις προς τρίτους στο ποσό των 9.763.293.729,00 δρχ.

Στη χρήση αυτή, μάλιστα, η εταιρία εμφάνισε ζημίες ύψους 921.315.097,00 δρχ. σε συνολικό κύκλο εργασιών 2.952.727.601,00 δρχ. Κατά τον αμέσως επόμενο, από 31-12-2002 ισολογισμό της 2ης χρήσης της εταιρίας, ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός της εταιρίας κατήλθε στο ποσό των 21.585.795,79 ευρώ (ή 7.355.359.915,44 δρχ.), οι υποχρεώσεις της, προς τους προμηθευτές της αυξήθηκαν, ανελθούσες στο ποσό των 2.260.661,02 ευρώ (ή 770.320.242,56 δρχ.), οι δε, εν γένει υποχρεώσεις προς τρίτους ανήλθαν από το ποσό των 28.652.366,04 ευρώ (ή 9.763.293.729,00 δρχ.), στο οποίο ανέρχονταν κατά το κλείσιμο της προηγούμενης χρήσης, στο ποσό των 35.028.543,45 ευρώ (ή 11.935.976.180,58 δρχ.).

Στη χρήση αυτή, μάλιστα, η εταιρία εμφάνισε ζημίες ύψους 14.149.976,82 ευρώ (ή 4.821.604.601,41 δρχ.) σε συνολικό κύκλο εργασιών 35.919.296,09 ευρώ (ή 12.239.500.142,66 δρχ.). Ωστόσο η ιλιγγιώδης αυτή σώρευση χρεών προς τρίτους και η αδυναμία διατήρησης της εταιρίας σε βιώσιμη τροχιά, οδήγησε τη Διοίκηση του βασικού της Μετόχου στην απόφαση της πώλησης των μετοχών της σε ιδιώτες επενδυτές.

Τελικά, στις 29-05-2003, μετά από δύο άκαρπους δημόσιους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε.- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." εξαγόρασε από την προμνησθείσα τράπεζα και την εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ - ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" το 99,99% των μετοχών της ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε., αντί καταβληθέντος τιμήματος 12.250.000,00 € (ή 4.174.187.500,00 δρχ.) και από το χρονικό σημείο αυτό ανήκουν σε ενιαίο Όμιλο Εταιριών.

Η μορφή αυτή σύνδεσης επιχειρήσεων δεν δημιουργεί ουσιαστικό δίκαιο συνδεδεμένων επιχειρήσεων, αφού η ισχύς της περιορίζεται στο δίκαιο της λογιστικής των ανωνύμων εταιριών. Η σύνδεση όμως αυτή θέτει, εκ των πραγμάτων, το ζήτημα της διαμόρφωσης της ευθύνης της εξουσιάζουσας εταιρίας. Διευκρινίζεται, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 3 του Ν. 2238/1994, συνδεδεμένες επιχειρήσεις θεωρούνται εκείνες, που συνδέονται με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής, της μιας στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση της άλλης ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο επιχειρήσεων.

Είναι προφανές, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε επιλογή, με την δυνατότητα της ίδρυσης του τύπου της κεφαλαιουχικής εταιρίας, για την άσκηση, μέσω αυτής, επιχειρηματικής δραστηριότητας, από την εταιρία ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ, με σκοπό η εταιρία να λειτουργήσει, ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της και για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης.

Με την από 29-05-2003 σύμβαση, εξάλλου, συμφωνήθηκε ο αγοραστής των μετοχών να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, ως νέος κυρίαρχος μέτοχος στην εταιρία, ώστε να μεταβιβασθούν, αιτία πώλησης και ορισμένα ακόμα εκ των ακινήτων της εταιρίας, προς την πωλήτρια τράπεζα έναντι προκαθορισθέντος τιμήματος. Περαιτέρω, με τον υπ' αριθμ. 7.3 όρο της σύμβασης αυτής, συμφωνήθηκε η "ΑΤΕ Α.Ε." να χορηγήσει προς την "ΑΓΝΟ ΑΕ" δάνειο, ύψους 10.000.000,00 ευρώ (ή 3.407.500.000,00 δρχ.), με εξαετή διάρκεια αποπληρωμής, διετή χαριστική περίοδο τόκων και κεφαλαιοποίηση των τόκων της περιόδου χάριτος, για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας της.

Έτσι σε εκτέλεση της υποχρέωσης αυτής καταρτίστηκε και η υπ' αριθμ. …/…-06-2003 σχετική δανειακή σύμβαση, με την οποία χορηγήθηκε στην "ΑΓΝΟ ΑΕ" δάνειο ύψους 10.000.000,00 ευρώ. Κατά τα λοιπά, με την υπ' αριθμ. …/…-10-2003 πρόσθετη Πράξη (της υπ' αριθμ. …/…-09-2001 δανειακής σύμβασης) συμφωνήθηκε η αναδιάρθρωση των χρεών της εταιρίας, με παραχώρηση ενεχύρου, επί όλων των υφισταμένων και μελλοντικών σημάτων της Εταιρίας, στα οποία αναφέρεται η λέξη ΑΓΝΟ ή AGNΟ, ενώ ο αγοραστής των μετοχών ανέλαβε έναντι της πωλήτριας τράπεζας και τη συμβατική υποχρέωση να πράξει παν αναγκαίο, ώστε η εταιρία να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου το αργότερο ως τις 30-06-2005 κατά το ποσό των 12.000.000,00 ευρώ, προκειμένου να είναι σε θέση να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις της.

Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, η υπ' αριθμ. …/…-06-2003 σύμβαση αποτελεί περίπτωση δανείου από την ΑΤΕ Α.Ε., ενταγμένου στον χρηματοδοτικό σχεδιασμό της εταιρίας, στο πλαίσιο του οποίου δεν τυγχάνουν εφαρμοστέοι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, οι κανόνες της υποκεφαλαιοδότησης.

Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται, η αναγκαιότητα της πραγματοποίησης της εν λόγω χρηματοδότησης του νομικού προσώπου της "ΑΓΝΟ", για την εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού και όχι, ως περιστατικό πραγματικής υποκεφαλαιοδότησης και χρησιμοποίησης, υπό της δεύτερης εναγομένης της νομικής προσωπικότητας της ανωτέρω εταιρείας, προς καταστρατήγηση του νόμου ή προς δολίαν αποφυγήν της εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της, έτσι ώστε να δικαιολογείται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας της πρώτης.

Άλλωστε το εν λόγω δάνειο, που έλαβε από το ως άνω τραπεζικό ίδρυμα προβλέπετο στην ίδια την σύμβαση εξαγοράς, που συνιστά το κατ' εξοχήν κρίσιμο σημείο, για την αξιολόγηση του οικείου περιστατικού και αποκρούει τη διάταξη του άρ. 281 ΑΚ. Λειτουργικά αυτή (σύμβαση δανείου) προσιδιάζει προς κεφάλαιο, το οποίο αντισταθμίζει τη προαναφερόμενη διαφαινόμενη σαθρή κεφαλαιακή δομή της χρηματοδοτούμενης εταιρίας.

Εδώ, η εταιρία χρηματοδοτήθηκε με ποσό, που ήταν εμφανώς αναγκαίο, κατά την έναρξη της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, με σκοπό την ενδυνάμωση της κεφαλαιουχικής της δομής, για να ικανοποιήσει τις μεσοπρόθεσμες χρηματοδοτικές της ανάγκες. Πολύ, δε, περισσότερο, στο πλαίσιο αυτής της οικονομικής θεώρησης, δεν υπόκειτο στον επιχειρηματικό κίνδυνο, διότι αυτό (δάνειο) δεν χορηγήθηκε σε περίοδο πιστοληπτικής αφερεγγυότητας της εταιρίας.

Υπό το πρίσμα, βέβαια, αυτό, δεν αποτελεί εντέλει και ζήτημα κύρωσης, λόγω της επίδειξης μίας επίμεμπτης εταιρικής συμπεριφοράς της βασικής μετόχου. Υπήρξε, δηλαδή, συμπερασματικά, συμμόρφωση της μητρικής εταιρίας "ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε", ως προς το ζήτημα του παραμερισμού της νομικής προσωπικότητας, με δύο κυρίως προϋποθέσεις:

α) οι επιβαλλόμενες, για την επιχείρηση εταιρικές διατυπώσεις τηρήθηκαν και β) η επιχείρηση στηρίζονταν σε επαρκή οικονομική βάση. Επομένως δεν διαπιστώνεται, κατά την σύσταση του ομίλου εταιρειών ανεπαρκής χρηματοδότηση (υποκεφαλαιοδότηση) της θυγατρικής επιχείρησης -που τίθεται ως κριτήριο επιβολή "προσωπικής" ευθύνης της εταίρου- για να εκπληρώσει τις προβλεπόμενες, για το μέγεθος και χαρακτήρα της, σχετικές υποχρεώσεις της, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής εξάρτησης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, με σχετικό λόγο της έφεσής τους.

Πολύ, δε, περισσότερο, αξιολογώντας παραπέρα την αρχική υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας "ΑΓΝΟ", μέσα από την, κατά τα προεκτεθέντα, σύσταση του νομικού της προσώπου, δεν αποδεικνύεται η συνδρομή πραγματικών περιστατικών, που καταδεικνύουν βούληση, για καταστρατήγηση διατάξεων και ότι η δεύτερη εναγόμενη έχει χρησιμοποιήσει, ως προκάλυμμα την "ΑΓΝΟ", για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.

Παρά το γεγονός, όμως, ότι, όταν η "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." αγοράστηκε από την δεύτερη εναγόμενη τον Ιούνιο του έτους 2003 η οικονομική της κατάσταση ήταν καλή, χαρακτηριζόμενη από απουσία χρεών, αναγνωρισιμότητα του σήματός της και υποστήριξη του καταναλωτικού κοινού, στην πορεία των ετών, όπως αποτυπώνεται λογιστικά, χειροτέρευσε, καθώς ουδέποτε εμφάνισε κερδοφορία, παρά το μεγάλο κύκλο εργασιών που κατέγραψε.

Από τον Αύγουστο του έτους 2012 άρχισε να μην ανταποκρίνεται στις οικονομικές της υποχρεώσεις, προς τους γαλακτοπαραγωγούς, οι οποίοι αποτελούσαν τους προμηθευτές της σε πρώτη ύλη. Ενώ αυτοί συνέχισαν να την προμηθεύουν με γάλα, η εταιρία σταμάτησε να τους εξοφλεί και είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η αδυναμία της να είναι συνεπής στην καταβολή μισθών.

Ενόψει της κατάστασης αυτής η "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε.", η δεύτερη εναγόμενη και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτών κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό κατάθεσης 37053/27-12-2012 αίτηση υπαγωγής της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." στο άρθρο 99 ΠτΚ (αίτηση εξυγίανσης).

Κατά το χρόνο εκείνο η οφειλή της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." στην δεύτερη εναγόμενη και κατ' ουσίαν ιδιοκτήτρια αυτής ανερχόταν στο ποσό των 13.561.933,38 ευρώ. Η παραπάνω αίτηση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 6402/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), η οποία δέχθηκε ότι "η εταιρία κατά το τελευταίο πριν τη συζήτηση της αίτησης χρονικό διάστημα τελούσε σε ιδιότυπη κατάσταση παύσης πληρωμών, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τις περιστάσεις και να υπαγορεύεται από τις ανάγκες της ίδιας, προκειμένου να εξυπηρετήσει ίδια συμφέροντα και τα συμφέροντα της εναγόμενης κυρίας μετόχου της, έβρισκε νέους προμηθευτές γάλακτος, προέβαινε σε πληρωμές τρεχόντων χρεών στους προμηθευτές ειδών συσκευασίας και καυσίμων, καθώς και σε μερικές καταβολές έναντι των δεδουλευμένων των εργαζομένων σε αυτή διασφαλίζοντας τη συνέχιση της παραγωγικής της δραστηριότητας, ενώ πάγωνε τις οφειλές παρελθόντων ετών προς προμηθευτές και τρίτους και, τελικά, ότι η εταιρία χρησιμοποιούσε τη διαδικασία εξυγίανσης ως μοχλό πίεσης έναντι των πιστωτών της εμφανίζοντας εκ προοιμίου δεδομένη τη σύμπραξη στη συμφωνία εξυγίανσης της μοναδικής ενέγγυας πιστώτριας της ΑΤΕ, αλλά και της κυριότερης ανέγγυας πιστώτριας της εναγόμενης, οι οποίες της διασφαλίζουν εν δυνάμει την απαιτούμενη εκ του νόμου πλειοψηφία για την υλοποίηση συμφωνίας εξυγίανσης με περιορισμό των οφειλών προς τους λοιπούς ανέγγυους προμηθευτές και τρίτους κατά 85%".

Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, η "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 16-7-2014 και με αριθμό κατάθεσης 15898/2014 αίτηση, με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 17980/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία η ανωτέρω εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ημέρα παύση πληρωμών η 27-10-2012.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης αυτής η εταιρία από τα τέλη Αυγούστου του 2012 δεν είχε οικονομική ρευστότητα, είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά χρέη της, δηλαδή σε κατάσταση παύσης πληρωμών, με αποτέλεσμα να κλονισθεί ανεπανόρθωτα η εμπορική της πίστη.

Από την 10-3-2013 η "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." έπαυσε την παραγωγική της δραστηριότητα. Περαιτέρω οι ενάγοντες -εκκαλούντες ισχυρίζονται (καταλογίζουν) καταχρηστική συμπεριφορά, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας και εμπορικής δράσης του νομικού προσώπου της εργοδότριάς τους, εκδηλωθείσα από μέρους της μητρικής επιχείρησης "ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε", προς καταστρατήγηση του εταιρικού θεσμού της πρώτης, για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, που δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ και δημιουργεί εις ολόκληρον συνευθύνη.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, διερεύνησης των κριτηρίων, που συνδέουν τον ισχυρισμό, για την κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας, που αξιώνει την κάμψη της αυτοτέλειας της "ΑΓΝΟ ΑΕ" και συνεπάγεται την θεμελίωση της ευθύνης της μητρικής, για τις υποχρεώσεις της θυγατρικής της, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Για την αναφερόμενη περίπτωση της ανάμιξης -σύγχυσης εταιρικής ταυτότητας, συναλλακτικής οργάνωσης και δράσης της εργοδότριας εταιρείας, ώστε να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, κρίνεται, ότι οι επιχειρηματικές εργασίες -συναλλαγές διεξάγονταν, κυρίως, σε εταιρική βάση, με εξαίρεση τις συναλλαγές του είδους ομιλικής λειτουργίας -συμπράξεως.

Από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται, ότι η θυγατρική εταιρεία αποτελούσε το alter ego της μητρικής. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι μετά την ως άνω εξαγορά οι δύο εταιρίες εξακολούθησαν να λειτουργούν αυτόνομα, αλλά συνεργαζόμενες, ως εταιρίες του ιδίου ομίλου, με την δεύτερη εναγόμενη να ασκεί κυριαρχική επιρροή (άρθρο 42 ε' παρ. 5 ν. 2190/1920), η δε θυγατρική εταιρία να τελεί, υπό την διοικητική και περιουσιακή εξάρτηση (όχι ταύτιση) της μητρικής, συνεπεία της δημιουργίας ομίλου, στα πλαίσια του οποίου αμφότερες λειτουργούσαν και δραστηριοποιούνταν, ενώ κάθε εταιρία διατηρούσε νομική και περιουσιακή αυτοτέλεια και υπεγγυότητα, έναντι των πιστωτών της (όπως θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω).

Καταστατικός σκοπός της ανώνυμης εμπορικής, κατά το τυπικό κριτήριο, εταιρίας (άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2190/1920) "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." είναι (α) η παραγωγή, αγορά, εκμετάλλευση και διάθεση γαλακτοκομικών, κτηνοτροφικών και αγροτικών γενικά προϊόντων, (β) η βιομηχανική επεξεργασία και διάθεση στην αγορά γάλακτος και των παραγώγων αυτού, καθώς και συναφών ή παρεμφερών προϊόντων, (γ) η παραγωγή και εμπορία παγωτών, χυμών, φρούτων και κάθε είδους τροφίμων και ποτών, (δ) η εκτροφή, παραγωγή και εμπορία ζώων, (ε) η εισαγωγή και εξαγωγή των παραπάνω προϊόντων και η αντιπροσώπευση οίκων εξωτερικού, σχετικά με τα προϊόντα αυτά και (στ) η άσκηση, κάθε άλλης δραστηριότητας ή επιχείρησης επωφελούς, για τον παραπάνω σκοπό της εταιρίας ή την αύξηση της περιουσίας της.

Καταστατικός σκοπός της δεύτερης εναγόμενης εκ του νόμου, εμπορικής εταιρίας "ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε.-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", είναι η βιομηχανική επεξεργασία και εμπορία γάλακτος, των παραγώγων, συναφών ή παρεμφερών ειδών αυτού, η παραγωγή και εμπορία τυροκομικών προϊόντων, καθώς και κάθε είδους τροφίμων και ποτών, η αντιπροσώπευση οίκων εσωτερικού και εξωτερικού, που παράγουν ή εμπορεύονται τα παραπάνω, η παραγωγή γάλακτος πρωτογενώς, αλλά και η παραγωγή άλλων προϊόντων του πρωτογενούς τομέα.

Τα δε εμπορικά σήματα των εταιρειών, που χρησιμοποιούσαν, ως ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα, εξατομικεύονταν και διακρίνονταν ονομαστικά οι δύο επιχειρήσεις, καθώς είναι δηλωτικές επωνυμίας της "ΑΓΝΟ", "ΚΟΛΙΟΣ". Ειδικότερα, η κάθε μία από τις εταιρίες είχε τις δικές της εγκαταστάσεις και εξοπλισμό και συγκεκριμένα η "ΑΓΝΟ ΑΕ" στο Λαγκαδά Θεσσαλονίκης σε ιδιόκτητο οικόπεδο και η δεύτερη εναγομένη στο Λινότοπο Κιλκίς, λειτουργούσε η κάθε μία με το δικό της προσωπικό και δίκτυο διανομής των προϊόντων, τη δική της οικονομική, λογιστική και διοικητική οργάνωση.

Η νομική εκπροσώπηση των δύο εταιριών υπήρξε κοινή με το Ν. Κ. του Δ. να έχει την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου σε αμφότερες τις εταιρίες. Το Διοικητικό Συμβούλιο της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." αποτελείτο από τους Ν. Κ. του Δ. Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, Α. Κ. του Δ. Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, Μ.

Κ. του Ν., Κ. Δ. του Α. και Χ. Κ. του Γ. μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο της "ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε." αποτελείτο από τους Ν. Κ. του Δ. Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, Η. Κ. του Δ. Α' Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, Α. Κ. του Δ. Β' Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, Φ. Κ. του Ν. και Μ. Κ. του Ν.

μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Από το έτος, όμως, 2009 και έπειτα, έως και τις 31-12-2014 συμμετείχαν στο Δ.Σ. της ΑΓΝΟ ΑΕ, δύο εργαζόμενοι, συνάδελφοι δηλαδή των εναγόντων, ο Κ. Δ., που ήταν επιφορτισμένος με το αντικείμενο της οικονομικής διεύθυνσης και ο Χ. Κ., ο οποίος είχε την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι όλων των αρχών και δικαστηρίων, για θέματα παραγωγής, καθώς και την ευθύνη παρακολούθησης της εφαρμογής των περιβαλλοντολογικών όρων στη λειτουργία της επιχείρησης από τις 9-10-2009, που εισήλθε στο Δ.Σ.

Μετά την εξαγορά οι ανωτέρω εταιρίες διαχώρισαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, η δεύτερη εναγόμενη σταμάτησε την παραγωγή γιαούρτης, μεταφέροντας όλο τον μηχανολογικό εξοπλισμό παραγωγής, που διέθετε στην "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε.", η οποία συνέχισε να παράγει μόνο γαλακτοκομικά προϊόντα, η δε δεύτερη εναγόμενη παρήγαγε έκτοτε μόνο τυροκομικά προϊόντα.

Ειδικότερα η νέα Διοίκηση της "ΑΓΝΟ ΑΕ" προχώρησε άμεσα σε αναδιοργάνωση της επιχείρησης. Ειδικότερα αναβάθμισε την ποιότητα αγοράς γάλακτος με βελτιωμένους ελέγχους και συστηματική παρακολούθηση των παραγωγών, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων, ενώ στη διάρκεια των ετών 2004-2011 έγιναν επενδύσεις ύψους 33.742.518,55 ευρώ.

Επιπλέον έγινε αντικατάσταση του μεγαλύτερου αριθμού των φορτηγών διανομής, αφού τα αυτοκίνητα ψυγεία, που χρησιμοποιούσε μέχρι την εξαγορά η ΑΓΝΟ, για την διανομή των προϊόντων της ήταν απαρχαιωμένα, κατεστραμμένα και αδυνατούσαν να διατηρήσουν την ψύξη, που είναι αναγκαία για την διακίνησή τους. Επεκτάθηκε το δίκτυο διανομής και διάθεσης σε όλη την Ελλάδα φτάνοντας τα δρομολόγια διανομής από 50, περίπου, στα 156.

Με σχετικό πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, συνολικού κόστους δέκα εκατομμυρίων ευρώ, αποχώρησε το υπεράριθμο προσωπικό, στο οποίο χορηγήθηκαν αποζημιώσεις αποχώρησης μεγαλύτερες των νομίμων και έτσι μειώθηκε το κόστος λειτουργίας της επιχείρησης, ως προς αυτή την παράμετρο, αφού οι εργαζόμενοι από 441 περιορίστηκαν σε 296.

Διαχωρίστηκαν λοιπόν και εξειδικεύτηκαν οι λειτουργίες των δύο εταιριών στον τομέα παραγωγής των προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε αφενός η εξειδίκευση της κάθε εταιρίας σε έναν τομέα και αφετέρου η αύξηση της παραγωγικότητας, της κάθε μιας από αυτές, με συνεπακόλουθη και την επίτευξη οικονομιών κλίμακας.

Κατά το έτος 2012 η "ΑΓΝΟ ΑΕ" απασχολούσε 376 άτομα και διέθετε μεγάλο δίκτυο συνεργατών, ανά την επικράτεια, για τη διανομή των προϊόντων της. Για την επίτευξη, όμως, καλύτερων αποτελεσμάτων, υπήρξε λειτουργική συνδιάρθρωση (όχι ταύτιση) των δύο εταιριών στα τμήματα διανομής και προμηθειών. Έγινε προσαρμογή των επιχειρήσεων στις ανάγκες προμήθειας, διάθεσης και προώθησης των προϊόντων τους.

Έτσι οι συμφωνίες, ιδίως με τις αλυσίδες των ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ, στα οποία, κατά το μεγαλύτερο όγκο τους διοχετεύονταν τα προϊόντα και των δύο εταιριών ή με τους προμηθευτές, γίνονταν από το ίδιο πρόσωπο, την περιφερειακή διευθύντρια Δ. Μακεδονίας, Δ. Ελλάδος, Πελοποννήσου της δεύτερης εναγομένης Φ. Τ., πρακτική, που είναι συνήθης στους ομίλους εταιριών.

Επίσης, για τον ίδιο σκοπό (μείωση του κόστους λειτουργίας και των δύο εταιριών) σε ορισμένες περιπτώσεις οι υπάλληλοι της μιας εταιρίας, που μετέβαιναν σε τόπο, όπου υπήρχαν κοινοί πελάτες και των δύο, εξυπηρετούσαν αμφότερες τις εταιρίες, κατά την είσπραξη των απαιτήσεων ή την επιστροφή των αδιάθετων προϊόντων, το μέρος όμως αυτό αποτελούσε ελάχιστο ποσοστό του συνολικού όγκου συναλλαγών των εταιρειών.

Χαρακτηριστικά οι εισπράξεις, που έκαναν υπάλληλοι της "ΑΓΝΟ ΑΕ", για λογαριασμό της "ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ" αποτυπώνονται σε 400 αποδείξεις, επί συνόλου 344.379 αποδείξεων, δηλαδή, ποσοστό έντεκα τοις χιλίοις (0,11%), ενώ τα δελτία επιστροφών, που παρέλαβαν υπάλληλοι της "ΑΓΝΟ ΑΕ", για λογαριασμό της "ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ" αποτυπώνονται σε 200 παραστατικά, επί συνόλου 74.845 τεμαχίων, δηλαδή ποσοστό είκοσι έξι τοις χιλίοις (0,26%).

Η ίδια κατάσταση εμφανίζεται και στις εντολές φόρτωσης, που υλοποιούσε η μία εταιρία, για λογαριασμό της άλλης, δηλαδή και εδώ το ποσοστό σε σχέση με το σύνολο των αντίστοιχων παραστατικών είναι ελάχιστο.

Εν προκειμένω, οι δύο εταιρίες είχαν κοινά συμφέροντα, για αυτό η δεύτερη εναγόμενη στήριξε οικονομικά την "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε.", για να την καταστήσει ανταγωνιστική, μειώνοντας το κόστος λειτουργίας της και ικανοποιώντας τα συμφέροντα αμφοτέρων. Ωστόσο, διαπιστώνεται, ότι η οικονομική πολιτική της συνδεδεμένης θυγατρικής επιχείρησης κατευθύνονταν στην εξυπηρέτηση, κατά κύριο λόγο των δικών της συμφερόντων.

Σχετικά, πάντως, με το ζήτημα αυτό, όλα τα παραπάνω περιστατικά κοινής εμπορικής πολιτικής συνιστούν συνηθισμένες, κανονικές και μη παθολογικές εκφάνσεις του πραγματικού και νομικού φαινομένου των συνδεδεμένων εταιριών, τα οποία δεν αναιρούν ούτε κάμπτουν τον -υπέρτερης δικαιοπολιτικής σκοπιμότητας- θεσμό της νομικής προσωπικότητας.

Συμπερασματικά, οι επιχειρηματικές εργασίες -συναλλαγές, των συνδεδεμένων επιχειρήσεων -με την εξαίρεση, που αφορά στην περίπτωση των ενδοομιλικών συναλλαγών στα τμήματα διανομής και προμηθειών- δεν αναμιγνύονταν, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες με σχετικό λόγο της έφεσης τους. Διευκρινίζεται, ότι για όλες τις σχετικές συναλλαγές ("ενδοομιλικές συναλλαγές"), οι δύο εταιρίες τηρούσαν τις προβλεπόμενες διατυπώσεις της φορολογικής νομοθεσίας, υποβάλλοντας στις αρμόδιες φορολογικές αρχές σχετικό φάκελο τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των Νόμων 3728/2012, 2238/1994, 4110/2013 και την Υπουργική Απόφαση Α2-8092/31-12-2008, όπως ισχύουν σήμερα, που προσδιορίζουν τους όρους τεκμηρίωσης των ενδοομιλικών συναλλαγών, σε συμμόρφωση προς τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ καθώς και το Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2006/C176/1, για την αντιμετώπιση του λεγόμενου "transfer pricing", [(βλ.

α) την από 27-9-2013 Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης Ανεξάρτητου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, Ι. Γ., που αφορά τον φορολογικό έλεγχο της διαχειριστικής χρήσης από 1-1-2012 έως 31-12-2012 (οικονομικό έτος 2013), β) Την από 30-9-2013 Έκθεση Φορολογικής Συμμόρφωσης Ανεξάρτητου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, Δ. Χ.ς, που αφορά τον φορολογικό έλεγχο της διαχειριστικής χρήσης από 1-1-2012 έως 31-12-2012 (οικονομικό έτος 2013), σύμφωνα με το άρθρο 82 § 5 του ν. 2338/1994 και γ) την υπ' αριθμ.

…/….-5-2015Έκθεση Μερικού ελέγχου Φορολογίας Εισοδήματος βάσει του άρθρου 66 του ν. 2238/1994 και των Α.Υ.Ο. ΠΟΛ. 1037 και 1081/2005, 1159/2011 και 1038/2012 του Υπουργείου Οικονομικών / Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων / Γενική διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης / Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων, που αφορά έλεγχο της εταιρίας "ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ", για τις διαχειριστικές περιόδους 2009, 2010 και 2011, σύμφωνα με την οποία "Δεν προέκυψε θέμα μη τήρησης της αρχής των ίσων αποστάσεων, για καμία από τις ανωτέρω διαχειριστικές περιόδους")].

Περαιτέρω, οι κατωτέρω αναφερόμενες πράξεις δεν συγκεντρώνουν το κριτήριο της ενότητας / ταύτισης των συνδεδεμένων ένδικων επιχειρήσεων μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την πρόκληση όμοιας, σχετικά, εντύπωσης στους τρίτους. Δεν διαπιστώνεται τέτοια ενότητα ιδιοκτησιακών συμφερόντων, ώστε οι δύο επιχειρήσεις του ομίλου να έχουν παύσει να εμφανίζονται προς τα έξω, ως χωριστά νομικά πρόσωπα.

Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι η "ΑΓΝΟ ΑΕ" και η δεύτερη εναγόμενη αποτελούν ξεχωριστές και αυτοτελείς νομικές οντότητες, η καθεμία έχει το δικό της οργανόγραμμα, που περιλαμβάνει τμήματα, που ξεκινούν από τη συλλογή γάλακτος, την παραγωγή των προϊόντων, το δίκτυο διανομής και διάθεσης, καθώς και τις αυτοτελείς διοικητικές υπηρεσίες, το δικό τους λογιστικό σύστημα και λογισμικό πρόγραμμα παρακολούθησης των συναλλαγών, που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια της άσκησης της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ετοιμάζουν και δημοσιεύουν ξεχωριστά οικονομικές καταστάσεις.

Μεταξύ τους, όπως προεκτέθηκε υφίσταται σχέση μητρικής - θυγατρικής εταιρίας, η οποία συνεπάγεται κάποιες νομικές υποχρεώσεις, όπως η υποχρέωση δημοσίευσης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της εναγόμενης, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η εταιρία "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." και φορολογικές υποχρεώσεις, όπως υποβολή πίνακα ενδοομιλικών συναλλαγών, από κάθε εταιρία ξεχωριστά, οι οποίες έχουν τηρηθεί.

Έχουν διακριτή περιουσιακή κατάσταση, με πάγιο εξοπλισμό, που παρακολουθείται στο μητρώο παγίων κάθε εταιρίας, με αποθέματα, που παρακολουθούνται στο ισοζύγιο αποθήκης κάθε εταιρίας, με απαιτήσεις, από πελάτες και γραμμάτια -επιταγές εισπρακτέα, που παρακολουθούνται διακεκριμένα και αναλυτικά σε ισοζύγια πελατών και ληξάρια αξιογράφων σε κάθε εταιρία.

Επίσης, υπάρχει διακριτή καταχώρηση και παρουσίαση των υποχρεώσεων κάθε εταιρίας στο ισοζύγιο γενικής λογιστικής και στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις. Οι συναλλαγές στο σύνολό τους υποστηρίζονται από εκδοθέντα παραστατικά, που συμφωνούν με τις λογιστικές εγγραφές, που διενεργήθηκαν στα φορολογικά βιβλία των εταιριών.

Η έμμεση χρηματοδοτική συνδρομή της "ΑΓΝΟ ΑΕ", δηλαδή, τόσο οι πληρωμές προκαταβολών από την εναγόμενη, για μελλοντικές αγορές προϊόντων όσο και η παροχή μακράς πίστωσης προς την "ΑΓΝΟ ΑΕ" προκύπτουν από πραγματικές συναλλαγές, που έλαβαν χώρα σε κάθε περίοδο και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η βασιμότητά τους.

Μάλιστα, οι φορολογικές αρχές καταλόγισαν τέλη χαρτοσήμου, για τις σχετικές συναλλαγές, κρίνοντας, ότι συνιστούν περίπτωση δανειοδότησης της θυγατρικής από τη μητρική εταιρία, γεγονός όχι ασυνήθιστο στις σχέσεις μεταξύ μητρικής και θυγατρικών εταιριών, το οποίο επιβεβαιώνει το πραγματικό των συναλλαγών (βλ.

σχετ. την από 11-12-2015 έκθεση της "Ε. ΚΑΙ Γ. ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΑΕ"). Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η οργανωτική δομή της "ΑΓΝΟ ΑΕ" και της εναγόμενης ήταν εντελώς διαφορετική, διαφορετικό και το σύνολο του προσωπικού των δύο εταιριών και δεν μπορεί να γίνει λόγος, για αποκλειστική διοίκηση, εκ μέρους της εναγόμενης στην "ΑΓΝΟ ΑΕ", στην πραγματικότητα, δε, η εναγόμενη συμμετείχε μερικά στη δομική οργάνωση της θυγατρικής της εταιρίας και στην εκτέλεση της πρακτικής και της καθημερινά ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η περιουσία τους είναι διακριτή, άλλως δεν θα είχε νόημα η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε.", αν η περιουσία τους ήταν κοινή. Η αυτοτέλεια αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αμφοτέρων των εταιριών, ήτοι μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς, καλύτερες τιμές αγοράς πρώτων υλών, μεγαλύτερη πρόσβαση σε νέους πελάτες, οικονομίες κλίμακας σε όλες τις παρεχόμενες υπηρεσίες από τρίτους, καλύτερη πρόσβαση σε δανεισμό.

Εν προκειμένω, η "ΑΓΝΟ ΑΕ" επωφελήθηκε με κεφάλαια, για τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού της, με πρόσβαση σε δανεισμό και εγγυήσεις, που παρείχε η εναγόμενη και με την προσωπική περιουσία των μελών της οικογένειας Κ.. Οι επιχειρηματικές συμπράξεις, για την επίτευξη οικονομίας κλίμακος αποτελεί συνήθη εμπορική πρακτική, που αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων όλων των επιχειρηματικών οντοτήτων, που συμπράττουν. Η διατήρηση της αυτοτέλειας των ανωτέρω εταιριών, όπως προεκτέθη, ήταν προς το συμφέρον αμφοτέρων. Στην πραγματικότητα λειτούργησε προς όφελος της "ΑΓΝΟ ΑΕ". Ειδικότερα, η μη συνένωση σε ενιαίο νομικό πρόσωπο εξυπηρέτησε πολύ περισσότερο τα οικονομικά συμφέροντα της "ΑΓΝΟ ΑΕ". Στην περίπτωση της συγχώνευσης των δύο εταιριών σε ενιαίο νομικό πρόσωπο, η πάγια χρηματική διευκόλυνση 7.000.000 - 10.000.000 ευρώ, κατά τα έτη 2010-2014, αλλά και πριν θα ήταν σίγουρα λιγότερη και πάντως θα ήταν υπέρ ενός ενιαίου νομικού προσώπου.

Συνεπώς, δεν υπήρξε μεταξύ τους καμία σχέση απόλυτης κυριαρχικής εξάρτησης και εικόνα ταυτίσεως προς τα έξω. Συνακόλουθα, ο λόγος της έφεσης, ότι ο χωρισμός της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγομένων εταιρειών ήταν τυπικός και, παρά την ύπαρξη δύο εταιρειών, οι τελευταίες εμφανίζονταν προς τα έξω, ότι ασκούν μία ενιαία επιχείρηση, υπήρχε δε οικονομική ταύτιση τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ακόμη, αναφορικά με την επίκληση, ότι συνέτρεχε το κριτήριο της επιγενόμενης συστηματικής ανεπαρκούς υποχρηματοδοτήσεως της ΑΓΝΟ, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της, που δικαιολογούσε τη συνεχή διατήρηση συγκεκριμένου καθ' ύψος ποσού χρηματοδότησης και την καθιστούσαν "επιβεβλημένη" αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της θυγατρικής εταιρίας ΑΓΝΟ, υπό τη νέα διοίκηση, η μητρική εταιρία (δεύτερη εναγομένη ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε.) διέθετε συνεχώς κεφάλαια, για τη στήριξή της. Ειδικότερα κατέβαλε μετρητά σε τρεις ισόποσες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που διενεργήθηκαν (στην ΑΓΝΟ), για τη στήριξη της ρευστότητάς της, με τις από 24 Ιουνίου 2006, 8 Ιανουαρίου 2009 και 30 Ιουνίου 2011 αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, κατά 4 εκατομμύρια ευρώ την κάθε φορά και συνολικού ύψους 12.000.000 ευρώ.

Παρείχε, κατά μέσο όρο και σε ετήσια βάση, ανοικτή πίστωση, με τη μορφή της προκαταβολής του τιμήματος, για μελλοντική αγορά προϊόντων, που κυμαινόταν μεταξύ 7.000.000 και 10.000.000 ευρώ. Την παροχή της πίστωσης αυτής επιβεβαίωσε και το "Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων" της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων στον έλεγχο που διενήργησε στο ταμείο της θυγατρικής εταιρίας ΑΓΝΟ, "θεωρώντας όμως τη χρηματοδότηση όχι προκαταβολή έναντι μελλοντικής αγοράς προϊόντων, αλλά δανειοδότηση, η επιβεβαίωση δε αυτή αποτυπώθηκε στην υπ' αριθ.

… Έκθεση Πλήρους Ελέγχου Προσδιορισμού Τελών Χαρτοσήμου". Ωστόσο η συμμετρία κινδύνων και ωφελειών, είναι βέβαιο, ότι δεν διαταράχθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός, ότι τα προϊόντα της, η δεύτερη εναγόμενη πωλούσε προς την ΑΓΝΟ με κέρδος 2,11% και αγόραζε τα προϊόντα της τελευταίας με κέρδος γι' αυτήν (ΑΓΝΟ) 7,72%, καθ' όλη τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος 2003-2012.

Δηλαδή, κατά τη σύναψη των συμβάσεων αυτών το τίμημα ή αντάλλαγμα δεν ορίζονταν σε ποσό αδικαιολογήτως ανώτερο ή κατώτερο, κατά περίπτωση, από εκείνο που θα επιτυγχάνετο, αν η σύμβαση είχε συναφθεί με άλλο πρόσωπο, κατά τις κρατούσες στην αγορά συνθήκες, κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως. Οι, από τις κατά τον ανωτέρω τρόπο παροχής πιστώσεων από τη δεύτερη εναγομένη προς την ΑΓΝΟ ΑΕ, υποχρεώσεις της τελευταίας προς την πρώτη, αντιπροσώπευαν κατά το έτος 2010 το 16,14% του συνόλου των υποχρεώσεων και το 31,79% των ανέγγυων υποχρεώσεων, δηλαδή, των λοιπών, εκτός εκείνων, που αφορούσαν υποχρεώσεις προς δημόσιο, ασφαλιστικούς φορείς, πιστωτικά ιδρύματα και προς τους εργαζομένους.

Οι αντίστοιχες υποχρεώσεις ανέρχονταν, κατά το έτος 2011 σε 38,05%, κατά το έτος 2012 σε 7,43% και 14,39%, κατά το έτος 2013 σε 8,89% και 19,08% και κατά το έτος 2014 σε 8,64% και 18,48%. Στο χρονικό αυτό διάστημα η ΑΓΝΟ κατόρθωσε να υπερδιπλασιάσει τον κύκλο εργασιών της, με αύξηση των πωλήσεων από 33.000.000 ευρώ το έτος 2003, περίπου σε 87.000.000 ευρώ το έτος 2011 και να περιορίσει τις ζημίες, οι οποίες από 14.000.000 ευρώ που ήταν το 2002 μειώθηκαν σε 1.000.000 ευρώ το 2009.

Πίσω από αυτόν τον μηχανισμό αποκατάστασης βρίσκεται η αρχή της εύλογης κατανομής κινδύνων, μεταξύ εταίρων και δανειστών της εταιρίας. Όπως προεκτέθηκε στην κρίση (πορίσματα) της φορολογικής αρχής δεν υπάρχουν παρατηρήσεις τεκμηρίωσης τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών υπερτιμολογήσεων -υποτιμολογήσεων.

Αντιθέτως, από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, αποδεικνύεται, ότι η ως άνω συμπεριφορά της βρίσκεται στο επίκεντρο των κανόνων της ονομαστικής υποκεφαλαιοδότησης. Συνακόλουθα, ο λόγος της έφεσης, ότι η βασική μέτοχος -εταίρος δανείστρια επιδίωκε, μέσω της υποτιθέμενα ανεπίτρεπτης υποχρηματοδότησης την αθέμιτη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου στις πλάτες των υπόλοιπων πιστωτών, όπου ενήργησε με σκοπό προξενήσεως ζημίας προς βλάβη των τρίτων δανειστών, μεταξύ αυτών και των εναγόντων -εργαζομένων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ακολούθως, αποδείχθηκε, ότι περί τα τέλη του έτους 2012, με τη μεγάλη, λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, ύφεση εμφανίστηκε έλλειμμα ρευστότητας σε όλες τις επιχειρήσεις και ειδικότερα σε επιχειρήσεις τροφοδοσίας, σε αλυσίδες υπεραγορών, λαμβανομένου υπόψη, ότι περιορίστηκε σημαντικά, αν δεν έπαυσε εντελώς, η παροχή δανείων από τις τράπεζες, με συνέπεια να επηρεαστεί και η δεύτερη εναγόμενη (ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ), ώστε να μην μπορεί να συνδράμει, πλέον, στην ενίσχυση της ΑΓΝΟ, με παροχή πιστώσεων ή αντίστοιχα άλλες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και δικαιολογούν την μη διατήρηση (υποχώρηση) της χρηματοδότησης.

Το 2012 εμφάνιζε ζημίες 6.207.000 ευρώ. Έτσι η ΑΓΝΟ αντιμετώπισε σοβαρότατα προβλήματα ταμειακής ρευστότητας, λαμβανομένου υπόψη, ότι η, από τον τραπεζικό τομέα, παροχή προς αυτήν κεφαλαίων είχε ήδη αποκλειστεί, πριν από την εξαγορά της από την εναγόμενη, λόγω της επισφαλούς οικονομικής της θέσης. Η ίδια τελούσε σε ασφυκτική οικονομική εξάρτηση από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΤΕ Α.Ε.", έχοντας αντλήσει το σύνολο της τραπεζικής της χρηματοδότησης από αυτήν.

Αν δεν είχαν λάβει χώρα οι χρηματικές διευκολύνσεις από την δεύτερη εναγόμενη η "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." θα κατέρρεε σε προγενέστερο χρόνο. Η επιλογή της στήριξης της ρευστότητας υποδηλώνει, ότι τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2012 η "ΑΓΝΟ ΑΕ" προσδοκούσε βάσιμα τη σταθεροποίηση των οικονομικών της μεγεθών, με τη στήριξη της δεύτερης εναγόμενης.

Επιπλέον, η τελευταία, αξιοποιώντας την προνομιακή της πληροφόρηση, για τα τεκταινόμενα στην εταιρία, λόγω της ιδιότητάς της ως μετόχου, δεν εξασφάλισε, στην προκειμένη περίπτωση, εμπράγματη εξασφάλιση της προερχόμενης, από έμμεση χρηματοδότηση της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε.", απαίτησής της, που ανερχόταν την 31-12-2014 στο ποσό των 9.385.694,16 ευρώ, έναντι των άλλων πιστωτών.

Ενόψει της κατάστασης αυτής, στις 27-12-2012 η "ΑΓΝΟ ΑΕ" κατέθεσε, όπως προεκτέθηκε, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αίτηση υπαγωγής της στη διαδικασία, εξυγίανσης και λήψης προληπτικών μέτρων των άρθρων 99 και 100 του Ν. 3588/2007 και στην συνέχεια με την υπ' αριθμόν 17980/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ημέρα παύσης πληρωμών η 27-10-2012.

Η μη κήρυξή της σε πτώχευση σε προγενέστερο χρόνο, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί, ως περιστατικό αξιολόγησης της υποκεφαλαιοδότησης και τούτο διότι, η συνέχιση της δραστηριότητας της αφερέγγυας εταιρείας γίνεται από οικονομική άποψη αποκλειστικά σε βάρος και με κίνδυνο των εταιρικών πιστωτών. Οι εταιρικοί δανειστές θα έχουν ως υπέγγυα ολοένα και μικρότερη εταιρική περιουσία και ολοένα και περισσότερους συντρέχοντες πιστωτές, όσο η αφερέγγυα εταιρεία συνεχίζει την παραγωγική δραστηριότητα και λειτουργία της.

Υπό το πρίσμα αυτό, δεν συνέτρεξε ευθύνη, λόγω παρέλκυσης της πτώχευσης αλλά ούτε και ευθύνη, λόγω πρόκλησης της πτώχευσης (ΠτωχΚ 98 § 2, υπαίτια πρόκληση της πτώχευσης). Επομένως, η, κατά τα ανωτέρω, υποχρηματοδότηση της "ΑΓΝΟ ΑΕ", δεν λειτούργησε ανεπίτρεπτα και ως όχημα, που προκαλεί ζημιά στους εταιρικούς δανειστές, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες -εκκαλούντες.

Περαιτέρω, ως προς το κριτήριο της πολιτικής των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, η οποία δεν κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση, κατά κύριο λόγο, των δικών τους συμφερόντων, αλλά μάλλον στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της "εξουσιάζουσας" επιχείρησης "ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ" πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα, για τον παραμερισμό της νομικής προσωπικότητας της "ΑΓΝΟ ΑΕ" και τη κατάφασης της ευθύνης της βασικής μετόχου της, έναντι τρίτων, για τις εταιρικές υποχρεώσεις:

Η διατήρηση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των ανωτέρω εταιριών αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων, αμφοτέρων, αλλά τελικά ευνόησε την "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε.", παρατείνοντας την οικονομική και εμπορική βιωσιμότητά της. Επομένως, η εναγόμενη στήριξε οικονομικά την "ΑΓΝΟ ΑΕ", για την επιβίωσή της, υπήρξε δε μεγάλη ανέγγυα πιστώτρια αυτής, με ποσοστό, σε σχέση με το σύνολο των ανέγγυων υποχρεώσεών της 14,39% την 31-12-2012, 19,08% την 31-12-2013, 18,48% την 31-12-2014.

Συνεπώς, μετά τον χωρισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας των δύο εταιριών η "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." με συνεχή χρηματοδότηση από την εναγόμενη διατήρησε επαρκές εταιρικό κεφάλαιο, χωρίς να επέλθει σύγχυση στα περιουσιακά στοιχεία των εν λόγω εταιριών, εξαιτίας ανεπαρκούς χρηματοδότησης ή μεταφοράς, αθέμιτης στους δανειστές της θυγατρικής εταιρίας, των κινδύνων από την επιχειρηματική δραστηριότητα της μητρικής.

Επίσης, η δεύτερη εναγόμενη δεν μετέφερε χρηματικά ποσά ή περιουσιακά στοιχεία (μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία) της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." σε τρίτους. Τα με αριθμό κυκλοφορίας …, …, …, …, ..., …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, … φορτηγά της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." αγόρασε η δεύτερη εναγόμενη στις αρχές Δεκεμβρίου 2012, με τίμημα ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 386.220,00 ευρώ, ήτοι, μεγαλύτερο της τρέχουσας εμπορικής αξίας τους, το οποίο καθιστούσε απαγορευτική την εκδήλωση αγοραστικού ενδιαφέροντος από τρίτους και αδύνατη την εξεύρεση άλλων αγοραστών, ενώ η αξία κτήσης, κατά την αποπληρωμή της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, δυνάμει της οποίας η "ΑΓΝΟ ΑΕ" τα απέκτησε, ανερχόταν στο ποσό των 114.384,57 ευρώ.

Επιπλέον, η παραπάνω μεταβίβαση είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της οικονομικής εικόνας της "ΑΓΝΟ ΑΕ", μέσω της μείωσης της οφειλής της, στην δεύτερη εναγόμενη. Η δε παραχώρηση από την ΑΓΝΟ προς την δεύτερη εναγόμενη της άδειας, για χρήση του σήματός της στις 20-12-2012, κατά τη σχετική σύμβαση δεν είναι αποκλειστική, γεγονός, που επιτρέπει στην ίδια την ΑΓΝΟ, αφενός μεν να εξακολουθήσει να κάνει χρήση αυτού, αφετέρου δε να παραχωρήσει έναντι ανταλλάγματος τη χρήση του σήματος σε τρίτους.

Ούτε όμως το μικρό ύψος του αντιτίμου (royalties) από τη χρήση του σήματος (ποσοστό 0,5% επί του τζίρου των πωλουμένων προϊόντων, που θα έφεραν το σήμα της ΑΓΝΟ) μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα, δεδομένου, ότι η αξία της χρήσης του σήματος, λόγω της οικονομικής κατάστασης της "ΑΓΝΟ ΑΕ", η οποία μετά από σύντομο χρονικό διάστημα κηρύχθηκε σε πτώχευση και του περιορισμού της δραστηριότητάς της, ήταν ήδη μειωμένη.

Συναφώς στην περίπτωση της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." η δεύτερη εναγόμενη δεν ίδρυσε μια εταιρία με περιουσία ανεπαρκή, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που θα αναλάμβανε στο μέλλον, ούτε την αποψίλωσε από τα περιουσιακά της στοιχεία, αλλά αντίθετα εξαγόρασε μία κρατικής προέλευσης και κρατικής νοοτροπίας ζημιογόνο εταιρία, χωρίς πιστοληπτική ικανότητα και προσπάθησε ποικιλοτρόπως και με δυνατότητα καθοριστικής επίδρασης στη δραστηριότητά της, να την εξυγιάνει, ωστόσο η προσπάθεια αυτή απέτυχε.

Επομένως, η απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." από την δεύτερη εναγόμενη έγινε με σκοπό τη συνέχιση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, την αξιοποίηση της πολυετούς παρουσίας της στην αγορά και της αναγνωρισιμότητάς της, ενώ η δεύτερη εναγόμενη στήριξε διαχρονικά οικονομικά την "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε.", η περιουσία τους, δε, είναι διακριτή και δεν έγινε προσπάθεια απογύμνωσης των περιουσιακών στοιχείων της θυγατρικής εταιρίας, από τη μητρική εναγόμενη.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε, ότι η δεύτερη εναγόμενη στόχευσε στην οικονομική καταστροφή της θυγατρικής της εταιρίας, διαφορετικά, εφόσον προϋπήρχε αυτός ο σχεδιασμός, δεν θα είχε επενδύσει τα παραπάνω χρηματικά ποσά, για την οικονομική ενίσχυση και επέκταση της θυγατρικής. Οι παραπάνω ενέργειες επιφέρουν οικονομική εξάρτηση και όχι άρση αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των εταιριών.

Άλλωστε, ο κύκλος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." έκλεισε και η προσπάθεια της εναγόμενης να διατηρήσει τη βιωσιμότητά της ολοκληρώθηκε με οφειλή της "ΑΓΝΟ ΑΕ" στην εναγόμενη ύψους 9.385.694,16 ευρώ, προερχόμενη από την έμμεση χρηματοδότηση και την παροχή πιστώσεων, που δέχθηκε η εταιρεία από την εναγόμενη, διότι δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από το τραπεζικό σύστημα, καθώς αυτή προμήθευε την "ΑΓΝΟ ΑΕ", με γάλα, που προμηθευόταν από το δίκτυο προμηθευτών, που διέθετε και οι οποίοι δεν ήταν διατεθειμένοι να αλλάξουν αγοραστή.

Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται, ότι η ανάμιξη και ταύτιση της εταιρικής και "προσωπικής" περιουσίας της βασικής μετόχου είναι τέτοια, που να δικαιολογεί την αρχή του χωρισμού της νομικής προσωπικότητας, των εταιρειών. Τα πάγια στοιχεία, κάθε εταιρίας, δηλαδή, της δεύτερης εναγομένης (μητρικής) και της ΑΓΝΟ (θυγατρικής), όπως αυτά αποτυπώνονται στα μητρώα των παγίων της κάθε εταιρίας, όπου εμφανίζονται το καθένα ξεχωριστά, με την ημερομηνία απόκτησής του και την αξία του, είναι διαφορετικά, με εξαίρεση ένα ακίνητο στον Ά.

Μ. Χ.. Το σύνολο της αξίας των παγίων, για κάθε εταιρία ανερχόταν, κατά τα έτη 2010-2014, για μεν την δεύτερη εναγόμενη σε 25.834.067,10 ευρώ κατά το έτος 2010, σε 23.696.967,42 ευρώ κατά το έτος 2011, σε 20.384.204,56 ευρώ κατά το έτος 2012, σε 19.249.974,35 ευρώ κατά το έτος 2013 και σε 18.956.673,97 ευρώ κατά το έτος 2014, ενώ για την ΑΓΝΟ σε 35.928.993,64 ευρώ κατά το έτος 2010, σε 33.502.939,15 ευρώ κατά το έτος 2011, σε 30.227.899,51 ευρώ κατά το έτος 2012, σε 27.230.780,71 ευρώ κατά το έτος 2013 και σε 27.230.780,70 ευρώ κατά το έτος 2014 (βλ.

σχετ. ισολογισμούς της εταιρίας, που εμφανίζουν την πραγματική κατάσταση της εταιρικής περιουσίας). Όσον αφορά το ακίνητο στον Ά. Μ. Χ., αυτό έχει συνολική έκταση 112.161 τ.μ. και έχει αγοραστεί κατά ποσοστό 70% το 1997 και κατά ποσοστό 30% το 2000, από τον διευθύνοντα σύμβουλο της δεύτερης εναγομένης Ν. Κ. με τρία συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Βαλσαμούλη -Καλιγκάτση (υπ' αριθ.

…, … και …), που μεταγράφηκαν νόμιμα. Με το υπ' αριθ. …/2004 προσύμφωνο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, ο Ν. Κ. ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην ΑΓΝΟ ΑΕ το 60% του εν λόγω ακινήτου έναντι τιμήματος 5.064.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε, ενώ παρασχέθηκε στην, εκ προσυμφώνου αγοράστρια το δικαίωμα της υλοποίησης της οριστικής μεταβίβασης της κυριότητας με αυτοσύμβαση.

Το υπόλοιπο 40% του ακινήτου εισφέρθηκε στην δεύτερη εναγομένη, για τη απόκτηση μετοχών της αντίστοιχης αξίας από τον Ν. Κ.. Το όλο ακίνητο εκτιμήθηκε από την επιτροπή του άρθρου 9 του Ν. 2190/1920 στα 10.000.000 ευρώ. Με τις με αριθμούς 4765/2007, 10965/2010, 10996/2010 και 3291/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, επί του άνω ακινήτου, υπέρ της τράπεζας EFG Eurobank Εργασίας Α.Ε.

συνολικού ύψους 9.800.000 ευρώ, για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της "ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε.", υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο Ν. Κ.. Ακολούθως επήλθε άρση των βαρών αυτών, λόγω εξόφλησης των απαιτήσεων, υπέρ των οποίων είχαν εγγραφεί, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους, παρέμειναν, δε, τελικά προσημειώσεις, ύψους 2.800.000 ευρώ, που βρίσκονται σε πλήρη αντιστοίχιση με το 40% εξ αδιαιρέτου, που κατέχει η δεύτερη εναγομένη "ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ" και καλύπτονται, πλήρως, από την αξία του εν λόγω ποσοστού.

Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, ότι η αγορά της ως άνω ιδανικής μερίδας (60%) του ακινήτου αποκλειστικής κυριότητας του διευθύνοντος συμβούλου της, από την εταιρεία "ΑΓΝΟ ΑΕ" συνιστά επέμβαση στην δεσμευμένη, για την εκπλήρωση του σκοπού της περιουσία της, αφού θιγόταν το κεφάλαιο κίνησης της εταιρείας ποσού 5.064.000 ευρώ και πρέπει να αντιμετωπισθεί, ως ειδική περίπτωση "καταστροφικής επέμβασης" στην εταιρική περιουσία, με τη μορφή της υποκεφαλαιοδότησής της.

Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση η τυχόν καταστροφική επέμβαση φέρεται, ότι προκλήθηκε απευθείας από τον διευθύνοντα σύμβουλο του Ομίλου Ν. Κ., που "ιδιοποιείται", για σκοπούς ξένους προς τον εταιρικό, την περιουσία της εταιρείας "ΑΓΝΟ ΑΕ". Στην περίπτωση αυτή επέμβασης, την αξίωση αποζημίωσης αποκτά η ίδια η εταιρεία ΑΓΝΟ, επειδή της αφαιρούνται περιουσιακά στοιχεία, (ενταγμένα στον χρηματοδοτικό σχεδιασμό, για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας της), ενώ δεν πρόκειται, για υποκεφαλαιοδότησή της.

Μόνο στην περίπτωση της υποκεφαλαιοδότησης, η αξίωση αποζημίωσης ανήκει απευθείας στους εταιρικούς δανειστές.

Συνεπώς η επιβολή σχετικής ευθύνης δεν θεμελιώνεται σε διατάξεις εταιρικού δικαίου, αλλά ενδεχομένως στις διατάξεις περί αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας (919 ΑΚ) και θα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων, τον οποίο επαναφέρουν με λόγο της έφεσής τους. Περαιτέρω η συμψηφιστική απόσβεση οφειλών της δεύτερης εναγομένης, προς την "ΑΓΝΟ ΑΕ", έναντι μέρους αντίστοιχων οφειλών της τελευταίας, προς την πρώτη, κατά το χρόνο, που είχε υποβληθεί η αίτηση, για θέση της "ΑΓΝΟ ΑΕ" σε διαδικασία εξυγίανσης, είναι κάτι, που θα μπορούσε οποιοσδήποτε οφειλέτης και δανειστής ταυτόχρονα της ΑΓΝΟ να πράξει, αν οι δύο απαιτήσεις συνυπήρξαν, σύμφωνα με τα άρθρα 440 επ.

ΑΚ. Το συμβατό μιας τέτοιας ενέργειας, με τις διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου θα κριθεί, κατά την πτωχευτική διαδικασία και δεν είναι ζήτημα άρσης αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της ΑΓΝΟ. Τέλος οι εκκαλούντες -ενάγοντες καταλόγισαν στο πρόσωπο της ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ πλημμελή συμπεριφορά της μητρικής, προς την θυγατρική της, υπό την μορφή παροχής εγγυήσεων και εγγραφής προσημειώσεων στο ακίνητο, επί του οποίου υπάρχουν οι εγκαταστάσεις της, εκ μέρους της ΑΓΝΟ, προς την Αγροτική Τράπεζα, για χρηματοδότηση της τελευταίας, προς την μητρική της δεύτερη εναγομένη.

Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό των εκκαλούντων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το έτος 2008, η "ΑΓΝΟ" κατήρτισε έγγραφη σύμβαση, με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ Α.Ε.", με την οποία εγγυήθηκε την αποπληρωμή των χρεών, της βασικής μετόχου της, έναντι της προαναφερθείσας τράπεζας, από σχετική σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με αλληλόχρεο λογαριασμό, μεταξύ της τελευταίας και της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε. - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.".

Συγκεκριμένα, στις 27-02-2008, μεταξύ των ως άνω τριών εταιριών καταρτίστηκε η υπ' αριθμ. …/…-02-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό, αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 5.000.000,00 ευρώ, στο πλαίσιο της οποίας η μεν ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ" συνεβλήθη ως πρωτοφειλέτρια, η δε "ΑΓΝΟ ΑΕ", όπως και ο ίδιος ο Ν.

Κ., ως εγγυητές, για την εκπλήρωση των απορρεουσών οικονομικών υποχρεώσεων της πρώτης, από την εν λόγω σύμβαση. Η εγγυήτρια, μάλιστα, ρητώς αναφέρθηκε στην οικεία σύμβαση, ότι παρέχει υποθήκη στο ακίνητό της στον … (14° χλμ. της οδού …) μέχρι του ποσού των 5.000.000,00 ευρώ, για την εξασφάλιση της, σε βάρος της, απαίτησης (βλ.

στο προοίμιο της σύμβασης και άρ. 23 της σύμβασης), ενώ ρητά επιβεβαιώθηκε στο άρ. 13 της σύμβασης, η δυνατότητα της πιστοδότριας τράπεζας να εγγράψει και μονομερώς υποθήκη σε ακίνητο της πρωτοφειλέτριας ή των εγγυητών, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρ. 12 παρ. 1 του ν. 4332/1929, προς εξασφάλιση της απαίτησής της.

Στο άρ. 18 της ενιαίας σύμβασης, που αφορά ειδικότερα στην εγγύηση, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι οι εγγυητές παραιτούνται, από την ένσταση της δίζησης (άρ. 855-857 ΑΚ) και το δικαίωμα του άρ. 858 ΑΚ. Ακολούθως, μεταξύ των ιδίων ως άνω, καταρτίστηκε η υπ' αριθμ. …/…-02-2008 Πρόσθετη Πράξη σύμβασης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με διατραπεζικό επιτόκιο Euribor, με την οποία επήλθαν επιμέρους, ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις στη σύμβαση, ιδία, ως προς το επιτόκιο, καθώς και η υπ' αριθμ.

…/…-08-2008 Πρόσθετη Πράξη μεταβολής ύψους και παράτασης ισχύος πιστοδοτικού ορίου σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό 10.000.000 ευρώ, δυνάμει της οποίας η διάρκεια ισχύος του πιστοδοτικού ορίου επεκτάθηκε από τις 31-01-2009 στις 31-07-2009 και το πιστοδοτικό όριο αυξήθηκε στα 10.000.000 ευρώ, πέραν επιμέρους μεταβολών, ως προς το επιτόκιο και έτερους επουσιώδεις όρους.

Με τον υπ' αριθμ. 5 στ. α' όρο της εν λόγω Πρόσθετης Πράξης, μάλιστα, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "η διασφάλιση της πίστωσης θα γίνει με εγγραφή υποθήκης για το ποσό της αύξησης του πιστοδοτικού ορίου, ήτοι για πέντε εκατομμύρια ευρώ (5.000.000,00) στα ακίνητα της ΑΓΝΟ Α.Ε. σε συνέχεια των ήδη υφισταμένων διασφαλίσεων για τις οφειλές της ΑΓΝΟ Α.Ε.".

Με την υπ' αριθμ. …/…-02-2010 Πρόσθετη Πράξη στην ως άνω σύμβαση, που καταρτίστηκε, μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων, παρατάθηκε εκ νέου μέχρι τις 31-08-2010 η διάρκεια της ισχύος του πιστοδοτικού ορίου, το οποίο μειώθηκε, κατά τα λοιπά σε 7.000.000,00 ευρώ, διατηρηθεισών των παρασχεθεισών ασφαλειών. Με την υπ' αριθμ.

…/…-12-2011 Πρόσθετη Πράξη στην ως άνω σύμβαση, η διάρκεια της ισχύος του πιστοδοτικού ορίου παρατάθηκε μέχρι τις 31-08-2012, ενώ συμφωνήθηκε και η σταδιακή μείωση του ορίου αυτού κατά 2.000.000,00 ευρώ, σύμφωνα, με τα ειδικότερα οριζόμενα στη σύμβαση. Οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και η ΑΓΝΟ Α.Ε, αποδέχθηκαν τα ανωτέρω και εγγυήθηκαν, εκ νέου, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτριας, από τη σύμβαση, ως αυτοφειλέτες, μέχρι του ποσού των 7.000.000,00 ευρώ.

Προς εξασφάλιση της απαίτησής της, έναντι της εγγυήτριας -νυν πτωχής ανώνυμης εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ΑΓΝΟ"- η δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία ενέγραψε υποθήκη στις 24-03-2008, για το ποσό των 5.000.000,00 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων, επί δύο ακινήτων της πτωχής, ήτοι επί ενός ενιαίου γηπέδου, που ευρίσκεται στην περιφέρεια Δήμου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, έχει έκταση 121.373,78 τ.μ.

και έχει προέλθει από τη συνένωση 32 αγροτεμαχίων και σε ένα ακίνητο με αρ. τεμαχίου 1566ε, που ευρίσκεται και αυτό στην περιφέρεια Δήμου Λαγκαδά και έχει έκταση 28.000,00 τ.μ., όπως τα ανωτέρω αναλυτικά περιγράφονται στη με αρ. πρωτοκ. … από ….-03-2008 αίτηση και περίληψη εγγραφής υποθήκης, κατ' άρθρο 12 του ν. 4332/1929.

Μετά την αύξηση του πιστοδοτικού ορίου ενεγράφη και νέα υποθήκη στο πρώτο, εκ των, ως άνω, ακινήτων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη με αρ. πρωτοκ. …/…..-08-2008 αίτηση και περίληψη εγγραφής υποθήκης. Της κατάρτισης της αρχικής σύμβασης, εξάλλου, προηγήθηκε η σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της πτωχής ανώνυμης εταιρίας, με τον διακριτικό τίτλο "ΑΓΝΟ Α.Ε.", με θέμα την παροχή της ένδικης εγγύησης από την εταιρία.

Η ανωτέρω γενική συνέλευση έλαβε χώρα στις 31-01-2008 και σε αυτήν παρέστησαν μέτοχοι, που εκπροσωπούσαν τό 100% του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι η μητρική ανώνυμη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΛΙΟΣ Α.Ε.", με ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο 99,98% και ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Αγίου Αθανασίου με ποσοστό συμμετοχής 0,02%.

Υπό το θέμα 5ο αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο Πρόεδρος της έκτακτης γενικής συνέλευσης κ. Κολιός τόνισε την ανάγκη η ΑΓΝΟ να παράσχει την εγγύησή της υπέρ της μητρικής εταιρίας "ΚΟΛΙΟΣ ΑΕ", προκειμένου αυτή να συνάψει χρηματοδοτική σύμβαση με την Αγροτική Τράπεζα". Ακολούθως παρατίθεται το περιεχόμενο της σχετικής έκθεσης του διοικητικού συμβουλίου, που έχει ως ακολούθως: "Προτείνουμε να υπογράψει η ΑΓΝΟ ως εγγυητής της μητρικής εταιρίας ΚΟΛΙΟΣ παρέχοντας υποθήκη επί του μηχανοστασίου της, ύψους 5.000.000,00 ευρώ, στο δάνειο που η δεύτερη προτίθεται να συνάψει με την ΑΓΡΟΤΙΚΗ, ύψους 5.000.000,00 ευρώ, για κεφάλαιο κίνησης.

Η συγκεκριμένη εγγύηση υπηρετεί το εταιρικό συμφέρον, εξασφαλίζοντας πιστώσεις για αγορά πρώτης ύλης (γάλα) και για τις δύο επιχειρήσεις σε χαμηλότερη τιμή και στηρίζοντας το εμπορικό κομμάτι της, με νέα προϊόντα και μεγαλύτερες πιστώσεις, που θα προσφέρει η μητρική εταιρία προς την ΑΓΝΟ". Ακολούθως η γενική συνέλευση υπερψήφισε ομόφωνα την πρόταση παροχής εγγύησης, παρέχοντας κατ' ουσίαν τη σχετική άδειά της.

Προ της κατάρτισης της Πρόσθετης Πράξης, που αφορούσε στην αύξηση του πιστοδοτικού ορίου στα 10.000.000 ευρώ, άλλωστε, συγκλήθηκε νέα έκτακτη γενική συνέλευση, που έλαβε χώρα στις 26-08-2008. Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση του διοικητικού συμβουλίου "Η συγκεκριμένη εγγύηση υπηρετεί το εταιρικό συμφέρον, εξασφαλίζοντας πιστώσεις για αγορά πρώτης ύλης (γάλα) και για τις δύο επιχειρήσεις σε χαμηλότερη τιμή και στηρίζοντας το εμπορικό κομμάτι της με νέα προϊόντα και μεγαλύτερες πιστώσεις που θα προσφέρει η μητρική εταιρία προς την ΑΓΝΟ".

Ωστόσο, η ως άνω σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό με την πρωτοφειλέτρια εταιρία δεν έχει εισέτι καταγγελθεί και η ρύθμιση, για τις οφειλές της τελευταίας, από τη σύμβαση αυτή τηρείται με τη δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία. Αξίζει, δε, εδώ να σημειωθεί, ότι, πλέον, με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α' 204/15-9-2011) θεσπίστηκε και νέα εξαίρεση στη διάταξη του άρ. 23α παρ. 1 στ.

α' του κ.ν. 2190/1920, αφορώσα, μεταξύ άλλων, στις εγγυήσεις, που παρέχονται υπέρ νομικών προσώπων, που υπόκεινται σε ενοποίηση μεταξύ τους, σύμφωνα με τα τότε άρθρα 90 έως 109 του κ.ν. 2190/1920. Η δεύτερη αυτή θεσπισθείσα εξαίρεση αφορά στην περίπτωση των ενδοομιλικών συναλλαγών. Τα σχετικά άρ. 90-109 του κ.ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν, πριν την κατάργησή τους από το ν. 4308/2014, προέβλεπαν διάφορες περιπτώσεις, κατά τις οποίες η υποβολή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ήταν είτε υποχρεωτική, είτε προαιρετική και σε αμφότερες προβλέφθηκε με το ν. 4013/2011 η δυνατότητα παροχής εγγυήσεων από τη θυγατρική, υπέρ της μητρικής εταιρίας, όχι με την τήρηση των αυστηρότερων προϋποθέσεων, αλλά με τήρηση των λιγότερο αυστηρών προϋποθέσεων, που ούτως ή άλλως προβλέπονται στις παρ. 2-4 του άρ. 23α του κ.ν. 2190/1920, για τις μη πιστωτικές συμβάσεις.

Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί, ως νομικά αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων, τον οποίο επαναφέρουν με λόγο της έφεσής τους. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, είναι προφανές, ότι η δεύτερη εναγόμενη δεν, χρησιμοποίησε την εξαγορά της "ΑΓΝΟ Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε." με πρόθεση να θέσει αυτήν εκτός αγοράς, να εκμεταλλευτεί τις υποδομές της και εν τέλει να τη χρησιμοποιήσει καταχρηστικά, προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, δεδομένου άλλωστε, ότι, όπως προαναφέρθηκε, μετά την εξαγορά οι δύο εταιρίες διαχώρισαν το επιχειρηματικό τους αντικείμενο, ενώ θα ήταν παράλογο να επενδύσει τα ως άνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά, για την οικονομική ενίσχυση και επέκταση της θυγατρικής της εταιρίας, εάν προϋπήρχε τέτοιος σχεδιασμός, επί πλέον, δε, να εξακολουθήσει και μετά την πτώχευση της ΑΓΝΟ να είναι δανείστρια αυτής, για ποσό 9.300.000 ευρώ, για το οποίο και έχει αναγγελθεί στην πτώχευση.

Μόνη η διαπλοκή των μελών του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και διοικητικών τμημάτων των δύο εταιριών σε ορισμένες δραστηριότητες, που προαναφέρθηκαν, καθώς και η κατοχή του συνόλου των μετοχών της ΑΓΝΟ ΑΕ από την δεύτερη εναγόμενη δεν αρκεί, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για την άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της ΑΓΝΟ και εξ αιτίας αυτής, τη θεμελίωση, σε ολόκληρο, ευθύνης της δεύτερης εναγομένης, για τις υποχρεώσεις της ΑΓΝΟ ΑΕ, προς τους ενάγοντες...

Επομένως, εφόσον, εν προκειμένω, δεν στοιχειοθετείται άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της "ΑΓΝΟ ΑΕ", η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος της, που στρέφεται, κατά της δεύτερης εναγομένης πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, εφόσον οι ενάγοντες είναι εργαζόμενοι της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και δεν συνδέονται με συμβατική εργασιακή σχέση με τη δεύτερη εναγομένη....

Σημειώνεται, επίσης, ότι ενδεικτικό του διακριτού ρόλου και της κατάστασης των δύο εταιριών είναι και το γεγονός, ότι μεταξύ των εργαζομένων αυτών υφίσταται διάσταση συμφερόντων, γεγονός που αποτυπώνεται και στην άσκηση της πρόσθετης, υπέρ της δεύτερης εναγομένης και κατά των εναγόντων, παρέμβασης, εκ μέρους των εργαζομένων της...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και να απορρίψει την αγωγή κατ' ουσία, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281 & 288 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 34, 61, 62, 70, 200, 481, 926 ΑΚ και 5 § 1 & 12 §§ 1, 3 του Συντάγματος, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, υπάγοντας επαρκώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, σ' αυτές, όπως πράγματι υπάγονται.

Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται με τις ανέλεγκτες παραδοχές της, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία εξαγόρασε τον Ιούλιο 2003 την ΑΓΝΟ ΑΕ υποκεφαλοποιημένη από την ΑΤΕ ΑΕ με τεράστια χρέη, με επανειλημμένες δε χρηματοδοτήσεις και διευκολύνσεις που της παρείχε, για την ανανέωση του εξοπλισμού και την αύξηση του τζίρου της, με παράλληλη μείωση των ζημιών της, διατήρησε αυτή σε λειτουργία μέχρι το 2012.

Συγκεκριμένα, αμέσως μετά την εξαγορά της από την αναιρεσίβλητη, η ΑΓΝΟ ΑΕ έλαβε με πρόνοια της ΚΟΛΙΟΣ από την ΑΤΕ ΑΕ τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 10.000.000 €, ως αναγκαίο προς ενδυνάμωση της κεφαλαιουχικής της δομής και την εκπλήρωση του εταιρικού της σκοπού, το οποίο εγγυήθηκε η αναιρεσίβλητη ως πρωτοφειλέτης.

Η νέα διοίκηση της ΑΓΝΟ ΑΕ προχώρησε άμεσα σε αναδιοργάνωση της επιχείρησης και κατά το διάστημα 2004-2011 σε επενδύσεις ύψους 33.742.518 € και με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε αφενός η εξειδίκευση της κάθε εταιρίας σε έναν τομέα και αφετέρου η αύξηση της παραγωγικότητας, της κάθε μιας από αυτές, με συνεπακόλουθη την επίτευξη οικονομιών κλίμακας.

Καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της θυγατρικής εταιρίας ΑΓΝΟ, υπό τη νέα διοίκηση, η μητρική εταιρία (αναιρεσίβλητη) διέθετε συνεχώς κεφάλαια, για τη στήριξή της. Ειδικότερα κατέβαλε μετρητά σε τρεις ισόποσες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που διενεργήθηκαν (στην ΑΓΝΟ), για τη στήριξη της ρευστότητάς της, τα έτη 2006, 2009 και 2011, 4 εκατομμύρια ευρώ την κάθε φορά και συνολικό ύψος 12.000.000 ευρώ.

Και παρείχε, κατά μέσο όρο και σε ετήσια βάση, ανοικτή πίστωση, με τη μορφή της προκαταβολής του τιμήματος, για μελλοντική αγορά προϊόντων, που κυμαινόταν μεταξύ 7.000.000 και 10.000.000 ευρώ. Παράλληλα δε, πληρώνονταν κανονικά οι πάσης φύσεως πιστωτές της ΑΓΝΟ, στους οποίους συγκαταλέγονταν και οι εργαζόμενοι.

Όλα αυτά αποκλείουν την, κατά το διάστημα αυτό, ύπαρξη αθέμιτης πρόθεσης πρόκλησης ζημίας από την αναιρεσίβλητη σε πιστωτές της ΑΓΝΟ και συνακόλουθα την ύπαρξη κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας αυτής. Τέλος, η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα περί τα τέλη του έτους 2012 και του εμφανισθέντος ελλείμματος ρευστότητας σε όλες τις επιχειρήσεις, λαμβανομένου υπόψη, ότι περιορίστηκε σημαντικά, αν δεν έπαυσε εντελώς, η παροχή δανείων από τις τράπεζες, η αναιρεσίβλητη αδυνατούσε πλέον να συνδράμει στην ενίσχυση της ΑΓΝΟ, με παροχή πιστώσεων ή αντίστοιχα άλλες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα η ΑΓΝΟ να αντιμετωπίσει σοβαρότατα προβλήματα ταμειακής ρευστότητας, λαμβανομένου υπόψη, ότι η, από τον τραπεζικό τομέα, παροχή προς αυτήν κεφαλαίων είχε ήδη αποκλειστεί, πριν από την εξαγορά της από την αναιρεσίβλητη, λόγω της επισφαλούς οικονομικής της θέσης, η ίδια δε τελούσε σε ασφυκτική οικονομική εξάρτηση από την ΑΤΕ, έχοντας αντλήσει το σύνολο της τραπεζικής της χρηματοδότησης από αυτήν.

Ενόψει της κατάστασης αυτής κατέθεσε αίτηση εξυγίανσης και κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με χρόνο παύσης πληρωμών την 27-10-2012. Αν δεν είχαν λάβει χώρα οι χρηματικές διευκολύνσεις από την αναιρεσίβλητη, η ΑΓΝΟ θα κατέρρεε σε προγενέστερο χρόνο (με συνέπεια την προ πολλού απόλυση των εργαζομένων της).

Η επιλογή της στήριξης της ρευστότητας της ΑΓΝΟ υποδηλώνει ότι, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2012, οπότε ήταν σε θέση να τη χρηματοδοτεί με όσα ποσά τη χρηματοδότησε, η αναιρεσίβλητη προσδοκούσε βάσιμα τη σταθεροποίηση των οικονομικών της (ΑΓΝΟ) μεγεθών.

Συνεπώς, δεδομένου και ότι η παύση της χρηματοδότησης οφείλεται στην οικονομική κρίση δηλαδή σε απρόβλεπτη αδυναμία, δεν υπήρξε κακόπιστη μεταφορά στους δανειστές της θυγατρικής ΑΓΝΟ, των κινδύνων από την επιχειρηματική δραστηριότητα της μητρικής εταιρίας -αναιρεσίβλητης. Εξάλλου, ούτε σύγχυση των περιουσιακών τους στοιχείων, ούτε απομείωση της περιουσίας της ΑΓΝΟ από την αναιρεσίβλητη υπήρξε. Περαιτέρω, η συμπεριφορά της ΑΓΝΟ προς την ΚΟΛΙΟΣ κατά την πτωχευτική περίοδο θα κριθεί κατά την πτωχευτική διαδικασία και δεν είναι ζήτημα άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της ΑΓΝΟ. Επομένως, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική επίκληση της νομικής αυτοτέλειας της εταιρίας ΑΓΝΟ ΑΕ από την αναιρεσίβλητη, ως προς την πληρωμή των δεδουλευμένων των εργαζομένων της (της ΑΓΝΟ) αναιρεσειόντων και ο περί του αντιθέτου επί των θεμάτων αυτών, πρώτος λόγος αναίρεσης, για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (ΟλομΑΠ 2/2008).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1078/2015, ΑΠ 503/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε από την συνεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλων των εγγράφων που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιόν του, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα και οι αποφάσεις των σχετικών με την παρούσα υπόθεση ποινικών και αστικών υποθέσεων, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ότι δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική επίκληση της νομικής αυτοτέλειας της εταιρίας ΑΓΝΟ ΑΕ από την αναιρεσίβλητη και εκ τούτου να απορρίψει την έφεση και την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις περί ου ο αναιρετήριος λόγος πτωχευτικές αποφάσεις εκουσίας δικαιοδοσίας.

Μάλιστα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ρητώς μνημονεύει την απόφαση ΠΠΘεσ. 6402/2013 και τι αυτή δέχθηκε (βλ. ανβλνη σελ. 29), όπως και την υπ' αρ. 2021/2013 απόφαση του ΕφΘεσ. που επικύρωσε αυτή (βλ. σελ. 30). Στην ίδια σελίδα (30) μνημονεύει και την απόφαση 17980/2014 ΠΠΘεσ. και τις παραδοχές της, την οποία επικύρωσε η ΕφΘεσ. 650/2017.

Ουδεμία δε αμφιβολία καταλείπεται για το ότι έλαβε υπόψη και την απόφαση ΠΠΘεσ. 2010/2018. Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση των αναιρεσειόντων ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων (έγγραφα) και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους τους προσέγγιση, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, τα οποία θεωρούν μείζονος σπουδαιότητας, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2019 και με αριθμό καταθέσεως 732/86/5-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2820/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ