Legislator Case Law & Legislation
1089/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court properly considered all mortgage evidence.

Case Number 1089/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Patras regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to evaluate specific mortgage certificates and security notes submitted as evidence. The court held that the lower court had duly considered all legally presented documents without needing to list each one individually, rendering the appeal grounds inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1094 of the Civil Code; Articles 70, 118, 216(1) of the Code of Civil Procedure: An appellate court's failure to specifically mention or separately evaluate every piece of evidence presented, provided it has considered all documents and reached a conclusion based on the totality of the evidence, does not constitute a ground for cassation.

Keywords

AI generated
property ownership appellate review evidence evaluation mortgage certificates cassation grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 1094 of the Civil Code
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 8 and 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1089/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Γ. του Μ. - Σ., 2. Γ. Γ. του Μ. - Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Σάββα Σαββάογλου και Χαρίκλεια Απαλλαγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Φιλανθρωπικών Καταστημάτων ..., που εδρεύουν στο ... και εκπροσωπούνται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρυσόστομο Γασπαράτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/1999, 73/2005,48/2009, μη οριστικές,83/2010 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, 331/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 118, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, από άποψη ακριβούς περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς είναι ο ακριβής προσδιορισμός του ακινήτου, κατά θέση, όρια, είδος και έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε, φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου θα πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο να εμφαίνεται, η ακριβής όμως περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα..

Εξάλλου, η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή , η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με του λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.Περαιτέρω, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο ... παρ.2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 20-12-1995 διεκδικητικής (που μετατράπηκε σε αναγνωριστική) αγωγής κυριότητας ακινήτου του ήδη αναιρεσίβλητου, στρεφόμενη κατά του αρχικώς εναγομένου Μ.-Σ.

Γ. του Δ., (στη δικονομική θέση του οποίου λόγω θανάτου του, ήδη κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες - τέκνα του - καθώς και η μεταποβιώσασα πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης σύζυγος αυτού και μητέρα των αναιρεσειόντων Δ. χα Μ. Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μετά δε το θάνατο και της μητέρας τους υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες επίσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της), προκύπτει , ότι το ενάγον ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι έχει στην κυριότητά του, με παράγωγο τρόπο (αγοραπωλητήρια συμβόλαια, μεταγεγραμμένα), αλλά και με πρωτότυπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία) δύο ακίνητα, που βρίσκονται στη θέση "..." του Δήμου ....

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε, καθόσον αφορά στην περιγραφή των ακινήτων, μεταξύ άλλων, τα εξής. "Τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα ... δια των νομίμων εκπροσώπων του Α. των, αγόρασαν με το υπ αριθ. ...91/1916 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Γ. Α., νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο ….Γ' και αρ. ….9 του Υποθηκοφυλακείου ….. ένα ακίνητο κτήμα συγκείμενο από άμπελο και χωράφι μετά του εντός αυτού οικίσκου, επτά ελαιοδένδρων και άλλων δένδρων, για τις ανάγκες του σκοπού των, που βρίσκεται στη θέση "..." περιοχής Δήμου ….

και είναι εκτάσεως 13 βατσελίων, σημερινής εκτάσεως 16.000 τ μ. περίπου και ορίζεται κατά μεν τους τίτλους του και δη το υπ' αρ. ...91/1916 συμβόλαιo του συμβολαιογράφου Γ. Α., Νοτίως με παραλίαν, Αρκτικώς και Ανατολικώς με κτήματα τότε Α. Φ.-Κ., Μεσημβρινώς με κτήματα Μ. Γ., σήμερα δε ορίζεται Αρκτικώς με κτήματα Β. Δ.

και Μ. Γ., Νοτίως με θάλασσα (παραλία) και εν μέρει με κτήμα Μ. Γ.. Ανατολικά με κτήμα Μιχ Γ. και Κ. Μ. και Δυτικά με παραλία ..., όπως τούτο αποτυπούται επακριβώς και απεικονίζεται στο από 27-6-1994 τοπογραφικό διάγραμμα της Υπομηχανικού Μ. Α. και υπό τα αλφαβητικά στοιχεία Α Δ 'Ε 'Β Γ Δ Ε Ζ Η ΘΙΚ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω Α 'Β 'Γ 'Α.

Επίσης με το υπ' αρ. ...90/1916 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Γ. Α., νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο Α Γ και αρ. 88 του Υποθηκοφυλακείου ...υ, αγόρασαν τα αυτά ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΉΜΑΤΑ ... μία λωρίδα γης προς εξυπηρέτηση του άνω κτήματος από τους αδελφούς Δ. και Α. Γ., που είναι έκτασης μ. τ. 300 περίπου, αρχίζει η λωρίδα από την από Ανατολάς υπάρχουσα αγροτική δημόσια οδό και καταλήγει στο αγορασθέν ως άνω κτήμα και είναι μήκους εκατό περίπου μέτρων μέχρι την υπάρχουσα, αγροτική δημόσια οδό και ορίζεται η έκταση αυτή Ανατολικά με υπάρχουσα αγροτική δημόσια οδό, Δυτικά με δική μας ιδιοκτησία (αγορασθέν κτήμα πρώην Α.

Μ.), περιγραφόμενη ως άνω, Βόρεια και Νότια με ιδιοκτησία Μ Γ.....Κατά τις αρχές του 1983 ειδοποιήθηκε το Αδελφάτο μας των Φ. Κ. Κ. ότι γίνεται προσπάθεια καταπάτησης του κτήματος μας... Και συγκεκριμένα ο εναγόμενος προσεπάθησε να καταπατήσει μέρος του ως άνω περιγραφομένου κτήματος μας και δη: α) Το απεικονιζόμενο στο από 27-6-94 τοπογραφικό διάγραμμα της Υπομηχανικού Μ.

Α. τμήμα με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Β Γ Δ Ε Ζ Η Η 'Β εκτάσεως 3.260 τ.μ. και οριζόμενο Βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Γ., Nona με ιδιοκτησία Μ. Γ., Ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Γ. και Δυτικά με υπόλοιπο ιδιοκτησία μας και β) την λωρίδα γης προς εξυπηρέτηση ολοκλήρου του άνω περιγραφομένου κτήματος, που είναι έκτασης (η λωρίδα) μ.τ. 300 περίπου και άρχεται η λωρίδα από την από Ανατολάς υπάρχουσα αγροτική δημόσια οδό και καταλέγει στο αγορασθέν ως άνω κτήμα και είναι μήκους εκατό περίπου μέτρων μέχρι την υπάρχουσα αγροτική δημοσία οδό και ορίζεται η έκταση αυτή Ανατολικά με υπάρχουσα αγροτική δημόσια οδό, Δυτικά με ιδική μας ιδιοκτησία (αγορασθέν κτήμα πρώην Α.

Μ.), περιγραφόμενη ως άνω, Βόρεια και Νότια με ιδιοκτησία Μ. Γ.." Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη αναφορικά με την ταυτότητα των επίδικων δύο ακινήτων, των οποίων γίνεται σαφής περιγραφή, κατά θέση, έκταση, όρια και είδος, τόσο ως προς την πρώτη επίδικη έκταση των 3.260 τμ, η οποία περιγράφεται τόσο αυτή, ως τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου των 16.000 τμ, όσο και το μεγαλύτερο ακίνητο, καθώς και ως προς τη δεύτερη επίδικη εδαφική λωρίδα των 300 τμ.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής αυτής, ως προς την περιγραφή α) της πρώτης επίδικης έκτασης των 3.260 τμ. η αναφορά ότι το αμπέλι, ο οικίσκος και τα ελαιόδενδρα που αναφέρθηκαν παραπάνω ως προς το μεγαλύτερο ακίνητο, βρίσκονται εντός ή εκτός της επίδικης αυτής έκτασης β) της δεύτερης επίδικης έκτασης των 300 τμ, η αναφορά ότι το αναιρεσίβλητο τη διαμόρφωσε σε δρόμο.

Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή ως προς την περιγραφή των επίδικων δύο ακινήτων, απορρίπτοντας εκ των πραγμάτων, αφού ερεύνησε κατ' ουσίαν την αγωγή, ως αβάσιμο σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην από το άριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου.

Γι' αυτό και ο αντίθετα υποστηρίζων πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης , κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια επίσης από τον άριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως προς τη βάση του πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, ως απαράδεκτη συνεπεία αοριστίας, λόγω του ότι δεν περιγράφονται στην αγωγή αναλυτικά οι πράξεις νομής, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο ... παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά ένα μέρος η προαναφερόμενη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε ότι αυτό απέκτησε την κυριότητα των επίδικων δύο ακινήτων, το πρώτο, εμβαδού 3.154 τμ (αντί 3.260 τμ κατά την αγωγή), ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης αυτού και το δεύτερο (εδαφική λωρίδα) των 300 τμ, τόσο με παράγωγο τρόπο (δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια του έτους 1916 που μεταγράφηκαν και αναφέρθηκαν πιο πάνω), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) κατά τις διατάξεις του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα και ακολούθως του ΑΚ μετά το 1946, μέχρι το έτος 1983 που καταλήφθηκε από τον αρχικώς εναγόμενο.

Ακολούθως, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης και εξαφάνισε την τελευταία που είχε απορρίψει στο σύνολο της την αγωγή. Η παραπάνω δε επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι το ενάγον απέκτησε την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με παράγωγο τρόπο που θεμελιώνει την κύρια βάση της αγωγής δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-...

και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα, η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ'αυτού που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμησή του, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και, αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401/2018,ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).

Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης, ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 26/2015).? Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ'αριθμ. ...91/16-4-1916 συμβολαίου του συμ/φου Γ. Α., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθ/κειου ...υ, στον τόμο ….Γ με αριθμό ….9, περιήλθε στο ενάγον και ήδη εκκαλούν, με αγορά από τον Α.

Μ., ένα ακίνητο έκτασης 13 βατσελίων περίπου (δηλαδή σημερινών 16 περίπου στρεμμάτων), αποτελούμενο από αμπέλι και χωράφι, με τον εντός αυτού οικίσκο, επτά ελαιόδεντρα και άλλα δέντρα, που βρίσκεται στη θέση "...ς" του δήμου ... και συνορεύει κατά το συμβόλαιο αυτό, νοτίως με παραλία, αρκτικώς και ανατολικώς με κτήματα Α.

Φ. Κ. και μεσημβρινώς με κτήματα κληρονομιάς Μ. Γ.. Στον Α. Μ. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. ...8/30-10-1914 συμβολαίου του συμ/φου Σ. Κ.. που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθ/κειου …..στον τόμο …..Γ με αριθμό …., αιτία προικός από την Ε. Ι. Μ.. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό το ως άνω ακίνητο των 13 βατσελίων, στο οποίο υπάρχουν επτά ελαιόδεντρα, μια κυδωνιά και διάφορα άγρια δέντρα και ...

προς την παραλία, συνορεύει μεσημβρινώς με θάλασσα και παραλία, αρκτικώς και ανατολικώς με ιδιοκτησία Α. Φ. Κ. και μεσημβρινώς με ιδιοκτησία Μ. Γ.. Στην δε Ε. Μ. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει της υπ' αριθμ. ...0/14-12-1909 περίληψης κατακύρωσης του συμ/φου Γ. Α., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, σύμφωνα με την οποία από το ως άνω ακίνητο των 13 βατσελίων, το αμπέλι, με τα εντός αυτού επτά ελαιόδεντρα, μια αγριλιά και μια κυδωνιά, είναι μέτριας ποιότητας και ακαλλιέργητο, τα δε χωράφια χέρσα και κατά μέρος λογγομένα, στους δομούς των οποίων υπάρχουν πουρνάρια, στους δε δομούς του αμπελιού προς την παραλία ..., συνορεύει δε το όλο ακίνητο νοτίως με θάλασσα και παραλία, αρκτικώς και ανατολικώς με ιδιοκτησία Α.

Φ. Κ. και μεσημβρινώς με ιδιοκτησία Μ. Γ.. Τα βασικά στοιχεία του ακινήτου αυτού, ως προς τη θέση (...ς), την έκταση (16 στρέμματα), τα όρια, τον προσανατολισμό καθώς και τη χρήση του ακινήτου (άμπελος και χωράφι), που περιγράφεται στο υπ' αριθμ. ...91/1916 συμβόλαιο παραμένουν σταθερά και αναλλοίωτα σε όλους τους προγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος, όσον δε αφορά τους όμορους ιδιοκτήτες ακινήτων εμφανίζονται οι ίδιοι σε κάθε διαδοχικό τίτλο ως εξής:

βόρεια ιδιοκτησία Α. Φ. Κ., μεσημβρινώς ιδιοκτησία κληρονομιάς Μ. Γ., ανατολικώς ιδιοκτησία Α. Φ. Κ. και νότια με θάλασσα και παραλία (με την παρατήρηση ότι εμφανίζεται δυο φορές ο νότιος προσανατολισμός ενώ λείπει ο δυτικός). Ταυτοχρόνως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...90/16-4-1916 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμ/φου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθ/κειου …..

στον τόμο ….Γ με αριθμό …..8, περιήλθε στο ενάγον με αγορά από τους αδελφούς Δ. και Α. Γ., μια εδαφική λωρίδα πλάτους τριών (3) μέτρων και μήκους εκατό (100) μέτρων και εμβαδού 300 τ.μ., που άρχιζε από ανατολικώς ευρισκόμενο δρομίσκο και κατέληγε με καμπύλη στο ακίνητο του Α. Μ.. Η άνω εδαφική λωρίδα αγοράστηκε από το ενάγον προκειμένου να διανοιγεί δρόμος πρόσβασης στο προαναφερόμενο ακίνητο (που απέκτησε με το υπ' αριθμ. ...91/16-4-1916 συμβόλαιο) και στο άνω συμβόλαιο αναγράφεται επί λέξει "....

Οι κ. κ. Δ. και Α. αδελφοί Γ. εκ του κτήματος των ελαιοστασίου κείμενου εις θέσιν ... των ορίων της πόλεως ... του ομώνυμου Δήμου πωλούσι και μεταβιβάζουσι προς τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα ... μια λωρίδα πλάτους μέτρων τριών και μήκους μέτρων εκατό περίπου ολικού εμβαδού μέτρων τετραγωνικών τριακοσίων ως έγγιστα αρχομένην από του προς ανατολάς εκείσε δρομίσκου και απολήγουσαν δια καμπύλης εις το κτήμα Α.

Μ. και της οποίας λωρίδος το επί του δρομίσκου άκρον της αρκτικής πλευράς καθορίζεται δι αποστάσεως τριάκοντα τριών περίπου μέτρων από της ανατολικοαρκτικής γωνίας του προς άρκτον κτήματος των πωλητών οριοθετείται δ' η αυτή λωρίς γύρωθεν με δρομίσκον και κτήματα των πωλητών και με κτήμα Α. Μ.". Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με το υπ' αριθμ.

….85/1914 συμβόλαιο του συμ/φου ... Γ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου, Ι. Δ., αγόρασε από τον Α. Φ. Κ. δυο (2) ακίνητα στη θέση "...ς", εκ των οποίων το ένα, εκτάσεως τριάντα πέντε βατσελίων περίπου, δηλαδή περίπου σαράντα δυο (42) στρεμμάτων, αγροληπτόταν σε έκταση επτά περίπου βατσελίων από τον Δ.

Μ. Γ. και το οποίο ακίνητο συνόρευε σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο "κατ' ανατολάς με δημόσια οδό, αρκτικώς με είσοδο κοινή με την κληρονομιά Γ. Π., προς μεσημβρίαν με κληρονομιά Δ. Π. και προς δυσμάς με παραθαλάσσιον και με κληρονομίαν Γ. Δ. άλλοτε νυν δε Ι. Μ.". Το έτερο ακίνητο ήταν ένα ελαιοστάσιο με 280 ελιές, η έκταση του οποίου δεν αναφέρεται στο άνω συμβόλαιο.

Στη συνέχεια σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ...55/1924 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Σ. Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, τα άνω δυο ακίνητα τα οποία αγόρασε ο Ι. Δ. από τον Φ. Κ. με τον αρχικό τίτλο στη θέση "..." διαχωρίζονται εντελώς, ενώ αλλάζουν και τα χαρακτηριστικά που τα προσδιορίζουν. Ειδικότερα, το ένα ακίνητο εξακολουθεί να είναι ελαιοστάσιο που περιέχει πλέον 231 δέντρα, ενώ μετονομάζεται η θέση του από "..." σε "..." και εμφανίζεται το πρώτον το εμβαδόν του το οποίο προσδιορίζεται σε 25 βατσέλια ως έγγιστα (30 στρέμματα περίπου).

Το άλλο ακίνητο αποτελείται πλέον από χωράφια εν μέρει λογγωμένα ενώ σε σχέση με το αρχικό συμβόλαιο μετονομάζεται η θέση του από "..." σε "... " και το εμβαδόν του προσδιορίζεται σε 15 βατσέλια ως έγγιστα (18 στρέμματα περίπου), ενώ στο αρχικό συμβόλαιο η έκταση του προσδιοριζόταν σε 42 στρέμματα. Σύμφωνα δε με τις υπ' αριθμ. ...4/1951 του συμ/φου Ι.

Ο., ...1/1954 του συμ/φου Β. Ζ., ...8/1956 του συμ/φου Χ. Κ. πράξεις αποδοχής κληρονομιάς και το υπ' αριθμ. ...05/1957 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμ/φου Ε. Κ., που ακολουθούν χρονικά, τα δυο ακίνητα που αγόρασε ο Ι. Δ. από τον Φ. Κ. με τον αρχικό τίτλο (...5/ 2014 συμβόλαιο) εμφανίζονται ομοίως διαχωρισμένα εντελώς στις θέσεις "..." και "..." αντίστοιχα και το εμβαδόν τους προσδιορίζεται σε 25 βατσέλια (30 στρέμματα) ως έγγιστα και 15 βατσέλια (18 στρέμματα) ως έγγιστα, αντίστοιχα.

Επίσης, δεν αναφέρεται σ' αυτά πλέον ως σύνορο η ιδιοκτησία Μ. αλλά η ιδιοκτησία του ενάγοντος. Βάσει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εικόνα των δυο ακινήτων που αποτελούσαν την ιδιοκτησία Δ. στην περιοχή από το έτος 1914 έως το έτος 1963 δεν είναι σταθερή, αλλά μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο και ως προς όλα τα στοιχεία της σε αντίθεση με την ιδιοκτησία του ενάγοντος, η οποία εμφανίζεται σταθερά ως όμορη ιδιοκτησία με το δεύτερο ως άνω ακίνητο στη θέση "...", όπως ρητά αναφέρεται και στην υπ' αριθμ.

…9/2004 (σελ. 36) έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τοπογράφου μηχανικού Α. Α.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ...94/1-10-1963 συμβολαίου του συμ/φου ...υ Α. Τ. - Τ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, οι κληρονόμοι του Ι. Δ. και οι κληρονόμοι του Δ. Γ., ήτοι τα τέκνα του Μιχαήλ (εναγόμενος), Φ., Α., Χ. και Χ. Γ., διέλυσαν την υφιστάμενη έως τότε αγροληψία και διένειμαν το μείζον ακίνητο, κείμενον στη θέση "...", εκτάσεως εβδομήντα πέντε (75) περίπου στρεμμάτων, λαμβάνοντας σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, τα αδέλφια Γ.

το προς νότο τμήμα από την αρχική μείζονα ιδιοκτησία Δ., το οποίο (τμήμα) περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο ως εξής : ".... το προς μεσημβρίαν έτερον τμήμα του ανωτέρω αγροληπτού μενού κτήματος, συνεχόμενον με την οροθετούσαν αυτό κληρονομίαν Γ., εκτάσεως περίπου του τμήματος τούτου τριάκοντα πέντε στρεμμάτων και μετά των εντός αυτού υπαρχόντων είκοσι ενός ελαιοδέντρων, Β' κατηγορίας, οριοθετούμενου του τμήματος τούτου με κληρονομιά Δ.

Γ. νοτίως και δυτικώς με την περιεχομένην εις τους έτερους συμβαλλόμενους Β. Δ. και Σ. Κ., μερίδα και βορείως και ανατολικώς με δημοσίαν οδό....", και οι κληρονόμοι Δ. τμήμα επιφανείας σαράντα πέντε στρεμμάτων. Από το άνω συμβόλαιο προκύπτει ότι περιγράφεται ως αγροληπτούμενη ιδιοκτησία Δ. ένα ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "... ...", εκτάσεως 75 στρεμμάτων περίπου και ότι το τμήμα που απομένει στην ιδιοκτησία των αδελφών Γ.

βρίσκεται προς το νότο, έχει έκταση 35 στρέμματα περίπου και περιέχει 21 ελαιόδεντρα. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ….11/3-91973 πράξη του συμ/φου Α. Δ., τροποποιήθηκε το ως άνω υπ' αριθμ. ...94/1963 συμβόλαιο διανομής, διευκρινίζεται ότι διανέμονται το πρώτο και το δεύτερο ακίνητο τα οποία αγοράστηκαν από τον Ι. Δ. με το υπ' αριθμ. ...5/1914 συμβόλαιο, με την επισήμανση ότι η θέση "…." ...

ονομάζεται τώρα "... - ..." ... ή "..." .... Όπως δε ρητά αναφέρει η άνω πραγματογνώμονας (σελ. 40) μετά τη σύνταξη του άνω συμβολαίου διανομής εξαφανίζεται η θέση "..." του πρώτου ακινήτου και μένει μόνο η θέση "..." του δεύτερου ακινήτου, οι προσανατολισμοί του υπό διανομή ακινήτου και των μερίδων που δημιουργήθηκαν είναι ασαφείς και έρχονται σε αντίφαση μεταξύ τους, ενώ εξαφανίζονται ως όμορες οι ιδιοκτησίες Π., Π.

και ενάγοντος και εμφανίζεται πρώτη φορά ως όμορη ιδιοκτησία η κληρονομιά Δ. Γ. (πατέρα του εναγομένου). Η όμορη αυτή ιδιοκτησία (κληρονόμων Γ.) είναι ένα ελαιοστάσιο εκτάσεως 20 στρεμμάτων μετά των εντός αυτής 140 ελαιοδέντρων μετά συνεχομένης αμπέλου εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων και χωραφιού εκτάσεως τριών στρεμμάτων, που συνορεύει αρκτικώς με αγροτική οδό και κτήματα Ι.

Δ., βορειοδυτικώς με κτήματα φιλανθρωπικών Καταστημάτων ..., δυτικώς με θάλασσα και μεσημβρινώς με Π. Α., όπως το πρώτον περιγράφεται στην υπ' αριθμ. 323/1932 απόφαση του Πρωτοδικείου ..., που αφορά τη διανομή της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του αποβιώσαντος Μ. Γ. (παππού του εναγομένου) στα τέσσερα τέκνα του Π., Γ., Α.

και Δ.. Από το άνω ακίνητο με το υπ' αριθμ. ...5/1937 συμβόλαιο ο Π. Γ. μεταβίβασε το ποσοστό του επί του ανωτέρω ακινήτου στον αδελφό του Δ. Γ. (πατέρα του εναγομένου), στο συμβόλαιο όμως αυτό αναφέρεται η έκταση του ακινήτου σε 36 στρέμματα από 27 που αναφέρονταν στην άνω δικαστική απόφαση. Βάσει των ανωτέρω το σύνολο της ιδιοκτησίας Γ. (αρχικής και της διανομής με το υπ' αριθμ. ...94/1963 συμβόλαιο) φέρεται να ανέρχεται σε 71 στρέμματα, αφού μετά τη διάλυση της αγροληψίας με την ιδιοκτησία Δ.

προστέθηκαν 35 στρέμματα νέας γης σε απροσδιόριστη θέση και τα οποία όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η πραγματογνώμονας στην υπ' αριθμ. 19/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της (σελ. 55) "ανακατώθηκαν" με την πατρική κληρονομιά. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ενώ ο δικαιοπάροχος του εναγομένου Ι. Δ. το έτος 1963 διέθετε συνολικά στην περιοχή δυο ακίνητα εκτάσεως 29 και 42 στρεμμάτων, ήτοι 71 στρεμμάτων τα οποία όπως προκύπτει από μεταγενέστερα συμβόλαια (βλ.

ενδεικτικά την υπ' αριθμ. …..79/1973 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμ/φου Δ. Δ., με την οποία ο γιος της αποβιωσάσης Μ. χας Χ. Δ. κληρονομεί το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί ενός γηπέδου κείμενου στη θέση ...Σ εκτάσεως 42.090 τ.μ. και ενός γηπέδου κείμενου στη θέση ... της περιοχής ... εκτάσεως 28.920 τ.μ.) παραμένουν στην ιδιοκτησία των κληρονόμων του, βάσει του ανωτέρω υπ' αριθμ. ...94/1963 συμβολαίου μεταβίβασε στην οικογένεια Γ. 35 στρέμματα, γεγονός που καταδεικνύει ότι υπάρχει διαφορά της ιδιοκτησίας Δ.

από τον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας της 34 στρεμμάτων, τα οποία δεν ανήκαν σ' αυτήν. Εφόσον δε το ακίνητο στη θέση "..." παρέμεινε στη μερίδα Δ. συνάγεται ότι η διαφορά των 34 στρεμμάτων τοποθετείται στο δεύτερο ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "...Σ". Εντός των άνω 34 στρεμμάτων περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα των 3.154 τ.μ., το οποίο προσαρτήθηκε από την ιδιοκτησία Δ.

μετά τη διάλυση της αγροληψίας μεταξύ Δ. - Γ., γεγονός που ενισχύεται από το ότι η στέρνα/υδατοδεξαμενή (η οποία βρίσκεται εντός του πρώτου επιδίκου) συμπεριλήφθηκε στη διανομή, καίτοι από τους προγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας Δ. δεν αναφέρεται ότι υπήρχε δεξαμενή, αλλά ούτε και οικίσκος εντός του ακινήτου του.

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι μετά τη διάλυση της αγροληψίας και την προσθήκη 34 στρεμμάτων νέας γης σε απροσδιόριστη θέση η ιδιοκτησία των κληρονόμων Γ. απέκτησε ανατολικό όριο στη δημόσια οδό, κάτι που δεν συνέβαινε με την αρχική ιδιοκτησία και έχει πλέον συνολική έκταση 71 στρέμματα (36 στρέμματα η αρχική ιδιοκτησία + 35 στρέμματα με τη διάλυση της αγροληψίας).

Βάσει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στους τίτλους κυριότητας που επικαλείται ο εναγόμενος ως τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού 35 στρεμμάτων που περιήλθε σ' αυτόν με το ...94/1963 συμβόλαιο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τότε που το ενάγον αγόρασε το ως άνω ακίνητο των 3.154 τ.μ. (πρώτο επίδικο) ως τμήμα μείζονος ακινήτου και μέχρι το έτος 1946 ασκούσε, δια των εκπροσώπων του, πράξεις νομής συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και λόγω κυριότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1062, 2063 και 2064 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, ενώ από το έτος 1946 και έπειτα συνέχισε να το νέμεται με διάνοια κυρίου.

Ειδικότερα, το ενάγον είχε αγοράσει το ακίνητο αυτό με σκοπό την ανέγερση ευλογιοκομείου, για περίθαλψη ατόμων που έπασχαν από ευλογιά. Έτσι μετά την αγορά του ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Μ. Δ. την εκπόνηση σχεδιαγράμματος του ευλογιοκομείου και του κατέβαλε το Νοέμβριο του έτους 1916 για την εργασία του αυτή το ποσό των 1.025 δραχμών.

Επίσης, είχε αναθέσει την επιτήρησή του στον πατέρα του εναγομένου Δ. Γ., όπως κατέθεσε ενόρκως ο εξετασθείς πρώτος μάρτυρας απόδειξης του ενάγοντος, στον οποίο είχε περιέλθει η σχετική πληροφορία από τον αδελφό του εναγομένου Φ. Γ., ενώ κατά καιρούς το επισκεπτόταν και ο μάρτυρας απόδειξης Γ. Μ., ο οποίος από το έτος 1973 και έως το έτος 1999 ήταν γραμματέας του ενάγοντος, προκειμένου να διαπιστώσει σε ποια κατάσταση βρίσκεται.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι όταν αγοράστηκε το δεύτερο επίδικο (εδαφική λωρίδα 300 τ.μ.) διαμορφώθηκε η εδαφική λωρίδα ως δρόμος για την ομαλότερη μετάβαση στο ακίνητο που αγόρασε το ενάγον με το υπ' αριθμ. ...91/1916 συμβόλαιο, γεγονός που ενισχύεται και από την έκθεση φωτοερμηνείας που συνέταξε το έτος 1994 η δασολόγος Ά.

Λ. σύμφωνα με την οποία το έτος 1945 διακρίνονται ίχνη μονοπατιού που ξεκινά από τα ελαιόδεντρα και καταλήγει στο δρόμο του γύρω .... Έκτοτε το δεύτερο επίδικο χρησιμοποιείτο συνεχώς από τους εκπροσώπους του ενάγοντος για τη μετάβασή τους στο μείζον ακίνητο τους, στο οποίο περιλαμβάνεται το πρώτο επίδικο εδαφικό τμήμα, οι οποίοι επέβλεπαν και τα δυο επίδικα ακίνητα, μέχρι και το έτος 1983 που, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, το πρώτον καταλήφθηκε μαζί με το πρώτο επίδικο τμήμα από τον εναγόμενο.

Η δε ορισθείσα πραγματογνώμονας Α. Α. εντόπισε τη θέση της εν λόγω επίδικης εδαφικής λωρίδας (αναφέροντας στην πραγματογνωμοσύνης της ότι η θέση της βρίσκεται στο πιθανό βορειοανατολικό όριο της αρχικής ιδιοκτησίας Γ., ενώ το βόρειο όριο αυτής επί του υπάρχοντος δρομίσκου, ο οποίος εφαπτόταν με το ελαιοστάσιο Γ.

και σήμερα ταυτίζεται με την αγροτική οδό, απείχε 33 μέτρα από το σημείο αυτό και ότι από αυτή τη θέση επί του δρομίσκου συνέχιζε εντός του ελαιοστασίου Γ. και κατέληγε δια καμπύλης στο κτήμα του ενάγοντος), όχι όμως με ακρίβεια, καθώς το βορειανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του εναγομένου πιθανολογείται και δεν μπορεί να καθοριστεί επακριβώς, προφανώς λόγω της αταξίας των τίτλων ιδιοκτησίας του.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ενάγον κατέστη κύριο των επιδίκων ακινήτων τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1983 ο εναγόμενος αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος αυτών. Όπως, όμως προαναφέρθηκε τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος (βλ.

σχετικά και ρητή αναφορά περί τούτου ειδικώς ως προς το πρώτο επίδικο στην από Μάρτιο 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της μηχανικού Ν. Π.) και ουδέποτε περιήλθαν στον εναγόμενο κατά κυριότητα σε ποσοστό 3/5 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο κτήσης δηλ. με το υπ' αριθμ. ...94/1- 10-1963 συμβόλαιο και το υπ' αριθμ. …..35/1-9-1973 συμβόλαιο, νόμιμα μεταγεγραμμένα και με άτυπη παραχώρηση από τον Α.

Γ., και στην σύζυγο του εναγομένου Λ. Γ. κατά ποσοστό 2/5 εξ αδιαιρέτου (με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο συμβόλαια), αφού οι δικαιοπάροχοι αυτών δεν είχαν στην κυριότητά τους κατά το χρόνο σύνταξης των άνω συμβολαίων τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα, το οποία εξακολουθούσαν να ανήκουν κατά κυριότητα στο ενάγον.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι, καίτοι τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονταν στους προγενέστερους τίτλους ιδιοκτησίας των συμβαλλόμενων, στο υπ' αριθμ. ...94/1-10-1963 συμβόλαιο, με τη σύνταξη αυτού το έτος 1963 οι οικογένειες Γ. και Δ., έχοντας όμορα ακίνητα με το ακίνητο του ενάγοντος, διένειμαν και διέθεσαν ακίνητη περιουσία τρίτου και δη του ενάγοντος, επιχειρώντας να καταπατήσουν όχι μόνο τα επίδικα τμήματα αλλά το όλο ακίνητο του ενάγοντος έκτασης 16 στρεμμάτων περίπου, καθώς άρχισε να παρουσιάζεται τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή και αγοραστική ζήτηση λόγω της γειτνίασής του με τη θάλασσα.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του ασκούσαν πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και λόγω κυριότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1062, 2063 και 2064 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, ενώ από το έτος 1946 και έπειτα συνέχισε να το νέμεται με διάνοια κυρίου και ειδικότερα ότι καλλιεργούσαν τα επίδικα, φύτευαν κηπευτικά, περιποιούνταν τα δέντρα και έβοσκαν ζώα, όπως αυτός ισχυρίστηκε και κατέθεσαν οι μάρτυρές του.

Και τούτο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ή οι δικαιοπάροχοι αυτού, άμεσοι και απώτεροι, πριν το έτος 1983 άσκησαν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτών που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι αυτά βρισκόταν κατά τρόπο σταθερό στη διάθεσή τους για χρονικό διάστημα 20 ετών πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Ειδικότερα, οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης περί καλλιέργειας των επιδίκων από τον εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους αυτού από το έτος 1946 και εντεύθεν ελέγχονται ως αναληθείς αφού δεν προκύπτουν ίχνη καλλιέργειας σ' αυτά από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1972 (καμία αναφορά σε καλλιέργεια αυτών δεν προκύπτει από την από έτους 1994 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Άννας Λύτρα), ενώ σε αεροφωτογραφία του έτους 1983 ένα μόνο τμήμα του εμφανίζει χαμηλή ποώδη βλάστηση, όπως συνάγεται από την άνω έκθεση φωτοερμηνείας.

Ενισχυτικό στοιχείο της μη καλλιέργειας των επίδικων είναι το ότι το έδαφος είναι πολύ βαλτώδες και όταν βρέχει λασπώνει και υποχωρεί, όπως κατέθεσε η ενόρκως εξετασθείσα μάρτυρας απόδειξης Μ. Α.. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος περί το έτος 1963 ήταν αυτός που άνοιξε πηγάδι στο επίδικο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης Γ.

Γ., διότι σε μη καλλιεργούμενη έκταση δεν υπήρχε λόγος ανό¬ρυξης πηγαδιού, το οποίο προϋπήρχε και είχε διανοιχθεί από το ενάγον σε πολύ προγενέστερο χρόνο. Ουδόλως δε αποδεικνύεται η κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου διάνοιξη του πηγαδιού από τον ίδιο και η εκμετάλλευση του επίδικου από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον τελευταίο (εναγόμενο) υπ' αριθμ. 81/1981 και 82/1981 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., με τις οποίες ο εναγόμενος καταδικάστηκε για παράνομη ίδρυση και λειτουργία κατασκήνωσης (κάμπινγκ).

Και αυτό, διότι από τις άνω ποινικές αποφάσεις δεν προκύπτει ότι το ακίνητο στο οποίο λειτούργησε ο εναγόμενος το θέρος του 1980 την παράνομη κατασκήνωση είναι το επίδικο, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο εναγόμενος, όπως προαναφέρθηκε, διέθετε όμορη ιδιοκτησία στην ιδία θέση και μάλιστα ελαιοστάσιο, οι δε άνω ποινικές αποφάσεις κάνουν λόγο για ελαιόφυτη έκταση, τέτοια δε δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η επίδικη, εντός της οποίας υπάρχουν μόνο επτά (7) ελαιόδεντρα.

Εμφανείς πράξεις νομής στα επίδικα, χωρίς βεβαίως να συντρέχει στο πρόσωπο αυτού καλή πίστη, επιχείρησε ο εναγόμενος από το έτος 1983 και έπειτα, γεγονός που ενισχύεται από το ότι από το χρονικό αυτό σημείο άρχισαν να φθάνουν καταγγελίες στο ενάγον και σε υπηρεσίες του δημοσίου και δημοσιεύματα στον τοπικό τύπο για πρόσωπα που επιχειρούσαν να καταλάβουν την μείζονα ιδιοκτησία του ενάγοντος στην περιοχή, η οποία από τους συντάκτες των καταγγελιών χαρακτηρίζεται βραχώδης, άγονη και μη παραγωγική, μεταξύ των οποίων κατονόμαζαν τον εναγόμενο και τον Β.

Δ., ενώ περί τα τέλη του 1984 ο εναγόμενος εξεδίωξε τον τεχνολόγο μηχανικό Ν. Μ. που πήγε να καταμετρήσει τα επίδικα από τα επίδικα και ακολούθως με την από 12-3-1985 ένορκη εξέτασή του προέβαλε ίδια δικαιώματα επί των επιδίκων, ισχυριζόμενος ότι κατέχει ακίνητη περιουσία στην περιοχή, την ακριβή έκταση της οποίας δεν γνωρίζει, ότι όση έκταση είχε την βρήκε από τον πατέρα του και αυτός από τον πατέρα του και ότι αν υποτεθεί ότι υπήρχε καταπάτηση αυτή θα έπρεπε να έχει γίνει από τον πατέρα του ή από τον παππού του.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι αναφερόμενες από τον εναγόμενο πράξεις νομής που ανάγονται σε χρόνο μικρότερο της εικοσαετίας πριν την άσκηση της αγωγής (ανέγερση στα επίδικα κτισμάτων κατόπιν οικοδομικών αδειών που έλαβε το έτος 1989, λειτουργία μίνι μάρκετ - ψητοπωλείου από το έτος 1993) δεν είναι ικανές να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού κατά ποσοστό 3/5 αδιαίρετα και κυριότητας τρίτου στο επίδικο κατά ποσοστό 2/5 αδιαίρετα, που προέβαλλε ο εναγόμενος" Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι η κτηθείσα από το αναιρεσίβλητο με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) κυριότητα στα επίδικα ακίνητα δεν καταλύθηκε με κυριότητα που να αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία από τον αρχικώς εναγόμενο κατά ποσοστό 3/5 εξ αδιαιρέτου από αυτόν και κατά τα υπόλοιπα 2/5 εξ αδιαιρέτου από τη σύζυγο του και απέρριψε τη σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού και τρίτου κατά τα ως άνω ποσοστά, αντίστοιχα, θεμελιούμενη (εκτός άλλων) και στην έκτακτη χρησικτησία και αφορά ο συναφής αναιρετικός λόγος, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, για το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης ιδίας κυριότητας του αρχικώς εναγομένου και της συζύγου του κατά τα προαναφερόμενα ως άνω ποσοστά, αντίστοιχα, με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ότι ουδέποτε ασκήθηκαν πράξεις νομής επί του επίδικου από τον αρχικώς εναγόμενο πριν την κατάληψη το έτος 1983, αλλά αντίθετα από το ενάγον - αναιρεσίβλητο, ο δε χρόνος από την κατάληψη μέχρι την άσκηση της αγωγής (1995) δεν αρκεί για την αίτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Η παραδοχή δε του Εφετείου ότι στην συμβολαιογραφική διανομή ακίνητης περιουσίας μεταξύ των οικογενειών Γ. και Δ., το έτος 1963, αυτοί περιέλαβαν και την περιουσία του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, στην οποία εμπίπτουν και τα επίδικα, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή, καθόσον αφορά το χρόνο έναρξης της χρησικτησίας εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου το έτος 1983, αφού το Εφετείο δεν δέχεται ότι η πράξη διανομής από μόνη της αποτελεί πράξη νομής, χωρίς τη διενέργεια και άλλων πράξεων μετά από αυτήν, και πάντως μετά το έτος 1983, πέραν του ότι δεν υπάρχει και αντίστοιχη παραδοχή ότι με τη διανομή τα επίδικα περιήλθαν στον αρχικώς εναγόμενο.

Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς την μη απόκτηση ιδίας κυριότητας από το δικαιοπάροχο τους, κατά τις άνω διακρίσεις, με έκτακτη χρησικτησία είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια επίσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλειπών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της κτήσης κυριότητας των επίδικων από το ενάγον-αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία (1045 ΑΚ) και αφορά στη διενέργεια από αυτό πράξεων νομής, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής, για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε κατά την έρευνα και του πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγου αναίρεσης, αφού η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι το ενάγον απέκτησε την κυριότητα των επίδικων με παράγωγο τρόπο, αλλά και με τακτική χρησικτησία, που θεμελιώνει την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, αντίστοιχα, η πρώτη των οποίων δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης, η δε δεύτερη δεν πλήττεται επιτυχώς στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και ... έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 293/2016).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους (αρχικού εναγομένου) με πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο, και αντίθετα της έλλειψης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη σειρά εγγραφών υποθήκης ή προσημειώσεων υποθηκών, με ασφαλιζόμενους Τράπεζες ή ιδιώτες, που αφορούν, κατά τους ισχυρισμούς τους, ιδίως το πρώτο, αλλά και το δεύτερο επίδικο, ήτοι:

α) Το από 27-3-2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου ... που αφορά υποθήκη που συνέστησε ο αρχικός διάδικος και δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων υπέρ της ΑΤΕ και γράφτηκε στον τόμο ….Γ και αριθμό ….64, β) Το με αριθμ. …..98/1977 πιστοποιητικό εγγραφής υποθήκης στον τόμο 21 με αριθμό 159 του βιβλίου Υποθηκών υπέρ του αντισυμβαλλόμενου του δικαιοπαρόχου τους Δ.

Γ., γ) Το με αριθμ. …..99/1977 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα ...υ για παραχώρηση υποθήκης σε τρίτο, δ) Το με αριθμό …..99/24-10-1997 πιστοποιητικό εγγραφής υποθήκης από ΑΤΕ για την εξασφάλιση πιστώσεων που χορηγήθηκαν στον δικαιοπάροχο τους, συνολικής αξίας τη δεκαετία του 1969 ποσού 486.000 δρχ. και σκαρίφημα της ίδιας Τράπεζας που αποτυπώνει το ακίνητο, επί του οποίου γράφτηκε η υποθήκη, ε) Πιστοποιητικά περαιτέρω παραχώρησης υποθήκης στην ΑΤΕ για την εξασφάλιση πιστωτών, στ) Πιστοποιητικά για παραχώρηση προσημειώσεων για το ποσό των 11.800.000 Ευρώ υπέρ της Ιονικής Τράπεζας για την παροχή πιστώσεων.

Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, (από τα οποία δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι αφορούν τα επίδικα), χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2018 αίτηση των Σ. Γ. κλπ για αναίρεση της 331/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ