Legislator Case Law & Legislation
1089/2017 AI generated

1089/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1089/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1089/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1089/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρανάσιο.

Της αναιρεσίβλητης: Ί. συζύγου Ν. Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκε η απόφαση 258/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 26-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζoμένη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. ... /30-7-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Σ. Χ. Κ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την συνημμένη πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), για την ορισθείσα δικάσιμο της 9-11-2015, κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση της υποθέσεως, με αίτημα της ίδιας, για την δικάσιμο της 16-5-2016, κατά την οποία ανεβλήθη και πάλι η συζήτηση, με κοινό αίτημα των διαδίκων, λόγω αποχής των πληρεξουσίων των δικηγόρων, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 και 321 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για να προσβληθεί με αναίρεση απόφαση πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη, καθίσταται δε τοιαύτη, εκτός των άλλων, και όταν παρέλθει η προθεσμία της εφέσεως. Η προθεσμία αυτή, σε περίπτωση μη επιδόσεως της αποφάσεως είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., τρία έτη και αρχίζει από την δημοσίευση της αποφάσεως. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, η απόφαση, μη υποκειμένη σε έφεση, καθίσταται τελεσίδικη και προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση. Η προθεσμία εξάλλου της αναιρέσεως, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού παρέλθει η προθεσμία της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., τρία έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) έτη από την δημοσίευση της προσβαλλομένης πρωτοδίκου αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π.1113/1986).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη πρωτόδικη απόφαση, εκδοθείσα κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει απ’ αυτήν, την 18-12-2008, ενώ δεν προκύπτει, ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός, ότι αυτή επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευσή της, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής ασκήθηκε την 17-7-2014, όπως προκύπτει από την επ’ αυτής πράξη του αρμοδίου γραμματέως, δηλαδή πριν από την πάροδο έξι συνολικώς ετών από την δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα εμπροθέσμως και κατά τελεσιδίκου αποφάσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Για την θεμελίωση του αναιρετικού τούτου λόγου απαιτείται το δικαστήριο της ουσίας να έχει επιληφθεί, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου εκ των διαδίκων, της έρευνας για την συνδρομή ή όχι δεδικασμένου και να έχει περιλάβει στην απόφασή του θετική ή αρνητική περί τούτου κρίση.

Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ’ αυτή προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 1442/2009, 1345/2011). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν αχθεί προς δικαστική διάγνωση μια έννομη σχέση, από την τελεσιδικία της επ’ αυτής αποφάσεως παράγεται δεδικασμένο και για κάθε ζήτημα που εξετάσθηκε παρεμπιπτόντως και αναγκαίως κρίθηκε για τη διάγνωση της εννόμου σχέσεως, εφόσον το δικαστήριο είχε υλική αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της παρεμπιπτούσης διαφοράς, αν αυτή εισαγόταν ενώπιον του ως κύριο ζήτημα (Ολ.

Α.Π. 10/2002). Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας εννόμου σχέσεως που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, στην προηγουμένη δίκη προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο της ορισμένης κρίσεως του αντικειμένου της διαφοράς (Α.Π. 644/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του με αριθμό .../7-1-1998 συμβολαίου πωλήσεως της Συμβολαιογράφου ..., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως ..., η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) κατέστη...κυρία με αγορά από τους εναγομένους, του δευτέρου (ήδη αναιρεσείοντος) εκπροσωπουμένου από τον πρώτο εναγόμενο (ήδη αποβιώσαντα) ...

επί ενός αγρού που είχε έκταση κατά μεν τον τίτλο κτήσης τετραγωνικά μέτρα τρεις χιλιάδες διακόσια (3.200) περίπου, κατά δε νεότερη καταμέτρηση μέτρα τετραγωνικά τέσσερις χιλιάδες πενήντα τρία και τριάντα πέντε εκατοστά (4.035,35) που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του χωριού Ελληνικών Ιστιαίας Εύβοιας ..., κατά την σύναψη του προαναφερομένου συμβολαίου πωλήσεως οι εναγόμενοι, ο δεύτερος αυτών εκπροσωπούμενος από τον πρώτο των εναγομένων, δήλωσαν στην ενάγουσα ότι της "πωλούν, παραχωρούν, μεταβιβάζουν το ως άνω ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ελεύθερο από κάθε βάρος....δουλεία κάθε είδους, πραγματική και προσωπική...".

Ακολούθως η ενάγουσα ανήγειρε ξενοδοχειακή μονάδα επί του προρρηθέντος αγρού, περιέφραξε το ακίνητό της και στη νότια πλευρά του...διαμόρφωσε χώρο στάθμευσης οχημάτων των ενοίκων του ξενοδοχείου. Ωστόσο όταν περί τα μέσα του έτους 2003 η ενάγουσα αποφάσισε να περιφράξει αυτό το χώρο στάθμευσης οι όμοροι ιδιοκτήτες Δ.

Χ. Γ. και Α. Δ. Γ. κατέθεσαν σε βάρος της ενάγουσας την από 14-10-2003 αίτηση ... ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας με την οποία ζητούσαν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα οιονεί νομής δουλείας διόδου και να τους αποδοθεί η δίοδος πλάτους τριών μέτρων και πενήντα εκατοστών (3,50) και μήκους τριάντα οκτώ μέτρων (38). Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής...ο πρώτος των εναγομένων κατέθεσε ως μάρτυρας των αιτούντων μεταξύ άλλων ότι γνώριζε την επίδικη δίοδο και ότι υπήρχε αναμφισβήτητα από το έτος 1967 σε αντίθεση με όσα ανωτέρω είχε υποσχεθεί στην ενάγουσα αναφορικά με την έλλειψη εμπραγμάτου βάρους στο ακίνητο που της μεταβίβασε.

Επί της ανωτέρω αιτήσεως... εκδόθηκε η ... 74/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας..., με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και αναγνωρίσθηκαν οι αιτούντες οιονεί νομείς δουλείας διέλευσης από την ανωτέρω δίοδο πλάτους τριών μέτρων και πενήντα εκατοστών (3,50), ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε είχε λάβει γνώση της ύπαρξης της ανωτέρω υφισταμένης δουλείας επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και κατά τη σύναψη του συμβολαίου πωλήσεως αυτού, αλλά ότι το πληροφορήθηκε πρώτη φορά με την ένορκη κατάθεση του δικαιοπαρόχου της, πρώτου εναγομένου στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου.

Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι είχε ενημερώσει την ενάγουσα προ της υπογραφής του συμβολαίου για την ύπαρξη της ανωτέρω δουλείας, αλλά για λόγους πολεοδομικούς δεν έκαναν μνεία στο συμβόλαιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος... Κατόπιν και των ανωτέρω εκτιθέμενων αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, ο πρώτος αυτών ενεργώντας και για λογαριασμό του δεύτερου και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων της κρινομένης συμβάσεως απέκρυψαν από την ενάγουσα την ύπαρξη της δουλείας διόδου υπέρ των ομόρων ιδιοκτητών Δ.

Χ. Γ. και Α. Δ. Γ. σε βάρος του ακινήτου που επρόκειτο να της μεταβιβάσουν, την οποία είχε αναγνωρίσει ο πρώτος των εναγομένων στο παρελθόν. Εξάλλου και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων υπήρχε τέτοια υποχρέωση για παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων απορρέουσα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αναφορικά με τα βάρη του ακινήτου.

Περαιτέρω οι δηλώσεις του πρώτου των εναγομένων στο από 28-8-1986 ιδιωτικό έγγραφο όσο και αμφοτέρων των εναγομένων στο επίδικο συμβόλαιο πωλήσεως του ακινήτου περί του ότι αυτό δεν βαρύνεται με διεκδίκηση τρίτου και ότι είναι ελεύθερο παντός βάρους και δουλείας αντίστοιχα έτειναν να ενισχύσουν την πεπλανημένη εντύπωση της ενάγουσας περί της μη υπάρξεως νομικού ελαττώματος του πωληθέντος ακινήτου.

Επίσης η αποσιώπηση από τους εναγόμενους της υπάρξεως δουλείας διόδου, της οποίας η αποκάλυψη στη συμβαλλομένη ενάγουσα που το αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης βούλησης της ενάγουσας, προκειμένου να προβεί στην αγορά του ακινήτου, όπως και έπραξε, με σκοπό αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους από τους εναγόμενους.

Δεν επεδίωξαν βέβαια οι πωλητές εναγόμενοι την πρόκληση βλάβης στην ενάγουσα, αλλά προέβλεψαν την επέλευση της ζημίας, ως συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς τους, γεγονός που αρκεί για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής τους ευθύνης. Από την ανωτέρω κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως η ενάγουσα ζημιώθηκε τη διαφορά που είχε κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής στο παρόν δικαστήριο, ο οποίος είναι ο κρίσιμος για τον συγκεκριμένο προσδιορισμό της ζημίας ...

η μεταβιβασθείσα έκταση με την αγοραστική αξία που θα είχε κατά τον ίδιο χρόνο η ίδια έκταση αν είχε το ανωτέρω νομικό ελάττωμα, το οποίο σημειωτέον είναι ουσιώδες, διότι το ακίνητο αφαιρουμένης της υφισταμένης δουλείας διόδου έχει έκταση μικρότερη των τεσσάρων στρεμμάτων και συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο ....

Ειδικότερα κατά το χρόνο της άσκησης της υπό κρίση αγωγής η αγοραία αξία του επιδίκου ακινήτου ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 24.000 ευρώ (6000 Χ 4 στρέμματα), ενώ η αξία του με το ανωτέρω νομικό ελάττωμα ανέρχεται στο ποσό των 14.000 ευρώ (3.500 Χ 4 στρέμματα). Επομένως η ζημία της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ (24.000-14.000), το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Περαιτέρω από την ανωτέρω απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων εις βάρος της ενάγουσας κρίνεται, όπως αναλύθηκε ανωτέρω ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των εναγομένων τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της απάτης, που τελέστηκε κατά τον ως άνω τρόπο.

Συνεπεία της παράνομης αυτής συμπεριφοράς των εναγομένων, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη συνισταμένη στη στενοχώρια που δοκίμασε λόγω της απαξίωσης ενός σημαντικού για αυτή περιουσιακού της στοιχείου, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν ...

εις ολόκληρον το ποσό των ... (5.000) ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα και τον συνεναγόμενο (ήδη αποβιώσαντα αδελφό του) να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστον στην αναιρεσίβλητη, για τις ρηθείσες αιτίες (αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση) το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως.

Την απόφαση αυτή μέμφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση και με τον μοναδικό λόγο αυτής, με τον οποίο προβάλλει την εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προβληθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του ιδίου και του συνεναγομένου αδελφού του περί υπάρξεως δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 52/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και καταλύει την βάση της ενδίκου αγωγής.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων, για την θεμελίωση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας εκθέτει στην αίτησή του, μεταξύ άλλων και τα εξής: Ο ήδη αποβιώσας, αδελφός Ι. Π., δικηγόρος Χαλκίδος, μετά την από 11-2-2004 έγγραφη κατ’ αυτού αναφορά της ήδη αναιρεσίβλητης και του συζύγου της προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Χαλκίδος περί εξαπατήσεώς τους από αυτόν με την απόκρυψη της υφιστάμενης στο πωληθέν ακίνητο δουλείας διόδου, άσκησε εναντίον τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από 21-6-2004 αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η προρρηθείσα αναφορά αυτών (εναγομένων) ήταν ψευδής και υπεβλήθη υπ’ αυτών εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τόσον του ιδίου ως μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδος, όσο και του αδελφού του (αναιρεσείοντος) και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την τελεσθείσα εις βάρος τους αδικοπραξία.

Η αγωγή αυτή, απορριφθείσα πρωτοδίκως, έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμ. 52/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι τότε εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ. Ειδικότερα το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο ότι ο ενάγων, ο οποίος και διαπραγματεύθηκε την επίμαχη αγοραπωλησία και για λογαριασμό του αδελφού του (ήδη αναιρεσείοντος) κατέστησε γνωστό στους εναγομένους προ της συντάξεως του συμβολαίου ότι το προς πώληση ακίνητο ήταν βεβαρημένο με δουλεία διόδου υπέρ των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων Δ.

και Α. Γ., η αναφορά όμως στο συνταχθέν συμβόλαιο του εμπραγμάτου αυτού βάρους, που ήταν ήδη γνωστό στους εναγομένους και εξ ιδίας τους αντιλήψεως, παραλείφθηκε με συμφωνία των συμβαλλομένων για να μην αποτελέσει εμπόδιο στην έκδοση της οικοδομικής άδειας, ενόψει της περιορισμένης εκτάσεως του ακινήτου και συνεπώς όσα περί του αντιθέτου διέλαβαν στην καταγγελία τους προς τον Δικηγορικό Σύλλογο οι εναγόμενοι, ότι δηλαδή οι πωλητές τους απέκρυψαν το ρηθέν νομικό ελάττωμα του υπό μεταβίβαση ακινήτου, ήταν ψευδή και συκοφαντικά για τον ενάγοντα και αποσκοπούσαν στην πρόκληση της πειθαρχικής διώξεως αυτού, στοιχειοθετούσαν δε τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως και προξένησαν την προσβολή της προσωπικότητας και την ηθική βλάβη του ενάγοντος, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεώς, ανερχομένης στο επιδικασθέν ως άνω χρηματικό ποσό.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος προβλήθηκε νομίμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών του, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε ουσιώδης, καθόσον η προειρημένη απόφαση του Εφετείου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, αποτελεί δεδικασμένο για την προκειμένη υπόθεση, αφού το ζήτημα της εξαπατήσεως ή μη των αγοραστών ως προς το επίμαχο νομικό ελάττωμα του ακινήτου που απετέλεσε την βάση της κριθείσης μετά δυνάμεως δεδικασμένου αδικοπραξίας, αποτελεί την βάση και της ενδίκου αγωγής, η οποία θεμελιούται επί της αδικοπραξίας που φέρεται τελεσθείσα σε βάρος της εναγούσης δια της εξαπατήσεώς της υπό των εναγομένων ως προς το αυτό νομικό ελάττωμα του ακινήτου. Ωστόσο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, στην οποία δεν γίνεται οποιαδήποτε περί τούτου (ισχυρισμού) αναφορά. Επομένως, το δικαστήριο, μη λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό των εναγομένων, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ., όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον αντίστοιχο και μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττώμενη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 12 ν.4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 258/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα την

21η Ιουνίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ