Legislator Case Law & Legislation
1089/2015 AI generated

1089/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1089/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1089/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Keywords

AI generated
political morality extortion of excessive official fees excessive remuneration compliance with technical standards disproportionate sanction decisions relating to emoluments
AI generated
8/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Απριλίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 916/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαρτίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται και εξειδικεύεται με την παρούσα έκθεση και να απορριφθούν οι λοιποί.
1861/2013
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ.
1926/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
236/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
2026/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1089/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ.-Τ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χάρη Βεργούλη, που ανεκάλεσε την από 17-12-2014 παράσταση με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23977/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2566/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 8-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ..../22-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Η. Τ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (12-1-2015) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσιβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Κατά το άρθρο 57 του ΑΚ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Περαιτέρω, για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδή καταμήνυση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363, και 229 του ΠΚ.Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος)... πολιτικός μηχανικός, μέχρι την 31-7-09 ήταν υπάλληλος της ΕΥΑΘ ΑΕ, η οποία παρέχει υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης.

Ως αντικείμενο εργασίας του...τεχνικού ελεγκτή στο τμήμα εσωτερικού ελέγχου της άνω εταιρίας ήταν η παρακολούθηση και ο έλεγχος εφαρμογής των νόμων και των κανονισμών κατά τη λειτουργία και δραστηριότητα της εταιρίας, καθώς και της ορθής εκτέλεσης των συμβάσεων που συνάπτει η τελευταία με τρίτους, συντασσομένων προς τούτο περιοδικών και έκτακτων αναφορών.

Τις αναφορές αυτές προωθούσε εμπιστευτικώς στο ΔΣ της εταιρίας. Τον Σεπτέμβριο του 2007 πραγματοποίησε έλεγχο αναφορικά με τις υποθέσεις νέων τιμών πιστοποιημένων εργασιών’ που αφορούσαν στις περιπτώσεις τεσσάρων εργολαβιών έργων αποχέτευσης που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της ΕΥΑΘ ΑΕ και τριών αναδόχων και είχαν εκτελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2004-2006...Συγκεκριμένα διερεύνησε και κατέγραψε τις τιμές τιμολογίων νέων εργασιών όπως α) έργου "Επείγοντα μικροέργα αποχέτευσης 2003", β) Α ομάδα επειγόντων έργων αποχέτευσης έτους 2003" με ανάδοχο την εταιρία "ΒΟΡΡΑΣ ΑΤΕ", γ) "κατασκευή συλλεκτήρα ακαθάρτων υδάτων στην περιοχή ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ του Δήμου ... (2005)" με ανάδοχο την εταιρία "Π.

ΑΤΕ" και δ) του έργου "κατασκευή αγωγών αποχέτευσης ακαθάρτων υδάτων στην οδό ... και ... Δήμου ..." με ανάδοχο την εταιρία Ψ. ΑΤΕ. Μετά την μελέτη των ως άνω υποθέσεων συνέταξε το...TEE 30/3-9-07 έγγραφο στο οποίο αναφέρονται οι τιμές των εργασιών που διαπιστώθηκαν και οι αντίστοιχες τιμές που θα προέκυπταν από την εφαρμογή των ενιαίων (προτύπων) τιμολογίων, που χρησιμοποιούνται υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 8 Ν. 3263/04.

Ειδικότερα στο έγγραφο πόρισμα του αναφέρθηκε ότι στο 1°,2° και 4° από τα ως άνω έργα παρατηρείται αύξηση των νέων τιμών σε σχέση με τις υποχρεωτικές τιμές προς όφελος του εργολάβου, ενώ στο 3° έργο υπάρχει εναρμόνηση των νέων τιμών με αυτών των προτύπων τιμολογίων και ότι ο εισηγητής προς το Τεχνικό Συμβούλιο για 1° και 2° έργο ήταν ο Π.

Ν., ως προϊστάμενος αυτού, η εισήγηση του οποίου έγινε ομόφωνα δεκτή, οι δε συνεδριάσεις του ως άνω οργάνου έγιναν μεταγενέστερα του χρόνου ενάρξεως ισχύς των προτύπων τιμολογίων του ΥΠΕΧΩΔΕ, δηλαδή μετά τον Νοέμβριο 2004. Τα έγγραφα αυτά αρμοδίωςπεριήλθαν στην εναγόμενη υπάλληλο της ΕΥΑΘ ΑΕ, η οποία ήταν και μέλος του Τεχνικού Συμβουλίου’ καθώς και στα υπόλοιπα μέλη του Τεχνικού Συμβουλίου, ζητήθηκαν δε εγγράφως οι απόψεις τους επί των ως άνω θεμάτων.

Στις 4-1-08 η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Θεσσαλονίκης σε βάρος του ενάγοντος και κατά παντός υπευθύνου την από 3-1-08 έγκληση της με την οποία ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων διοχέτευσε στην Εφημερίδα "..." και δη στο φύλλο της 11ης-10-07 την προαναφερόμενη αναφορά του ενάγοντος, και ότι στο δημοσίευμα αυτό υπάρχουν υπαινιγμοί σε βάρος του προσώπου της, ότι το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου του ενάγοντος ήταν ψευδές, τελούσε δε αυτός και οι υπόλοιποι εγκαλούμενοι σε γνώση του ψεύδους με αποτέλεσμα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της.

Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίσθηκε μεταξύ των άλλων για τον ενάγοντα ότι οι απόψεις του πάσχουν από έλλειψη της προσήκουσας σοβαρότητας, ότι οι σκέψεις, κρίσεις και εκτιμήσεις του αποδεικνύουν ότι βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση εννοιών και ότι αγνοεί την Νομοθεσία περί Δημοσίων Έργων. Η ως άνω έγκληση απορρίφθηκε...ως αβάσιμη στην ουσία της με την από 10-9-08...διάταξη της Εισαγγελέως Πλημ/κών Θεσσαλονίκης.

Μετά την άσκηση προσφυγής κατά της ως άνω διάταξης από την εγκαλούσα εναγόμενη εκδόθηκε η υπ’ αρ. 12/09 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή, όσον αφορά τον εγκαλούμενο ενάγοντα και άλλους..., παραγγέλθηκε δε η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους για ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου από κοινού και για συκοφαντική δυσφήμηση και του ενάγοντος και του Ι.

Δ. Μετά τη διενέργεια προανάκρισης εκδόθηκε το υπ’ αρ. 227/09 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των παραπάνω για τις ως άνω πράξεις, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων του ενάγοντος ήταν αληθές. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων συνέταξε τα προαναφερόμενα έγγραφα στα πλαίσια των υπηρεσιακών του αρμοδιοτήτων, ήταν εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα, δεδομένου ότι έπρεπε να ισχύσουν οι μειωμένες τιμές κατά τη σύνταξη των προϋπολογισμών δημοπράτησης των προαναφερομένων έργων.

Ειδικότερα η αναφορά του ως προς την εναγομένη έγινε στο προσήκον υπηρεσιακό ύφος, χωρίς μειωτικούς χαρακτηρισμούς για το πρόσωπο της, ώστε να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη της. Επίσης η εναγόμενη όπως προελέχθη κλήθηκε αρμοδίως να διατυπώσει επί των παραπάνω εγγράφων του ενάγοντος τις απόψεις της εγγράφως.

Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διοχέτευσε στον τύπο πληροφορίες ώστε να συνταχθεί το δημοσίευμα "ΕΥΑΘ". Στο δεκαπλάσιο ανήλθαν οι υπερτιμολογήσεις το 2004, η δε εναγόμενη υπέβαλε την προαναφερόμενη έγκληση της σε βάρος του ενάγοντος από υπερβολικό ζήλο, έχοντας την πεποίθηση ότι με τον τρόπο αυτό προστατεύει την προσωπικότητα της και τα έννομα συμφέροντα της, χωρίς να έχει άμεσο δόλο, όπως είναι αναγκαίο, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης..., δεδομένου ότι πίστευε ότι πράγματι ο ενάγων διοχέτευσε τις σχετικές πληροφορίες για το έγγραφο του στον τύπο.

Επομένως η εναγόμενη δεν τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης ούτε και της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ), αφού δεν γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στην ένδικη έγκληση της ήταν ψευδή περιστατικά, αποδείχθηκε όμως ότι είχε πρόθεση με το περιεχόμενο της ως άνω εγκλήσεως να βλάψει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, τελώντας το αδίκημα της εξύβρισης (άρθρο 361 ΠΚ) σε βάρος του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι αυτή είχε πρόθεση να τελέσει...τα προαναφερόμενα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις..., ενώ ορθά ...απέρριψε το αίτημα αυτής περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η αναγκαιότητα του αμετακλήτου πέρατος της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί σε βάρος της για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης...

Εξαιτίας της υπαίτιας και άδικης συμπεριφοράς της εναγόμενης σε βάρος του ενάγοντος ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση της πρέπει να επιδικασθεί σ’ αυτόν εύλογη χρηματική ικανοποίηση.... δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ...". Με βάσει της ανωτέρω παραδοχές και κατ’ αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ. και 361 ΠΚ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, βάσει των αναιρετικώς ανελέγκτων παραδοχών στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι η αναιρεσείουσα με τα εκτιθέμενα στην έγκληση της ψευδή και προσβλητικά για την τιμή και υπόληψη του αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά, ναι μεν δεν τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως του τελευταίου, διότι δεν γνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών αυτών, είχε όμως πρόθεση να βλάψει την τιμή και υπόληψη τούτου διαπράττοντας το αδίκημα της εξυβρίσεως. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά τις αιτιάσεις του περί παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμος, ενώ, κατά τις λοιπές αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις του, ο αυτός λόγος αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, διότι υπό την αόριστη επίκληση της παραμορφώσεως του περιεχομένου των εν λόγω διατάξεων, των εγγράφων και των δικογράφων και μη λήψεως υπόψη εγγράφων και αυτοτελών ισχυρισμών αποδεικνυομένων εξ αυτών, πλήττεται η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλομένη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα ετέλεσε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου την αξιόποινη πράξη της εξυβρίσεως και προκάλεσε σ’ αυτόν ηθική βλάβη για την οποία και δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., για ανεπαρκή αιτιολόγηση της κρίσεως του περί τελέσεως του αδικήματος της εξυβρίσεως είναι αβάσιμος, ενώ η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα αντίθεση των αντιστοίχων αιτιολογιών προς αποδεικτικά στοιχεία που αυτή επικαλείται, αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, οι δια του αυτού λόγου αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 10, 11, 16 και 20 Κ.Πολ.Δ. τυγχάνουν αόριστες και ως τοιούτες απαράδεκτες, καθόσον δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο οι αναιρετικές πλημμέλειες (ερμηνευτικές ή υπαγωγικές) που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση και δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, που να στοιχειοθετούν, κατά την αναιρεσείουσα, τις, κατ’ αριθμόν μόνο αναφερόμενες, ως άνω πλημμέλειες.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 β’ του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, προσάπτει, κατ’ εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων προταθέντων και ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για την θεμελίωση του αναιρετικού τούτου λόγου η αναιρεσείουσα παραθέτει εκτεταμένα αποσπάσματα των διατάξεων των Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Θεσσαλονίκης, τα οποία είχε επικαλεσθεί με σχετικό λόγο εφέσεως και ενώπιον του Εφετείου, και καταλήγει ως εξής: "...ΑΡΚΕΙ η ανάγνωση και προσεκτική μελέτη των δικογράφων που προσκομίζω για να καταφανεί ότι ΟΥΔΕΝ αδίκημα διέπραξα-όπως και το Ποινικό Δικαστήριο μετά μακρά ακροαματική διαδικασία αποφάνθηκε-αλλά αμυνόμενη προσέφυγα στην Δικαιοσύνη για την προστασία της δεινώς και βαναύσως βαλλόμενης-τότε-προσωπικότητας μου.

Κατά ταύτα απορρίφθηκαν από την προσβαλλομένη απόφαση βάσιμοι και παραχρήμα αποδεικνυόμενοι από τα ανωτέρω έγγραφα στοιχεία και δικόγραφα αυτοτελείς ισχυρισμοί μου και επίσης δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκα ως ανωτέρω και στις προτάσεις των δικών της ουσίας και προσεκόμισα, ή σιωπηρώς παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών, ιδία των Διατάξεων των Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών, όπως παρατίθενται ανωτέρω, ως και του Βουλεύματος με αριθμ. 941/2012 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών...

που αφορά την αξιοπιστία του αναιρεσιβλήτου... Όθεν σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1,8,10 και 11 η προσβαλλομένη απόφαση..., αναιρετέα καθίσταται". Υπό το ως άνω περιεχόμενο του ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως, απαράδεκτος, διότι οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την ρηθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., τουτέστιν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που λήφθησαν βεβαίως υπόψη από το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Η εκτίμηση των αποδείξεων άλλωστε πλήττεται κυρίως και δια του αναιρετικού τούτου λόγου, ως προκύπτει εκ του περιεχομένου του, η οποία όμως, ως προεξετέθη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μόνο αν από την γενική αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο , στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα τοιαύτα .

Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρέσεως, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη προσκομισθέντα, μετ’ επικλήσεως, ενώπιον του αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύοντα την βασιμότητα των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και δη: Τις διατάξεις των Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Θεσσαλονίκης, έγγραφο της διοικήσεως ΕΥΑΘ ΑΕ, την υπ’ αριθμ. 2426/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα υπ’ αριθμ. 941/2012 και 1429/2011 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, κατόπιν συνεκτιμήσεως, με τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις και όλων των μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, και ιδιαιτέρως από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Τέλος η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενη την, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αθώωση της με την υπ’ αριθμ. 11670/18-6-2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει δόλου, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, επί λέξει τα εξής: "...η Ποινική Δικαιοσύνη με κήρυξε αθώα με τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση η οποία παράγει δεδικασμένο...το οποίο η προσβαλλομένη απόφαση κατά προφανή παραβίαση του νόμου δέχθηκε σιωπηρώς, ότι δεν υπάρχει ούτε καν τεκμήριο αν όχι δεδικασμένο και είναι αναιρετέα και για τον λόγο τούτο (άρθρο 559 αριθμ.16) πέραν της κατάδηλης ύπαρξης αντιφατικών αποφάσεων δηλονότι της ποινικής που με κηρύσσει αθώα για τα αδικήματα που με εγκάλεσε ο αναιρεσίβλητος με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι όσα του καταμαρτυρούσα με την έγκληση μου ήταν ΑΛΗΘΗ και συνεπώς ΟΥΤΕ το αδίκημα της εξύβρισης υπήρξε όπως κρίνει η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία καταψηφίζει χρηματική αποζημίωση λόγω δήθεν ηθικής βλάβης για αδίκημα που δεν κατηγορήθηκα ούτε ετέλεσα ή πάντως τούτο απορροφάται από το τοιούτο της ψευδούς καταμήνυσης, το οποίο τυγχάνει μείζονος απαξίωσης....και για το οποίο κηρύχθηκα αθώα συντρέχει και παραμόρφωση των δικογράφων και στοιχείων τούτων και παράλειψη εκτίμησης και στάθμισης κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων.

Κατά ταύτα η βαλλόμενη απόφαση αναιρετέα τυγχάνει σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 8, 11, 12, 16 και 17 και 20 του Κ. Πολ. Δικ.".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, προέχοντως διότι η ρηθείσα ποινική απόφαση, δεν υπήρχε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω, οι λοιπές δια του αυτού λόγου αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι υπό την αόριστη και κατ’ αριθμό μόνον επίκληση τούτων πλήττεται κατ’ ουσίαν η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), ελλείψει δε σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη εις βάρος της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2014 αίτηση της Ε. Σ.-Τ. του Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2566/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ