Legislator Case Law & Legislation
1089/2013 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal on interest calculation, upholding lower court's ruling on statutory interest periods.

Case Number 1089/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a final judgment ordering it to pay interest on a debt. The lower courts ruled that interest began accruing from the filing of the first lawsuit in 2001, not the second one in 2006, despite the State's argument regarding a one-year limitation period. The court held that the statutory provisions and established case law correctly applied the rules for interest generation, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 296 of the Civil Code; Article 22 of the Law 3693/1957: The exercise of a right is abusive if it exceeds the limits of good faith or social purpose, and interest on public debt accrues only after the passage of a full year or fiscal year following the filing of the lawsuit.

Keywords

AI generated
abuse of right statutory interest public debt limitation period civil procedure accrual of interest good faith

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 296 of the Civil Code
Article 22 of Law 3693/1957
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 4506/2004 of the Plenary Court of Athens
Decision 1895/2006 of the Athens Court of Appeal

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1089/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΕ", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Δεκεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7669/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1431/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15 Μαΐου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να άσκηση το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Στη προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο πρόβαλε στο Εφετείο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επικαλούμενο ειδικότερα ότι η συμπεριφορά της αντιδίκου του για διεκδίκηση τόκου τόκων υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη όρια κατά το άρθρο 281 Α.Κ., δεδομένου ότι το Δημόσιο εγγυήθηκε για τα επίδικα δάνεια "στα πλαίσια οικονομικής πολιτικής, ενώ βάσει των οικείων υπουργικών αποφάσεων εγγυήθηκε για το κεφάλαιο και τους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) κατά ανώτατο όριο για μια διετία".

Η ένσταση αυτή δεν είναι νόμιμη καθόσον υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά η άσκηση του δικαιώματος από την ενάγουσα δεν καθίσταται καταχρηστική κατά την ανωτέρω έννοια του άρθρου 281 Α. Κ.

Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε μη νόμιμη την επαναφερθείσα ενώπιον του ως άνω ένσταση δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 Α. Κ. γι αυτό και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ένδικη αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα τους νομίμους τόκους επί του χρηματικού ποσού των 2.416.325,03 ευρώ στο οποίο ανέρχονται οι επιδικασθέντες στην ενάγουσα με την αμετάκλητη υπ. αριθ. 4506/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών νόμιμοι τόκοι υπερημερίας του επίσης με την ίδια απόφαση επιδικασθέντος σ' αυτή κεφαλαίου ύψους 6.904.326,25 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2001 έως 1-12-2006, από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι τη εξόφληση του. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι θεμελιώνεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς αποτελεί η επιδίκαση των τόκων υπερημερίας του ως άνω κεφαλαίου που απετέλεσαν αντικείμενο της προηγούμενης δίκης και επιδικάστηκαν στην ενάγουσα με την ανωτέρω απόφαση (4506/2004).

Από τη διάταξη του άρθρου 22 του "Κωδικός περί δικών του δημοσίου", ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ανατοκισμός επιτρέπεται κατ' αρχήν μόνο αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις επιβάλλεται επιπλέον και ένας χρονικός περιορισμός, δηλαδή μόνον οφειλόμενοι τόκοι τουλάχιστον ενός ολόκληρου έτους ή μιας χρήσεως, αν πρόκειται για το Δημόσιο ως οφειλέτη μπορούν ν" αρχίσουν να γεννούν και περαιτέρω τόκους.

Ο χρονικός αυτός περιορισμός μάλιστα επιτείνεται, υπό την έννοια ότι η πάροδος του έτους (ή της χρήσεως ως προς το Δημόσιο) όχι μόνο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ανατοκισμού, αλλά τίθεται και ως προϋπόθεση για την επέλευση των δύο, διαζευκτικώς απαιτούμενων, γενεσιουργών γεγονότων του ανατοκισμού, δηλαδή της συμφωνίας ή της επιδόσεως της αγωγής.

Συμφωνία καταρτιζόμενη ή αγωγή επιδιδόμενη πριν από την πάροδο του έτους (ή της χρήσεως) δεν μπορεί να επιφέρει ανατοκισμό, ούτε και αφού συμπληρωθεί το έτος ή η χρήση). Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με την 4506/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία κατέστη τελεσίδικη με την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης από το εναγόμενο με την υπ' αριθ. 1895/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επιδικάστηκε στην ενάγουσα το ποσό 6.904.326,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της από 22-1-2001 αγωγής που έγινε στις 30-1-2001 μέχρι την εξόφληση, ποσό το οποίο και δεν είχε εξοφληθεί μέχρι την επίδοση (7-12-2006) της ένδικης αγωγής με την οποία ζητήθηκε η επιδίκαση από της επίδοσης της νέας αγωγής τόκων επί των επιδικασθένων κατά τ' ανωτέρω τόκων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα τους νομίμους τόκους από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι τη εξόφληση του, επί του χρηματικού ποσού των 2.416.325,03 ευρώ στο οποίο ανέρχονται οι επιδικασθέντες στην ενάγουσα με την ανωτέρω προηγούμενη απόφαση (4506/2004) τόκοι του κεφαλαίου ύψους 6.904.326,25 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2001 έως 1-12-2006 .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρου 296 Α.Κ. και 22 του ΚΔ της 26-6/10-7-1944 που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους καθόσον υπό τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, μεταξύ των οποίων και αυτή της άσκησης της ένδικης αγωγής μετά τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος τοκογονίας μίας και πλέον χρήσης.

Το γεγονός δε ότι από τότε που κατέστη τελεσίδικη η επιδίκαση της απαίτησης με την έκδοση της ανωτέρω υπ. αριθ. 1895/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μιας χρήσης δεν ασκεί έννομη επιρροή αφού η τοκογονία του επιδικασθέντος ως άνω κεφαλαίου αρχίζει κατά τα προεκτεθέντα από την επίδοση της πρώτης αγωγής (30-1-2001).

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183,176 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1431/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ