Legislator Case Law & Legislation
1089/2012 AI generated

1089/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1089/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1089/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ/τος 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν/Δ/τος 264/1973, "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας) εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει ως εκ του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours working time directive Sunday work authorization non-occupational work work education measure on-call work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1089/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2659/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-2-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 8-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία, να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την 9523/7-10-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... την οποία προσκομίζει η αναιρεσίβλητη που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11-2-2010 υπό κρίση αναιρέσεως στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής ορίστηκε αρχικά η 5-4-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ευγένιο Βαγενά, ο οποίος έχει υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).

Κατά την παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ/τος 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν/Δ/τος 264/1973, "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας) εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει ως εκ του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.

επιπλέον των δι` εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη ως μη επιδεχόμενη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ.

Δια την ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται προσαυξημένον κατά 75%". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο όριο, η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας (Ολ.ΑΠ 1772/1981).

Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασίας, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.) εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερήσιου ωραρίου απασχολήσεως εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού και δεν απαιτείται να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά.

Εξάλλου η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. ανήκει αποκλειστικώς στην Αρμόδια Διοικητική Αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 1772/1981, ΑΠ 1538/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε, αντί μηνιαίου μισθού, κατά το χρονικό διάστημα 1.1.1999 - 31.7.2003, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή (εργάσιμες ημέρες), επί 8 ώρες ημερησίως, στην αναιρεσίβλητη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ, στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Λαυρίου, ως υπάλληλος, σε οργανική θέση, στο τακτικό προσωπικό, με την ειδικότητα του ηλεκτροτεχνίτη.

Κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2001 και από 1-4-2001 μέχρι 31-7-2003 για επειγούσης φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απολύτως επιβεβλημένη και μη επιδεχόμενη αναβολή, απασχολήθηκε και υπερωριακώς στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, καθώς και Κυριακή, ενώ το 8ωρο που εργάστηκε ο αναιρεσείων τα Σάββατα δεν αποτελούν υπερωριακή εργασία.

Συγκεκριμένα απασχολήθηκε επί 197 ώρες κατά το πρώτο παραπάνω χρονικό διάστημα (1-1-1999 / 31-3-2001) και 1.524 ώρες κατά το δεύτερο διάστημα (1-4-2001 / 31-7-2003). Ο αναιρεσείων επικαλείται τις ώρες αυτές υπερωριακής απασχολήσεώς του στην αγωγή και αποδεικνύει με τις οικείες μισθοδοτικές καταστάσεις, χωρίς αμφισβήτηση από την αναιρεσίβλητη.

Για την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος στα έτη 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003, χορηγήθηκε σχετική άδεια, δυνάμει των 2336/20.5.1999, 2876/14.12.1999, 3216/29.12.2000, 2795/ 28.6.2001, 3185/26.10.2001, 3478/18.12.2001, 2731/26.6.2002, 2629/8.7.2002, 2912/27.8.2002, 2975/25.11.2002, 3057/ 21.3.2003 και 3759/8.10.2003 αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, οι οποίες ισχύουν για τα έτη 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003, έχουν εκδοθεί μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, αναφέρουν την αναιρεσίβλητη και την επειγούσης φύσεως εργασία της, ως απολύτως επιβαλλομένη και μη επιδεχόμενη αναβολή, τον αριθμό των εργαζομένων, στην κατηγορία του αναιρεσείοντος και τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως.

Επομένως ύστερα από τη συγκεκριμένη άδεια του Υπουργού Εργασίας, η υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος κατέστη νόμιμη, στα έτη 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την εναγομένη της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Ακόμη, η κρίση του Υπουργού Εργασίας, περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως της συνδρομής επειγούσης φύσεως εργασίας, που επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από το πολιτικό δικαστήριο.

Από τα πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύονται, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος, στα παραπάνω χρονικά διαστήματα. Με βάση αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης - εναγομένης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την πρωτοδίκως γενομένη δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη, του άρθρου 8 παρ. 4 ν.δ. 515/1970. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι παραβιάσθηκε η παραπάνω διάταξη, διότι:

α) δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι, από τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν, όροι περί ειδικού βιβλίου υπερωριών σε τύπο ημερολογίου και έγγραφη αναγγελία της υπερωριακής εργασίας στην Επιθεώρηση Εργασίας, β) ότι οι εγκρίσεις που δόθηκαν από τον Υπουργό Εργασίας εζητούντο και παρέχονταν με καθυστέρηση και κάλυπταν μέρος μόνο των πραγματοποιούμενων υπερωριών, ενώ για το έτος 2000 και το Α' εξάμηνο του 2001 δεν είχε δοθεί καμία έγκριση και γ) ότι οι υπερωρίες δεν πραγματοποιούνταν για λόγους επείγοντος, αλλά για την κάλυψη πάγιων αναγκών της αναιρεσίβλητης, ως προς μεν την υπό στοιχείο α' αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι κατά τη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ΝΔ 515/1970 δεν απαιτείτο η τήρηση βιβλίου υπερωριών, ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας, ώστε τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στην νομιμότητα των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν, ως προς δε τις υπό στοιχεία β' και γ' αιτιάσεις είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2009 αίτηση, του Π. Σ., για αναίρεση της 2659/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ