1089/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9296/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1717/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/10/2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1089/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του αριθ. 19 παρ. 1 του Ν. 489/1976 το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν, την οριζόμενη στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου αποζημίωση, λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικό ατύχημα, στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και όταν το ατύχημα προήλθε από ανασφάλιστο αυτοκίνητο.
Full text
Απόφαση 1089 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1089/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΧΙΟΥΝΤΑΪ ΕΛΛΑΣ - Π & Ρ. ΔΑΒΑΡΗ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαμοράκη και δεν κατέθεσε προτάσεις., 2) Σ. Α. του Π., 3) Ε. Κ. του Π., 2, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9296/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1717/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/10/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 25/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τον πρώτο λόγο αυτής και να απορριφθεί, κατά τους λοιπούς λόγους, η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1717/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 7930/29-3-2010 και 7935/31-3-2010, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-2-2011) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στους δεύτερο και τρίτο εκ των αναιρεσιβλήτων (Σ. Α. και Ε. Κ.). Επομένως εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 19 παρ. 1 του Ν. 489/1976 το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν, την οριζόμενη στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου αποζημίωση, λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικό ατύχημα, στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και όταν το ατύχημα προήλθε από ανασφάλιστο αυτοκίνητο.
Σε όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, το ζημιωθέν πρόσωπο έχει ιδίαν αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου 19) και το τελευταίο (Ε.Κ.), με την καταβολή της αποζημίωσης, υποκαθίσταται σε όλα τα εξ αιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του ζημιωθέντος, έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή, πλην της περιπτώσεως δ' (πτώχευση ασφαλιστή κλπ), κατά την οποία δεν υποκαθίσταται στα εν λόγω δικαιώματα (παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου 19).
Η ανωτέρω υποκατάσταση, έχει την έννοια της ex lege μεταβίβασης της απαίτησης αποζημιώσεως στο Ε.Κ. Η μεταβίβαση αυτή, συνοδεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβίβασης πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της απαίτησης που μεταβιβάζεται. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση δικαιούται να αντιτάξει κατά του Ε.Κ. τις εντάσεις που θα μπορούσε να προβάλει αν ενήγετο όχι από το Ε.Κ.
αλλά από τον παθόντα (ΑΠ 64/2011). Δηλαδή ο υπόχρεος προς αποζημίωση, όταν ενάγεται βάσει του μηχανισμού της υποκατάστασης από το Ε.Κ., δικαιούται να αντιτάξει κατ' αυτού την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντα ή την ένσταση παραγραφής ή εάν, μέσω της υποκατάστασης το Ε.Κ. στρέφεται κατά του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου και ανασφαλίστου οχήματος, ο τελευταίος δύναται να προβάλει κατά του Ε.Κ.
την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του, αν η βάση της κατ' αυτού αγωγής είναι ο ΝΓΠΝ/1911, αριθ. 4 αυτού, όταν δεν είναι κάτοχος ή οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, όπως την ίδια ένσταση θα δικαιούταν να προβάλει κατά του παθόντα τρίτου, διότι μέσω του μηχανισμού υποκατάστασης απλώς μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή.
Περαιτέρω, από το νόμο δεν προκύπτει αναγκαίως ότι, για να λειτουργήσει η υποκατάσταση του αρθ. 19 παρ. 4 Ν. 489/1976, πρέπει οπωσδήποτε να έχει προηγηθεί δικαστική καταψηφιστική απόφαση. Είναι δυνατόν η καταβολή στον παθόντα από το Ε.Κ. να στηρίζεται σε εξώδικη συμφωνία ή συμβιβασμό, τον οποίον το Ε.Κ. να στηρίζεται σε εξώδικη συμφωνία ή συμβιβασμό, τον οποίον το ΕΚ συνάπτει όταν πείθεται για τη βασιμότητα της αξίωσης του παθόντα.
Πάντως, υποκατάσταση δεν σημαίνει ότι το Ε.Κ. δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο παν ό,τι κατέβαλε στον δικαιούχο της αποζημίωσης, διότι η υποκατάσταση εκτείνεται μέχρι το ποσό, το οποίο ο υπόχρεος ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στον δικαιούχο και σ' αυτό το ποσό (και μόνον) εξαντλείται η αξίωση του Ε.Κ.
κατά του υποχρέου. 3. Δηλαδή, η συμφωνία καθορισμού του ύψους της αποζημίωσης ή ο συμβιβασμός μεταξύ Ε.Κ. και ζημιωθέντος τρίτου δεν αντιτάσσεται κατά νόμο εναντίον του υπόχρεου σε αποζημίωση, ο οποίος δικαιούται να αμφισβητήσει τη συμφωνία και το ύψος αυτής. Το ύψος του ποσού, το οποίο τελικά θα δικαιούται να απαιτήσει το Ε.Κ.
από τον υπόχρεο θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της μεταξύ αυτών δίκης, στα πλαίσια της οποίας όπως προαναφέρθηκε, ο εναγόμενος υπόχρεος δικαιούται να προβάλει κατά του Ε.Κ. όλες τις ενστάσεις, που δικαιούται να προβάλει κατά του Ε.Κ. όλες τις ενστάσεις, που δικαιούται να προβάλει και κατά του δικαιούχου της αποζημίωσης και ι οποίες δεν προβλήθηκαν από το Ε.Κ.
εναντίον εκείνου, είτε διότι το Ε.Κ. είχε παραλείψει να τις προβάλει στη μεταξύ τους δίκη (μεταξύ Ε.Κ. και δικαιούχου τρίτου), είτε διότι δεν προηγήθηκε δίκη μεταξύ τους, επειδή, μετά την άσκηση της κατά του Ε.Κ. αγωγής, το τελευταίο κατέβαλε στον δικαιούχο αποζημίωση, κατόπιν συναφθέντος μεταξύ τους εξωδίκου συμβιβασμού.
Εάν το Ε.Κ. καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο ποσό μεγαλύτερο, τότε διατηρεί αξίωση, για το επί πλέον ποσό, κατά του εισπράξαντος την αποζημίωση τρίτου και όχι βεβαίως κατά του υποχρέου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτώς κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης(από 15-12-2006) αγωγής, το ενάγον - το αναιρεσείον επικουρικό Κεφάλαιο εκθέτει ότι εναντίον αυτού (Επικουρικού Κεφαλαίου) και των δευτέρου και τρίτου εκ των νυν αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε αγωγή από τα μέλη της οικογένειας της Π.
Μ., η οποία τραυματίσθηκε θανάσιμα σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 4-3-2006 και προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου εκ των εναγομένων οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, του οποίου, ιδιοκτήτης ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και το οποίο, κατά το χρόνο του, ατυχήματος ήταν ανασφάλιστο και με την οποία (αγωγή) οι ενάγοντες ζητούσαν, ως οικογένεια της θανούσας, χρηματική ικανοποίηση, για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, εξ αιτίας του θανάτου της.
Ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, μετά την άσκηση της ως άνω και στρεφομένης και εναντίον του αυτής αγωγής, εξώδικο συμβιβασμό με τους ενάγοντες, το οποίο και έπραξε και κατέβαλε έτσι στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 130.000 ευρώ, στο οποίο αυτοί περιόρισαν τις αγωγικές τους αξιώσεις, εκ ποσού 600.000 ευρώ, όπως αυτές αναφέρονταν στην αγωγή τους αναλυτικά.
Ότι, με την καταβολή του ως άνω ποσού στους ζημιωθέντες, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αυτών έναντι των υποχρέων - εναγομένων - νυν αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων η με πρώτη είναι η ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η οποία είχε πωλήσει αυτό, με παρακράτηση κυριότητας, στον δεύτερο εξ αυτών, ο οποίος, κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, ήταν κάτοχος αυτού και ο οποίος είχε προστήσει στην οδήγηση τον τρίτο εξ αυτών και ζητούσε, με την κρινόμενη αγωγή του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σαυτό (Επικουρικό Κεφάλαιο) λόγω υποκατάστασης, το ποσό των 130.000 €, το οποίο αυτό κατέβαλε στους δικαιούχους της αποζημίωσης.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή αυτή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, με την αιτιολογία ότι "με την επίτευξη του συμβιβασμού, που έχει επέλθει μεταξύ αυτού και των παθόντων, η ενοχή έχει αποσβεσθεί και μετά την απόσβεσή της υποκατάσταση άλλου σε αυτή δεν νοείται, δηλαδή μεταβίβασή της σε τρίτο πρόσωπο, αφού η αξίωση δεν υπάρχει πλέον." Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει, ως μη νόμιμη την αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου, εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του αρθ. 19 παρ. 4 Ν. 489/1976, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η καταβολή εκ μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου της αποζημίωσης προς τον ζημιωθέντα τρίτο, μετά την οποία αυτό υποκαθίσταται έναντι του υποχρέου, μπορεί να γίνει και κατόπιν συμφωνίας ή εξωδίκου συμβιβασμού.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1717/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ