Legislator Case Law & Legislation
1089/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of evidence and facts.

Case Number 1089/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Multi-member District Court of Athens. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence regarding the removal of power of attorney and a prior acquittal for defamation. The court rejected these claims, ruling that the lower court had already taken all submitted evidence into account and that the appellant's arguments were either factually refuted or legally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1 C.P.D.; Art. 559 no. 11 ed. g' C.P.D.: An appeal is inadmissible against final judgments not subject to cassation, and a ground for appeal based on failure to consider evidence is unfounded if the judgment explicitly states all evidence was examined.

Keywords

AI generated
appeal admissibility final judgment review evidence consideration power of attorney defamation acquittal

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 C.P.D.
Art. 559 no. 11 ed. g' C.P.D.
Art. 576 para. 1 C.P.D.
Art. 242 para. 2 C.P.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1089/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θεμιστοκλής Σωτηριάδης Α.Χ.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη και 2.Ψ1 κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8549/1996 μη οριστική και 4110/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2637/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 4110/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του και τους με ιδιαίτερο, από 29 Οκτωβρίου 2007 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς .... ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3-12-2007 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση με σχετική σημείωση στο πινάκιο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών ( αρθρ. 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης για αναίρεση, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως ορίζει το άρθρο 495 παρ. 1 Κ.πολ.Δ., διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, έστω και αν εχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο της συζήτησης (Ολ.ΑΠ 290/1983).

Επομένως, αν έχει ασκηθεί έφεση, δεν επιτρέπεται να προσβληθεί με αναίρεση η πρωτόδικη απόφαση, παρά μόνο η απόφαση του εφετείου που θα εκδοθεί. Στην προκείμενη περίπτωση ζητείται, με την κρινόμενη αίτηση που ασκήθηκε στις 1-11-2005, η αναίρεση της απόφασης 4110/2005 του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ α) δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 20-9-1995 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και την απέρριψε κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και β) δέχθηκε την από 30-1-1996 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αυτή ασκήθηκε αν και ο αναιρεσείων, όπως αναφέρει, είχε ασκήσει, κατά της ίδιας απόφασης και των ίδιων διαδίκων, την με αριθ. καταθέσεως 8964/2005 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η οποία με την 2637/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της διότι η απόφαση είχε επιδοθεί με επιμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης σ'αυτόν στις 5-9-2005 και η έφεση είχε ασκηθεί στις 14-10-2005 ήτοι μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα (30)ημερών ενώ ερευνήθηκε κατά το μέρος που στρεφόταν η έφεση αυτή κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου (Ψ1) .

Με βάση τα ανωτέρω η προκειμένη αναίρεση είναι παραδεκτή μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη καθόσον μόνο ως προς την διάδικο αυτή κατά το χρόνο της άσκησής της (1-11-2005) είχε καταστεί τελεσίδικη η προσβαλλομένη απόφαση ενώ ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ( άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) καθόσον κατά το χρόνο της άσκησής της ως προς τον διάδικον αυτόν ο οποίος και τελεί σε απλή ομοδικία με την πρώτη δεν είχε καταστεί τελεσίδικη η απόφαση και μάλιστα είχε ασκηθεί παραδεκτή έφεση ως προς αυτόν.

Συνακόλουθα απορριπτέοι είναι και οι πρόσθετοι λόγοι ως προς τον διάδικο αυτόν. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση α) ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.

Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ τα εξής: Α) σχετικά με την με αριθ.κατ.11142/1995 αγωγή του αναιρεσείοντος Χ1. Ότι στις 10-3-1994 μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία <<ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΣΩΤ.ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ Α.Χ.Ε.>> ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε άτυπη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι αμοιβής (προμήθειας), να καταρτίζει στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος κατόπιν εντολών του χρηματιστηριακές πράξεις, δηλαδή αγορές και πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών προς το σκοπό δε αυτόν της κατέβαλε αυθημερόν το χρηματικό ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Τις εντολές του για τη διενέργεια των πιο πάνω πράξεων ο ενάγων τις διαβίβαζε στην εναγόμενη δια του εναγομένου και μη διαδίκου στη προκειμένη δίκη Κ1 με τον οποίο διατηρούσε γνωριμία, που ήταν παραγωγός χρηματιστηριακών εργασιών και συγχρόνως υπάλληλος της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας μέχρι τις 31-8-1994 , οπότε και παραιτήθηκε.

Στις 15-4-1994 ο προαναφερθείς εναγόμενος ενώ ήταν υπάλληλος της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας, εισέπραξε εν αγνοία του ενάγοντος από το χρηματιστηριακό λογαριασμό που είχε αυτός στην εναγόμενη αυτή το ποσό των 500.000 δραχμών ή 1.467,35 ευρώ υπογράφοντας στη θέση <<Ο ΠΕΛΑΤΗΣ>> στη σχετική 2983 απόδειξη πληρωμής της εναγομένης και στη συνέχεια το ποσό αυτό το ιδιοποιήθηκε παράνομα προξενώντας ισόποση περιουσιακή ζημία στον ενάγοντα .

Ότι για τη παράνομη και υπαίτια αυτή πράξη του εναγομένου τούτου ευθύνεται και η εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρία για το λόγο ότι αυτός ήταν υπάλληλός της και ενήργησε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του σ'αυτή . Το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι στις 6-10-1994 και αφού είχε λήξει η εργασιακή σχέση του προαναφερθέντος εναγομένου με την χρηματιστηριακή εταιρία ο ενάγων με σχετική εξουσιοδότησή του προς αυτόν που θεωρήθηκε για το γνήσιο της υπογραφής του από την Αστυνομία, του έδωσε την εντολή να ενεργεί για λογαριασμό του και με χρήματά του χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω της εναγομένης εταιρίας, να παραλαμβάνει τις αγοραζόμενες μετοχές και να παραδίδει τις πωλούμενες και να προβαίνει στην πληρωμή ή είσπραξη του τιμήματος των συναλλαγών που θα πραγματοποιούσε.

Ότι στα πλαίσια της τελευταίας αυτής εντολής ο εναγόμενος Κ1 διέπραξε άλλες δύο αδικοπραξίες σε βάρος του ενάγοντος ήτοι τη μία στις 19-12-1994 δια της παράνομης ιδιοποιήσεως εκ μέρους αυτού 7.202 μετοχών του ενάγοντος συνολικής αξίας 63.305.58 ευρώ και την άλλη στις 21-11-1994 δια της παράνομης ιδιοποιήσεως του ποσού της με αριθ....

τραπεζικής επιταγής 1.589.294 δραχμών ή 4.664,10 ευρώ εκδόσεως της εναγομένης σε διαταγή του ενάγοντος η οποία του είχε παραδοθεί από τον εναγόμενο υπάλληλο της εναγομένης και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ1 για να την παραδώσει στον ενάγοντα, την οποία οπισθογράφησε χωρίς την εντολή του δικαιούχου ενάγοντος και την εισέπραξε από την πληρώτρια τράπεζα ιδιοποιούμενος το ποσό που εισέπραξε.

Τις δύο τελευταίες αυτές παράνομες πράξεις δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος Κ1 τις ενήργησε με την ιδιότητα του εντολοδόχου του ενάγοντος , με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδότηση του τελευταίου και ότι δεν αποδείχθηκε κάποια συμμετοχή της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας στις δύο αυτές πράξεις του γι'αυτό και δεν ευθύνεται αυτή για τις εν λόγω πράξεις με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών.

Επίσης δέχθηκε το Δικαστήριο ότι κατά τη διάπραξη των εν λόγω πράξεων δεν υπήρχε ούτε σχέση εντολής μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας αλλά ούτε και σχέση πρόστησης μεταξύ της τελευταίας και του εναγομένου Κ1 αφού αυτός κατά το χρόνο που ενήργησε τις πράξεις αυτές είχε παύσει να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου της γι αυτό και η εναγομένη δεν ευθύνεται σε αποζημίωση ούτε από τις αιτίες αυτές.

Περαιτέρω το ίδιο Δικαστήριο σε σχέση με τον εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ1 δέχθηκε τα εξής: Ότι ο εναγόμενος αυτός κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα( 15-4-1994 έως τέλη Δεκεμβρίου του έτους 1994) δεν ήταν χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας αλλά απλός υπάλληλος αυτής , εκτελών χρέη γενικού διευθυντή ενώ μεταγενέστερα ( από 27-11-1995 μέχρι 23-1-1997) υπήρξε και αντικρυστής της , διορίστηκε δε χρηματηστηριακός αυτής εκπρόσωπος βραδύτερον από τις 8-4-1997.

Ότι αυτός δεν προέστησε τον ανωτέρω εναγόμενο Κ1 ο οποίος υπήρξε κατά τα προεκτεθέντα ο δράστης και των τριών αδικοπραξιών σε βάρος του ενάγοντος (της πρώτης κατά το χρόνο που ήταν υπάλληλος της εναγομένης Α.Χ.Ε των δε δύο άλλων μετά τη λήξη της υπαλληλικής του σχέσεως με την εταιρία αυτή) αλλά ούτε και αποδείχθηκε οποιασδήποτε μορφής συμμετοχική δράση του εναγομένου τούτου στις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εναγομένου Κ1 και ως εκ τούτων ο εναγόμενος αυτός δεν ευθύνεται για καμία από τις ανωτέρω πράξεις του εναγομένου Κ1 Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως προς την εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρία και την υποχρέωσε να καταβάλλει στον ενάγοντα εις ολόκληρο με τον εναγόμενο Κ1 το ποσό των 1.467,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση προς αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος από την πρώτη πράξη (ο εναγόμενος Κ1 υποχρεώθηκε να καταβάλλει στον ενάγοντα επιπλέον και το ποσό των 67.969,68 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από της επίδοσης της αγωγής για την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος και από τις δύο άλλες πράξεις του εναγομένου αυτού) .Β) Σχετικά με την συνεκδικασθείσα με αριθ.κατ.1384/1996 αγωγή της ενάγουσας ως άνω χρηματιστηριακής εταιρίας :

Ότι στα πλαίσια της προαναφερθείσας σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας που καταρτίστηκε μεταξύ της χρηματιστηριακής εταιρίας αυτής και του εναγομένου Χ1 στις 10-3-1994 και προς εξυπηρέτησή της συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων αυτών η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού ο οποίος θα πιστωνόταν με την καταβολή από τον εναγόμενο μετρητών ή με το τίμημα των μετοχών που θα πωλούσε και θα χρεωνόταν με το τίμημα των μετοχών που θα αγόραζε ή την καταβολή σ'αυτόν από την ενάγουσα μετρητών .Ο αλληλόχρεος αυτός λογαριασμός λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων από τις 10-3-1994 μέχρι τις 27-2-1995 χρόνο κατά τον οποίο η ενάγουσα προέβη στο κλείσιμό του.

Ο λογαριασμός αυτός κατά το κλείσιμό του με βάση τα εις την προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικά παρατιθέμενα κονδύλια χρεώσεως και πιστώσεως παρουσίασε χρεωστικό σε βάρος του εναγομένου κατάλοιπο ύψους 7.319.311 δραχμών ή 21.480 ευρώ. Δέχεται περαιτέρω το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση του καταλοίπου τούτου αφού στις 9-2-1995, 21-2-1995 και 5-5-1995 ζήτησε και έλαβε από την ενάγουσα τόσον ο ίδιος προσωπικά όσο και δια των πληρεξουσίων του ...

και ... όλες τις αποδείξεις πληρωμής και είσπραξης που αφορούσαν τις συναλλαγές του με αυτή, καθώς και αντίγραφα των πινακιδίων τα οποία καταχωρήθηκαν στο τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό καθώς και ότι το αποδέχθηκε σιωπηρά, γεγονός που συνάγεται από το ότι μέχρι τις 15-11-1995, που η ενάγουσα τον κάλεσε να της το καταβάλει με την από 10-11-1995 εξώδικη πρόσκλησή της , δεν το αμφισβήτησε.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή αυτή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρία το ποσό των 21.480 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 28-2-1995 (επόμενη του κλεισίματος του αλληλοχρέου λογαριασμού) μέχρι την εξόφληση. Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και σε σχέση με την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ.

ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον το μεν σαφώς διατυπώνεται το αποδεικτικό πόρισμα το δε διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερό του σκέλος όπως συμπληρώνεται και διευκρινίζεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, από το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ.

και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου(στοιχ.δικογράφου Α και Β) με τους οποίους υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά το λοιπό μέρος τους είναι απορριπτέοι ως αόριστοι διότι δεν προσδιορίζονται ποιες είναι οι άλλες διατάξεις περί αδικοπραξιών που φέρονται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Οι αυτοί λόγοι κατά τα λοιπά καθώς και ο ο πρώτος κατά το τέταρτό του σκέλος είναι απορριπτέοι καθόσον υπό την επίφαση πλημμελειών από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου559 Κ.Πολ.Δ.πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας. Επί επαλλήλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών) κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.(Ολ.Α.Π.25/2003) .

Στη προκειμένη περίπτωση με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου(στοιχ.δικογράφου3Γ) από τον αριθ.19 και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο προβάλλονται αιτιάσεις που πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία της απόφασης που ανάγεται στην εκ μέρους του εναγομένου αναιρεσείοντος σιωπηρή αποδοχή του καταλοίπου του αλληλοχρέου λογαριασμού .

Όλοι οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς καθόσον το διατακτικό της απόφασης αυτοτελώς στηρίζεται στην επάλληλη αιτιολογία (προτασσόμενη) που ανάγεται στο κατά το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού προκύψαν κατάλοιπο με βάση τα παρατιθέμενα στην απόφαση επί μέρους κονδύλια χρεώσεως και πιστώσεως το οποίο και είναι άμεσα απαιτητό κατ'άρθρο 112 παρ.2 του Εισ .

Ν.Α.Κ. ,η οποία αιτιολογία όμως δεν πλήττεται επιτυχώς .

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παροχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους νομίμως προβληθέντας ισχυρισμούς του:

Α) σε σχέση με την δική του αγωγή: 1)ότι ο Κ1 συνέχισε να συνεργάζεται με τη χρηματιστηριακή εταιρία καθόλο το κρίσιμο διάστημα, μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου 1994, χωρίς καμία εξωτερική μεταβολή στις συνθήκες εργασίας του 2) ότι δεν ενημερώθηκε για την αλλαγή της εργασιακής σχέσεως του Κ1 με τη χρηματιστηριακή εταιρία και του έδωσε το πληρεξούσιο με την πεποίθηση ότι αυτός εξακολουθούσε να είναι υπάλληλός της, 3) ότι η σχέση του Κ1 με τη χρηματιστηριακή εταιρία και η πεποίθησή του ότι ελεγχόταν απ'αυτή ήταν ο λόγος για τον οποίο τον περιέβαλε με την εμπιστοσύνη του ο αναιρεσίβλητος Ψ1 κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και Β) σε σχέση με την σε βάρος του αγωγή : 1) ότι πριν ακόμη δημιουργηθεί το κατάλοιπο αυτό είχε αφαιρέσει τη χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα από τον Κ1 με την από 22-12-1994 ανάκληση εντολής και ότι παρά ταύτα οι αναιρεσίβλητη προχώρησε σε άλλες πράξεις χωρίς εξουσιοδότηση και μετά την άρση της εντολής με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το χρεωστικό κατάλοιπο με αποκλειστική ευθύνη της ενάγουσας, 2) ότι πριν αναζητήσει η αναιρεσίβλητη εταιρία τη φερόμενη ως οφειλή του, είχε ασκηθεί η δική του αγωγή στην οποία ρητώς τονίζεται ότι αφενός αυτός θεωρούσε ότι η αναιρεσίβλητος εταιρία του όφειλε χρήματα αφετέρου δε ότι ο Ψ1 αρνήθηκε να του αποδώσει λογαριασμό .

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος διότι ο υπό στοιχείο Α1 ως άνω ισχυρισμός από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος, οι υπό στοιχεία Α 2, και 3 ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης , και οι υπό στοιχεία Β1 και 2 ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα με την προεκτεθείσα του όρου έννοια αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς οι οποίοι απορρίφθηκαν με την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ.11γ'του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την μετ'επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα προσκομισθείσα υπ.αριθ.86694/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με βάση την οποία αυτός αθωώθηκε από την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης συνεπεία της ασκήσεως της ως άνω αγωγής του κατά της αναιρεσίβλητης εταιρίας.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα έλαβε υπόψη του μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων και όλα τα έγγραφα που μ'επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι εκτός από τα ειδικά μνημονευόμενα σ 'αυτή, στα οποία δεν περιλαμβάνεται η ανωτέρω απόφαση.

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου όμως αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την προαναφερθείσα απόφαση γι'αυτό ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 4110/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 4 Μαϊου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ