1089/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1089/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ΄ μέρος αυτού είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα γεγονότα δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1089 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1089/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσίβλητων: 1. ....., 2. Ψ1, 3. ..... και 4. Ψ4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεροντίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-1995 αγωγή των αρχικών αναιρεσιβλήτων .... και Ψ4, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/1996, 371/1999 μη οριστικές και 329/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 12-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 άρθρο 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ιδίου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενος του εγγράφου όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από τον άρθρο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων, που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε α) το περιεχόμενο των 605/1925, 6541/1938 και 27801/1921 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Μολάων Δημητρίου Μελετόπουλου, Γεωργίου Λύρη και Παναγιώτη Βουζουκουρά, αντίστοιχα, τα οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη της απορριφθείσης ενστάσεως ιδίας κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων, διότι, ενώ με τα πρώτα δύο ως άνω συμβόλαια ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Φ1 επώλησε στον απώτερο δικαιοπάροχό τους Ζ1, αντίστοιχα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου χωρίς να αναφέρεται το εμβαδόν αυτού και ένα αγρό εκτάσεως 200 τ.μ., η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι με αμφότερα τα εν λόγω συμβόλαια μεταβιβάστηκε συνολική έκταση 400 τ.μ και περαιτέρω ενώ στο τρίτο των ως άνω συμβολαίων τα πωληθέντα με αυτό δύο οικόπεδα είναι όμορα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι τα εν λόγω οικόπεδα δεν ήταν όμορα, και β) το περιεχόμενο της αριθμ. 6182/1972 πράξεως αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Μολάων Μιχαήλ Πετρέα, την οποία προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξή της, γενομένης δεκτής, διεκδικητικής αγωγής τους, διότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε, χωρίς τούτο να αναγράφεται σε αυτήν, ότι "ο δικαιοπάροχος των εναγομένων αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομιά του πατέρα του, στοιχείο της οποίας ήταν και η προπεριγραφείσα οικοπεδική έκταση".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δέχθηκε " α) ότι με το 6541/1938 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μολάων Γεωργίου Λύρη, ο Φ1 μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον απώτερο δικαιοπάροχό των εναγομένων Ζ1 έναν αγρό εκτάσεως 200 τ.μ περίπου" , όπως πράγματι αναγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο, " β) ότι με το 605/1925 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μολάων Δημητρίου Μελετόπουλου, ο αυτός Φ1, από την έκταση των 1500 τ.μ.
περίπου που είχε προ τετραετίας αγοράσει από τον Ψ4 (απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων), πώλησε στον ίδιο, ως άνω, απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου κειμένου στη θέση ....", όπως πράγματι αναγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο, "γ) ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αβίαστα προκύπτει ότι η έκταση που μεταβιβάστηκε συνολικά από τον Φ1 στο Ζ1 με τα υπ' αριθμ. 605/1925 και 6541/1938 συμβόλαια ανερχόταν σε 400 τ.μ και όχι σε 950 τ.μ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι", ήτοι εκτίμησε το περιεχόμενο των ως άνω συμβολαίων, όπως πράγματι έχουν, και ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες, μη υποπίπτοντας όμως σε διαγνωστικό σφάλμα το οποίο και μόνο συνιστά τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, " δ) ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών Ζ1 και Φ1 παρεμβάλλεται η ιδιοκτησία των κληρονόμων Ψ4 και συνεπώς προκύπτει σαφώς ότι ο Ψ4 πώλησε στον Φ1 δύο μη όμορα οικόπεδα" η παραδοχή δε αυτή δεν είναι διαφορετική από το περιεχόμενο του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. 27801/1921 συμβολαίου, αφού τα πωληθέντα με αυτό δύο οικόπεδα δεν προσδιορίζονται ως όμορα, και " ε) ότι ο εκ των συγκληρονόμων Ζ2 αποδέχτηκε την επαχθείσα κληρονομικά του πατρός του Ψ4, στοιχείο της οποίας ήταν και η προπεριγραφείσα οικοπεδική έκταση, με την υπ'αριθμ. 6182/1972 πράξη του συμβολαιογράφου Μολάων Μιχαήλ Πετρέα" και πράγματι η ως άνω έκταση περιλαμβάνεται στην ως άνω πράξη.
ΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των 559 αρ. 8 περ. α΄ , 566 και 118 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την πληρότητα του αναφερόμενου στην πρώτη από αυτές λόγου αναιρέσεως πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει ποια ήσαν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως , που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν, και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, ο εκ του ως άνω άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991 και 25/2003).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια α) της λήψεως υπόψη του μη περιεχομένου στην ένδικη αγωγή ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί κτήσεως της κυριότητας αυτών επί των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, β) της μη λήψεως υπόψη του νομίμως προταθέντος ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί κτήσεως της κυριότητας αυτών επί των αυτών ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και γ) της λήψεως υπόψη των μη προταθέντων από τους αναιρεσίβλητους περιστατικών 1) ότι ο αποβιώσας το έτος 1961 Ψ4 εγκατέστησε με την 573/1950 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Μολάων Αντωνίου Τριχείλη κληρονόμους του κατ' ισομοιρία τα δύο του τέκνα, 2) ότι η ως άνω δημόσια διαθήκη δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθμ. 42/1964 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, 3) ότι ο Ζ2 αποδέχθηκε την εκ διαθήκης κληρονομία με βάση την υπ' αριθμ. 6182/1972 πράξη αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου Μολάων Μιχαήλ Πετρέα, και 4) ότι ο Ψ1 αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία δυνάμει της υπ' αριθμ. 6326/1987 πράξης αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Επιδαύρου Λιμηράς Σταματικής Μπελεγρή.
Ο λόγος αυτός κατά μεν τα ως άνω υπό στοιχεία α΄ και β΄ μέρη αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, το μεν διότι στην ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων περιέχεται και βάση περί κτήσεως της κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, το δε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί κτήσεως της κυριότητας επί των αυτών ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία, κατά δε το ως άνω υπό στοιχ.
γ΄ μέρος αυτού είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα γεγονότα δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 περ. α΄ του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης , ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων α) της αποβολής από τα επίδικα ακίνητα των εναγόντων από τους εναγόμενους το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1992, β) των πράξεων νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων του επί των επίδικων ακινήτων για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, και γ) της πράξεως της ξήρανσης των σύκων από τους εναγομένους επί των επίδικων όχι με διάνοια κυρίων αλλά δυνάμει παρακλητικής σχέσεως, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ερειδόμενης στην έκτακτη χρησικτησία διεκδικητικής αγωγής και την απόρριψη, ως αβάσιμης κατ' ουσία, της ενστάσεως ιδίας κυριότητας, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, των εναγομένων επί των επίδικων ακινήτων, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνώμονα, των ενόρκων βεβαιώσεων και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και για αυτό πρέπει ο πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙV. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο που την εξέδωσε οδηγήθηκε στην κρίση του για την επί των επίδικων ακινήτων κυριότητα των εναγόντων και την απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων επ' αυτών ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και όλων των εγγράφων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη αιτιολογία της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ότι τα αναφερόμενα στον τέταρτο, στο πρώτο μέρος αυτού, λόγο τέσσερα έγγραφα, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενος ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξάλλου, ο ίδιος, ως προς το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 11 περ.α΄ του ως άνω άρθρου πλημμέλεια της λήψης υπόψη μη επιτρεπομένων από το νόμο αποδεικτικών μέσων, που συνίσταται στο ότι αυτή έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, τα οποία οι ενάγοντες το πρώτον επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του, χωρίς να αιτιολογεί το παραδεκτό της προσκόμισής τους για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων , δηλαδή προσκομιζόμενων για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς το τελευταίο να υποχρεούται να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την παραδοχή τους.
V. Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με την δια χρησικτησίας επικουρική βάση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής και την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων επί των επίδικων ακινήτων, τα εξής: Ο απώτερος σε σχέση με την επίδικη έκταση δικαιοπάροχος των διαδίκων Ψ4 (παππούς εκ πατρός των αρχικών εναγόντων), με το υπ' αριθμ.27138/1918 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Μολάων Γεωργίου Αρμπούζη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τους: ....., .....
και ...., αληθείς συγκυρίους τούτου, έναν αγρό εκτάσεως 3 περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση .... του ορίου .... του Δήμου .... Λακωνίας συνορευόμενο γύρωθεν με ..., ...... θάλασσα, ...... και ....... Με το υπ' αριθμ. 27801/4-4-1921 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Μολάων Παναγιώτη Βουζουναρά, ο αυτός ως άνω Απόστολος Σωτηρίου Σωτηριανάκος, από την έκταση των τριών στρεμμάτων που είχε αγοράσει, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Φ1 δύο οικόπεδα "απαρτίζοντα το ήμισυ της αγορασθείσης εκτάσεως", δηλαδή 1.500 τ.μ.
περίπου. Με το υπ' αριθμ. 605/11-1-1925 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Μολάων Δημητρίου Μελετόπουλου, ο προαναφερόμενος αγοραστής Φ1, από την έκταση (οικόπεδα) που είχε προ 4ετίας αγοράσει από τον Ψ4, πώλησε στον Ζ1, απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων, μεταξύ άλλων ακινήτων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και "το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου κείμενου στη θέση " ...." συνορευόμενο γύρωθεν με ...., ....., Ψ4 και ....".
Επίσης, ο αυτός Φ1 με το υπ' αριθμ. 6541/19-9-1938 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Μολάων Γεωργίου Λύρη, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον αυτό απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων " έναν αγρό κείμενο στη θέση .... του τέως Δήμου Ασωπού, εκτάσεως 200 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο γύρωθεν με ίδιο αγοραστή, δρόμο και Ψ4".
Μετά την κατά τα ως άνω μεταβίβαση των εν λόγω οικοπέδων στον Φ1, ο Ψ4 περιορίστηκε στην υπόλοιπη (από την αγορασθείσα) έκταση, επιφάνειας 1500 τ.μ. περίπου που του απέμεινε και μέχρι του επισυμβάντος το έτος 1961 θανάτου του άσκησε επ' αυτής χωρίς διακοπή με διάνοια κυρίου καλή πίστη και νόμιμο τίτλο κάθε διακατοχική πράξη που άρμοζε στη φύση και τον προορισμό της, όπως π.χ.
καλλιέργεια με ψυχανθή και δημητριακά, την επιτηρούσε και την επέβλεπε χωρίς να διαταραχθεί στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων από οποιονδήποτε τρίτο, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτής, όχι μόνο παραγώγως, (αγορά για νόμιμη αιτία από αληθή κύριο με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε), αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρούμενου και του με τα ιδία προσόντα χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του.
Το έτος 1961 απεβίωσε ο Ψ4 και με την υπ' αριθμ. 573/1950 δημόσια διαθήκη του, ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Μολάων Αντωνίου Τριχείλη, που δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθμ. 42/16-4-1964 πρακτικά του πρωτοδικείου Σπάρτης εγκατέστησε ως κληρονόμους του κατ' ισομοιρία τα τέκνα του: Ψ2 (πατέρα του πρώτου των αρχικών εναγόντων) και Ζ2, πατέρα του δεύτερου των εναγόντων.
Ο εκ των συγκληρονόμων Ζ2 αποδέχτηκε την επαχθείσα κληρονομία του πατέρα του, στοιχείο της οποίας ήταν και η προπεριγραφείσα οικοπεδική έκταση, με την υπ' αριθμ. 6182/13-10-1972 πράξη του τότε συμβολαιογράφου Μολάων Μιχαήλ Πετρέα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ ο έτερος των συγκληρονόμων Ψ2 αποδέχτηκε την επαχθείσα κληρονομία του πατρός του με την υπ' αριθμ. 6326/6-1987 πράξη της συμβολαιογράφου Επιδαύρου Λιμηράς Σταματικής Ατσιδάκου-Μπελεχρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως η πράξη αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 8608/30-12-1988 πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου.
Από της επαγωγής της κληρονομίας οι εν λόγω συγκληρονόμοι υιοί εγκαταστάθηκαν στην επαχθείσα κληρονομία, στοιχείο της οποίας ήταν και η προπεριγραφείσα οικοπεδική έκταση και την νεμήθηκαν κατ' ισομοιρία με διάνοια κυρίου τίτλο κληρονομίας, διενεργώντας σε αυτή κάθε πράξη νομής και κατοχής που προσιδίαζε στη φύση και τον προορισμό της, όπως και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, (καλλιέργεια με δημητριακά και ψυχανθή, αυτοπροσώπως ή με αντιπροσώπους, επιτήρηση και επίβλεψη, κλπ), χωρίς να διαταραχθούν στην άσκηση των δικαιωμάτων τους.
Στις 30-1-1984 απεβίωσε αδιάθετος ο εκ των συγκληρονόμων Ζ2 και στην κληρονομία του κλήθηκαν ως εγγύτεροι συγγενείς η σύζυγός του .... κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και το τέκνο τους Ψ4 κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα κληρονομία δυνάμει της με αριθμό 8610/30-12-1988 πράξης της συμβολαιογράφου Επιδαύρου Λιμηράς Σταματικής Ατσιδάκου- Μπελεχρή, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Με τον τρόπο αυτό περιήλθε στους εν λόγω συγκληρονόμους και η επίδικη οικοπεδική έκταση κατά ποσοστό 1/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως οι ως άνω συγκληρονόμοι, (Ψ2 αφενός και Ψ4 και .... χήρα Ζ2 αφετέρου) προσήλθαν στην αυτή ως άνω συμβολαιογράφο και με το υπ' αριθμ. 8611/30-12-1988 διανεμητήριο συμβόλαιό της, που μεταγράφηκε νόμιμα, διένειμαν την κληρονομία του Ψ4 και ο εκ τούτων Ψ2 έλαβε εκ της διανομής, από την ευρισκόμενη στη θέση "....." .....
κληρονομιαία οικοπεδική έκταση επιφανείας 794 τ.μ., που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οικόπεδο επιφανείας 397 τ.μ. κείμενο στο νότιο μέρος της, ενώ το συνεχόμενο προς βορά οικόπεδο της αυτής επιφάνειας (397 τ.μ) περιήλθε στους προαναφερθέντας κληρονόμους του Ζ2. Από της διανομής έκαστος των πρώην κοινωνών εγκαταστάθηκε στο λαχόν οικοπεδικό τμήμα και διενεργούσε επ' αυτού, όπως και οι δικαιοπάροχοί του, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου κάθε πράξη νομής και κατοχής που προσιδίαζε στη φύση και τον προορισμό του.
Ειδικότερα το πρώτο από τα οικόπεδα αυτά ο Ψ3 το νεμήθηκε ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, όπως οι δικαιοπάροχοί του αδιάκοπα μέχρι τις 30-12-1988, οπότε με το υπ' αριθμ. 8612/1988 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον υιό του ...... (πρώτο των αρχικών εναγόντων).
Ο τελευταίος από της εν λόγω μεταβιβάσεως εγκαταστάθηκε σε αυτό και το νεμήθηκε κατά τον προορισμό του, διενεργώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του μέχρι του μηνός Σεπτεμβρίου 1992 χωρίς να αμφισβητηθούν τα δικαιώματά του. Με τον τρόπο αυτό κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού τουλάχιστον πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, αφού προσμετρούμενου και του με ιδία προσόντα χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του (αμέσου και απωτέρου), νεμήθηκε και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιακόπως πλέον της εικοσαετίας.
Στις 14-1-1996, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, απεβίωσε αδιάθετος. Στην κληρονομία του κλήθηκαν οι εγγύτεροι συγγενείς η σύζυγός του .... σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου (1η των εφεσιβλήτων) και τα τέκνα του .... και ...... σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστο, (3η και 2ος των εφεσιβλήτων αντιστοίχως) , που αποδέχτηκαν την επαχθείσα κληρονομία, με την υπ' αριθμ. 2332/13-5-1996 πράξη της συμβολαιογράφου Επιδαύρου Λιμηράς Γεωργίας Λάγγη - Λίχα, νομίμως μεταγραφείσα.
Στο δεύτερο από τα οικόπεδα αυτά εγκαταστάθηκαν οι συγκοινωνοί Ψ4 και .... και το νεμήθηκαν κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος αντιστοίχως με διάνοια κυρίου , όπως και οι δικαιοπάροχοί τους. Στις 13-10-1993 απεβίωσε η ..... χωρίς να αφήσει διαθήκη. Στην κληρονομία της κλήθηκε ως μοναδικός εγγύτερος συγγενής ο υιός της Ψ4, (δεύτερος των εναγόντων) , ο οποίος αφού αποδέχτηκε την επαχθείσα κληρονομία δυνάμει της με αριθμό 16463/12-12-1994 πράξης της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, εγκαταστάθηκε στην κληρονομία της, στοιχείο της οποίας αποτελούσε και το 1/4 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω οικοπέδου και έκτοτε και μέχρι του μηνός Σεπτεμβρίου 1992 διενεργούσε σε αυτό με διάνοια αποκλειστικού πλέον κυρίου, όπως και οι δικαιοπάροχοί του, κάθε πράξη νομής και κατοχής που προσιδίαζε στη φύση του.
Με τον τρόπο αυτό κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού τουλάχιστον πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία , αφού προσμετρούμενου και του με τα ίδια προσόντα χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του (αμέσου και απωτέρων), νεμήθηκε και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιακόπως πλέον της εικοσαετίας. Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 1992 όμως οι εναγόμενοι αυθαίρετα και παράνομα τοποθετώντας περίφραξη από σιδερένιους πασάλους και σύρμα κατέλαβαν ολόκληρο το πρώτο οικόπεδο και τμήμα του δευτέρου επιφανείας 19 τ.μ.
και εξακολουθούν να κατέχουν την καταληφθείσα εδαφική έκταση, αρνούμενοι να την αποδώσουν. Περαιτέρω, η έκταση που μεταβιβάστηκε συνολικά από τον Φ1 στο Ζ1 με τα υπ' αριθμ. 605/1925 και 6541/1938 συμβόλαια ανερχόταν σε 400 τ.μ. και όχι σε 950 τ.μ., όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, η δε επίδικη έκταση δεν συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους του πρώτου των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων του, αλλά αποτελεί το οικόπεδο του πρώτου εναγόντων και το καταληφθέν τμήμα 19 τ.μ.
του οικοπέδου του δευτέρου των εναγόντων. Ούτε όμως και ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου για κτήση κυριότητας της επίδικης έκτασης με χρησικτησία απεδείχθη βάσιμος. Την επίδικη έκταση την καλλιέργησε (όργωσε και έσπειρε με αρακά) από το έτος 1981 έως 1986 κατ' εντολή και για λογαριασμό του Ψ3, δικαιοπαρόχου των εναγόντων, υπό τα όμματα του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου του πρώτου των εναγομένων Ζ1, ο οποίος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή εναντιώθηκε, τούτο δε έπραττε κατά τα προηγούμενα χρόνια και ο Ψ3, άμεσος δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος.
Η μοναδική διακατοχική πράξη που διενήργησαν οι δικαιοπάροχοι του πρώτου εναγομένου στο επίδικο ήταν το λιάσιμο σύκων, αλλά η εν λόγω υλική πράξη, η οποία ελάμβανε χώρα για χρονικό διάστημα το πολύ ενός μηνός κατ' έτος, δεν εγένετο με διάνοια κυρίου, αλλά εντασσόταν στην παρατηρούμενη στις αγροτικές περιοχές πρακτική της παρακλητικής χρήσεως ή κατ' ανοχή χρήσεως ομόρων ακινήτων για το λιάσιμο σύκων στα πλαίσια διατηρήσεως σχέσεων καλής γειτονίας.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων ως βάσιμη και αβάσιμη κατ' ουσία αντίστοιχα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, διότι με πληρότητα και σαφήνεια α) δέχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, β) αναφέρει τις πράξεις νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους επί των επίδικων ακινήτων και γ) δέχεται την ανυπαρξία πράξεων νομής εκ μέρους των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους επί των επίδικων ακινήτων, καθώς και ότι τα τελευταία δεν εμπίπτουν στους τίτλους των εναγομένων.
Συνεπώς, ο πέμπτος, κατά τα πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο μέρη αυτού, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων προς διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 368 ΚΠολΔ για τη διάταξη πραγματογνωμοσύνης είναι δικονομική τοιαύτη και όχι ουσιαστικού δικαίου.
VI. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" , υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 218 ΚΠολΔ η ένωση αγωγών χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του εν λόγω άρθρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αλλά στην περίπτωση αυτή διατάσσεται από το δικαστήριο χωρισμός του, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ιδίου άρθρου, που τέθηκε για την άρση των αμφισβητήσεων που είχαν ανακύψει κατά το προηγούμενο δίκαιο.
Απορρίπτοντας, συνεπώς, σιωπηρώς το Εφετείο την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση, κατά την οποία η σωρευθείσα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αίτηση του δεύτερου ενάγοντος περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του και αποδόσεως του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου ήταν απορριπτέα , ως απαράδεκτη, επειδή σωρεύθηκε με την ομοίου περιεχομένου αίτηση του πρώτου ενάγοντος, που αφορούσε διαφορετικό ακίνητο, χωρίς να συντρέχουν οι απαιτούμενες από την παρ.1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ προϋποθέσεις, αφενός μεν δεν υπέπεσε στην από τον αριθμ.9 περ.
γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προεχόντως διότι η ως άνω ένσταση δεν συνιστά αίτηση υπό την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια της εν λόγω διατάξεως, αφετέρου δε όχι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του δεύτερου ενάγοντος, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου έκτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, και έβδομος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ωσαύτως, ο έκτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, από τον αριθμ. 9 περ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι επιδίκασε στους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους κάτι που δεν ζητήθηκε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής και συγκεκριμένα ότι αναγνώρισε ως συγκύριους του επίδικου ακινήτου τους ως άνω αναιρεσίβλητους, κατά ποσοστό 2/8 την πρώτη και 3/8 καθένα από τους άλλους δύο εξ αδιαιρέτου, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος στις 14-1-1996, μετά την άσκηση της αγωγής και πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αρχικού ενάγοντος, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν με την προαναφερόμενη ιδιότητά τους μετά τη νόμιμη επανάληψη και συνέχιση υπ' αυτών της βιαίως, λόγω του θανάτου του αρχικού ενάγοντος, διακοπείσας δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με την ΑΚ 1710, αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι και η έννομη σχέση της δίκης που έχει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αντικείμενο ιδιωτικό δικαίωμα.
VII. Επειδή με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 εδ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι αυτή (προσβαλλόμενη) α) δέχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία με το συνυπολογισμό του δικού τους χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπάροχών τους χωρίς να γίνεται στην αγωγή επίκληση 1) του ως άνω τρόπου κτήσεως της κυριότητας, 2) της ειδικής διαδοχής στη νομή και 3) συγκεκριμένων πράξεων νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, β) απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων επί των επιδίκων κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, παρόλο που οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους είχαν τη νομή ασκώντας συγκεκριμένες πράξεις νομής επί των επίδικων συνεχώς από το 1925 μέχρι την έγερση της αγωγής και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παρά τη διαπιστωθείσα υπ' αυτής ασάφεια της δηλώσεως της βουλήσεως των συμβληθέντων στα υπ' αριθμ. 27801/1921 και 605/1925 πωλητήρια συμβόλαια, ως προς το εμβαδόν, τη θέση και τα όρια των περιγραφομένων σε αυτά οικοπέδων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν την ως άνω υπό στοιχ. α΄ αιτίαση ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, αυτή περιείχε όλα τα ως άνω, φερόμενα ως μη επικληθέντα, στοιχεία, κατά δε την ως άνω υπό στοιχ. β΄ αιτίαση ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την ως άνω υπό στοιχ.
γ΄ αιτίαση ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρει τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες διαπιστώθηκε η αμφιβολία και η ασάφεια των δηλώσεων των βουλήσεων των συμβληθέντων στα ως άνω αναφερόμενα συμβόλαια ούτε προσδιορίζει την έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε βάσει αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/6/2004 αίτηση αναίρεσης της 42/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ