Legislator Case Law & Legislation
1089/2006 AI generated

Supreme Court quashes labor court decision for failing to apply good faith interpretation rules to ambiguous contract waiver clauses.

Case Number 1089/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute over a general waiver clause in an employment contract. The appellant argued the clause did not explicitly cover claims for moral damages, while the lower court found the waiver ambiguous but failed to apply statutory interpretation rules to determine the parties' true intent. The court ruled that the lower court erred by not utilizing the principles of good faith and actual intent to resolve the ambiguity, thereby violating procedural requirements for appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 174, 679 of the Civil Code; Article 8 of Law 2112/1920; Article 5 of Law 539/1945; Article 8 of Law 4020/1959; Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: When a contract term is ambiguous regarding the scope of a waiver, the court must apply rules of good faith and search for the true intent of the parties rather than relying solely on literal wording.

Keywords

AI generated
labor contract waiver good faith interpretation ambiguous contract terms moral damages claim appellate procedural error true intent of parties civil code principles

Cited Legislation

AI generated
Articles 3, 174 and 679 of the Civil Code
Article 8 of Law 2112/1920
Article 5, paragraph 1 of Law 539/1945
Article 8, paragraph 4 of Law 4020/1959
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 35/1997
934/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1089 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1089/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Tης αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)». που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 522/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 1072/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 21 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Αποστολόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από την ..... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης ..... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την από 10-9-2003 πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 5-10-2004, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο, οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή τελευταία ως άνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επειδή κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174 και 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945 και 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (αρθρ. 454 ΑΚ.).

Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων που προβλέπονται από το νόμο, τις Σ.Σ.Ε. ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν τα ως άνω ελάχιστα όρια. Και στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η (επιτρεπτή) παραίτηση από τις εργατικές αξιώσεις πρέπει να είναι ειδική και σαφής.

Εξάλλου, ειδικά ως προς την αξίωση για καταβολή τόκων, ενόψει του παρεπόμενου χαρακτήρα της, και της ανάγκης ειδικού και σαφούς καθορισμού των αξιώσεων από τις οποίες παραιτήθηκε επιτρεπτώς ο εργαζόμενος, η ακυρότητα της παραιτήσεως του από τις αξιώσεις αυτού για πληρωμή των νόμιμων αποδοχών του περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, και τους οφειλόμενους επί των αποδοχών αυτών τόκους, εκτός αν προβλέπεται ειδικώς στην παραίτηση ότι ο εργαζόμενος παραιτείται και από το δικαίωμα του να ζητήσει τόκους επί των συγκεκριμένων αποδοχών, αφού μόνο τότε θα ήταν σαφές ότι ήθελε να παραιτηθεί από την παρεπόμενη αυτή αξίωση και στην περίπτωση ακόμη που θα ήταν άκυρη η παραίτηση του από τις κύριες αξιώσεις του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, ότι η αναιρεσείουσα, που αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου -ο οποίος είχε τοποθετηθεί αναγκαστικά σ' αυτή κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 1648/1986- έγινε υπερήμερη από 14-7-1992 έως 28-9-1993 και του όφειλε γι' αυτό τους μισθούς υπερημερίας του άνω διαστήματος, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε μηνιαίος μισθός έγινε απαιτητός, καθώς και τα αντίστοιχα επιδόματα των δώρων εορτών και της άδειας, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι με τον υπ ' αριθμ. 10 όρο της από 29-9-1993 συμβάσεως εργασίας, που υπέγραψαν οι διάδικοι, ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε «από κάθε αξίωση αποζημιώσεως για οποιαδήποτε αιτία», έκρινε όμως ότι η παραίτηση αυτή ήταν άκυρη και απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 656, 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920 και 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959, αφού από τον παρατιθέμενο στην απόφαση όρο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δεν προκύπτει παραίτηση -και μάλιστα ειδική-από τους οφειλόμενους για τις επιδικασθείσες εργατικές αξιώσεις τόκους.

Επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι ακριβώς συνίσταται η αναφερόμενη «ελλειματική αιτιολογία», δηλαδή ποια είναι τα στοιχεία που λείπουν και είναι αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας (Ολ.

ΑΠ 32/1996).

Επειδή ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί ορίζουν ότι οι δικαιοπραξίες και οι συμβάσεις ερμηνεύονται δια της αναζητήσεως της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.

Εξάλλου οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι διέγνωσε έστω και εμμέσως ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των μερών, παρέλειψε να προσφύγει στους κανόνες αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων (ΑΠ 35/1997, 934/2002).

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με την αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ότι για την αξίωση αυτή χωρεί καταρχήν παραίτηση, από τη γενική όμως διατύπωση του προμνημονευόμενου όρου 10 της υπογραφείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας δεν προκύπτει αβίαστα ότι ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από την αξίωση του αυτή, ενόψει του ότι και η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε ειδικώς κάτι τέτοιο, αλλά αρκέστηκε στη γενική αναφορά της για παραίτηση αυτού από κάθε αξίωση.

Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι το Εφετείο δέχθηκε εμμέσως ότι η έννοια του ανωτέρω όρου της συμβάσεως ήταν ασαφής και αμφίβολη, αφού έκρινε ότι δεν προέκυπτε αβίαστα από τη γενική διατύπωση του ότι στην «κάθε αξίωση αποζημιώσεως για οποιαδήποτε αιτία», περιλαμβανόταν και η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για χρηματική ικανοποίηση.

Παρά το γεγονός όμως ότι διαπιστώθηκε έμμεσα η ως άνω ασάφεια, το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για να προσδιορίσει τις αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε ο αναιρεσείων, αναζητώντας προς τούτο την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως, τα συμφέροντα και των δύο μερών, το δικαιοπρακτικό σκοπό αυτών για τη συνομολόγηση του πιο πάνω όρου και τις τυχόν υφιστάμενες κατά την υπογραφή της συμβάσεως συνθήκες και λοιπές περιστάσεις.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο περί αυτού δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1072/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ