Supreme Court dismisses appeal against bank debt judgment for inadmissibility and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance judgment regarding bank debts. The appellant argued the lower court failed to specify contract dates, claiming this prevented a proper assessment of repayment feasibility, but the court ruled this was an inadmissible attempt to challenge the court's evidence evaluation. The court found the lower court correctly applied the law by detailing the total debt amount, income, and the appellant's acceptance of potential insolvency, thus rejecting the appeal on both procedural and substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged omission of contract dates in a judgment is inadmissible as it seeks to re-evaluate the court's assessment of evidence and constitutes an attempt to attack the non-appealable factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1088 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1088/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Γραμματοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος" και ως ειδικής διαδόχου της "Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ ΑΕ" και της Κυπριακής Δημόσιας ΕΠΕ με την επωνυμία "Cyprus Popular Bank Public Co Ltd", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ATTICA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 6) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο καθώς και με τις από 9-3-2022 κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 4η και 6η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-3-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια της 5ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.3.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5/29-11-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 113/2017 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης, τρίτης και έκτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης, τρίτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΤΡΑΠΕΖΑ ATTICA BANK", "ALPHA BANK A.E." και "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK A.E.".
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τις ανωτέρω ερήμην δικασθείσες ανώνυμες εταιρείες.
Κατά την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός εκ των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρά ταύτα ασκηθεί, είναι απορριπτέα, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, αναλόγως, έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 884/2020, 739/2019, 33/2019), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 329/2019, 215/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των δεύτερης, τρίτης και έκτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης, τρίτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΤΡΑΠΕΖΑ ATTICA BANK Α.Ε.", "ALPHA BANK A.E." και "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK A.E.", οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της (βλ.
σελ. 2 και 3 αυτής), είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στην δικάσιμο της 28-1-2016 ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και ότι η συζήτηση της υποθέσεως εχώρησε εν τέλει (κατόπιν αναβολών) κατά τη δικάσιμο της 10-11-2016, σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθ' όσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.
και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2.
Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 24.3.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5/29-11-2018 αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., για τη δικάσιμο της 6-3-2020, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16-4-2021.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 4-3-2022), με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τετάρτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ATTICA BANK Α.Ε.", "ALPHA BANK A.E.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK A.E.", δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως ο αναιρεσείων και η πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E." και ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Aνώνυμη Eταιρεία".
Από τις υπ' αριθμ. 8155/11-2-2021, 8151/11-2-2021, 8153/11-2-2021, 8150/11-2-2021 και 8154/11-2-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Γ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχική δικάσιμο της 6-3-2020, καθώς και η με αρ.
πρωτ. 42/10-2-2021 βεβαίωση του γραμματέα της έδρας Αθανασίου Λιάπη, περί αναβολής της υποθέσεως για την αναφερθείσα παραπάνω μετ' αναβολήν δικάσιμο της 16-4-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τετάρτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων.
Ενόψει όμως του ότι οι ως άνω, απούσες κατά την παρούσα συζήτηση, αναιρεσίβλητες, είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν κατά την μετ' αναβολήν δικάσιμο της 16-4-2021, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή αυτής στο οικείο πινάκιο κατά την αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχύει ως κλήτευση αυτών.
Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 24-11-2014, της ένδικης, από 28-10-2014, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1του Π.Κ. που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Ο Ν. 3869/2010 χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/ 2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εξ αντιθέτου συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 10, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη".
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο Τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (29-11-2018), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτά προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 523/2018, ΑΠ 793/2015), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 726/2014, ΑΠ 1042/2013).
Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 1447/2017). Τέλος, κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 113/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' του ν. 3869/2010, 741 επ. Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για τη διερεύνηση των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "......Ο αιτών, πρώτος εφεσίβλητος, που γεννήθηκε στις ..., είναι στρατιωτικός με το βαθμό του Επιλοχία.
Είναι έγγαμος με τη Μ. Τ., με την οποία έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο, που γεννήθηκε τον Αύγουστο του 2011. Μαζί με την οικογένεια του διαμένει και το ανήλικο τέκνο της συζύγου του από προηγούμενο γάμο της. Αποδεικνύεται επίσης, ότι ο καθαρός μισθός του αιτούντος ανερχόταν το έτος 2009 στο ποσό των 1.501,89 € (συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα έτους 2009 = 18.022,75 €), όπως προκύπτει από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος 2010 (που αφορά το οικονομικό έτος 2009), σε συνδυασμό με το εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικής δήλωσης του έτους αυτού, το έτος 2010 στο ποσό των 1.428,87 € (συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα έτους 2010 = 17.146,45 €), όπως προκύπτει από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος 2011 (που αφορά το οικονομικό έτος 2010) σε συνδυασμό με το εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικής δήλωσης του έτους αυτού, το έτος 2011 στο ποσό των 1.383,79 € (συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα έτους 2011 = 16.605,50 €), όπως προκύπτει από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος 2012 (που αφορά το οικονομικό έτος 2011), σε συνδυασμό με το εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικής δήλωσης του έτους αυτού.
Το έτος 2012 ο μισθός του διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.244,61 €, όπως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις αποδοχών αυτού, σε συνδυασμό με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος έτους 2013 (που αφορά το οικονομικό έτος 2012), ενώ το έτος 2013 ο μισθός του διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.164,43 €, όπως προκύπτει από τα σχετικά φύλλα μισθοδοσίας αυτού.
Από το ποσό αυτό παρακρατείται ποσό 248,70€ από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και ήδη από την καθολική διάδοχο αυτού τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ.", λόγω δανείου που είχε λάβει από αυτό, με συνέπεια το τελικό ποσό που λαμβάνει μηνιαίως κατά μέσο όρο ανέρχεται στο ποσό των 915,73 €, όπως τούτο προκύπτει από το αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας του μηνός Ιανουαρίου 2014 του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Αποδεικνύεται επίσης ότι ο ανωτέρω, σε χρονικό διάστημα πριν του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, είχε τις κάτωθι οφειλές στα ακόλουθα πιστωτικά ιδρύματα: Α) προς την τράπεζα με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" 1) από τη χρήση πιστωτικής κάρτας που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν από την ως άνω τράπεζα, δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, συνολικό ποσό μετά τόκων 6.312,94 Ευρώ. 2) από καταναλωτικό δάνειο, δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης, ποσό μετά τόκων των 1.422,73 Ευρώ. Β) προς την τράπεζα με την επωνυμία "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ": 1) από τη χρήση πιστωτικής κάρτας που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν από την ως άνω τράπεζα, με αριθμό λογαριασμού ..., συνολικό ποσό μετά τόκων 12.819,29 Ευρώ 2) από τη χρήση πιστωτικής κάρτας που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν από την ίδια ως άνω τράπεζα, με αριθμό λογαριασμού 49070001396, για την οποία συμβλήθηκε ως εγγυητής, συνολικό ποσό μετά τόκων 4.981,01 Ευρώ Γ) προς την τράπεζα με την επωνυμία "GΕΝΙΚΙ ΒΑΝΚ" από καταναλωτικό δάνειο με αριθμό λογαριασμού ..., το συνολικό ποσό μετά τόκων των 13.999,55 Ευρώ Δ) προς την τράπεζα με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", από τη χρήση πιστωτικής κάρτας που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν, με αριθμό λογαριασμού ..., το συνολικό ποσό μετά τόκων 6.884,83 Ευρώ Ε) προς την τράπεζα με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ.": 1) από καταναλωτικό δάνειο που έλαβε, δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 54.697,75 Ευρώ 2) από τη χρήση πιστωτικής κάρτας που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 139,57 Ευρώ ΣΤ) προς την τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Α.Ε.", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." κυρίως παρεμβαίνουσα και εκκαλούσα: 1) από τη χρήση πιστωτικής κάρτας (VISΑ) που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 11.839,16 Ευρώ 2) από τη χρήση πιστωτικής κάρτας (ΜΑSTERCARD) που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 4.687,88 Ευρώ. Ζ) προς την τράπεζα με την επωνυμία "CYPRUS ΡΟΡULΑR ΒΑΝΚ PUBLIC CΟ LTD" ως καθολικής διαδόχου της "ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." κυρίως παρεμβαίνουσα στην πρωτοβάθμια δίκη και εκκαλούσα : 1) από στεγαστικό δάνειο που έλαβε, δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 69.204,73 Ευρώ. 2) από καταναλωτικό δάνειο που έλαβε, δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 64.152,61 Ευρώ. 3) από καταναλωτικό δάνειο που έλαβε η σύζυγος του Μ. Τ., για το οποίο εγγυήθηκε ο αιτών, δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 83.875,50 Ευρώ Η) προς την τράπεζα με την επωνυμία "ΡRΟΒΑΝΚ Α.Ε." που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση: 1) από τη χρήση πιστωτικής κάρτας που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 2.168,98 Ευρώ. Θ) προς το πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", ως διάδοχο του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία " ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", του οποίου καθολικός διάδοχος είναι η τράπεζα με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ.": 1) από δάνειο που έλαβε, δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης, το συνολικό ποσό μετά τόκων των 14.633,74 Ευρώ. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω το σύνολο των ληξιπρόθεσμων χρεών του αιτούντος προς τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 351.820,27 Ευρώ, πλέον τόκων. Ο ως άνω δανεισμός του αιτούντος για την κάλυψη των δικών του αναγκών αλλά και των οικείων του, καθώς εγγυήθηκε υπέρ της συζύγου του για δάνειο ύψους 83.875,50 € και υπέρ της αδερφής του για δάνειο 4.981,01 €, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, κρίνεται ενόψει και του εισοδήματος αυτού υπερβολικός.
Και τούτο γιατί, όπως εκτίθεται στην αίτηση, ο ανωτέρω λάμβανε το έτος 2009 το ποσό των 1.501,89 € μηνιαίως καθαρά, η δε σύζυγος του, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αλλά και μετέπειτα, δεν είχε κέρδος από την επαγγελματική της δραστηριότητα, αλλά ζημίες και χρέη προς την εφορία και τον ασφαλιστικό της φορέα.
Η δε σταδιακή μείωση του μισθού του, που το έτος 2013 διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.164,43 €, δηλαδή παρουσίασε μείωση κατά 336,57 Ευρώ, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποτελεί την αιτία της αδυναμίας του αιτούντος -εφεσίβλητου να ικανοποιήσει τις ως άνω οφειλές του από τον υπερδανεισμό του. Ο αιτών και χωρίς τη μείωση των αποδοχών του, δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, γεγονός που ως μέσος συνετός συναλλασσόμενος γνώριζε κατά την ανάληψη αυτών, ενόψει του σταθερού του εισοδήματος από την ως άνω εργασία του, η οποία αποτελούσε και το μοναδικό εισόδημα αυτού, αλλά, όπως ο ίδιος εισφέρει με την αίτηση του, και της οικογένειας του, αφού η σύζυγος του, ενόψει και της προπαρατεθείσας επαγγελματικής της κατάστασης, μόνο χρέη.
Συνεπώς αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών από δικό του δόλο, έστω και ενδεχόμενο, με συνέπεια να μη δικαιούται να υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, γενομένης δεκτής της παραδεκτά προβληθείσας από την εκκαλούσα αλλά και από τα λοιπά παριστάμενα πιστωτικά ιδρύματα, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επαρκώς ορισμένης και νόμιμης, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση, ένστασης δόλου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο σιγή απέρριψε την ένσταση αυτή έσφαλε και δεν εφάρμοσε σωστά το νόμο ούτε εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου της έφεσης της εκκαλούσας. Πρέπει συνεπώς, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη στην ουσία της, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο και ερευνηθεί η κρινόμενη αίτηση ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης δόλου κατά τα ανωτέρω.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 20.5.2015 έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ A.E.", κατά της πρωτόδικης 76/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κοζάνης, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και, στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη από 27.5.2013 αίτηση του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχήν ως και κατ' ουσίαν βασίμου του προβληθέντος από την τότε εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ισχυρισμού περί δόλιας περιελεύσεώς του σε αδυναμία πληρωμών.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., αληθώς από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας από 20-5-2015 εφέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 76/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κοζάνης -με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-5-2013 (αρ.
κατ. 114/2013) αίτησή του, με αντικείμενο την υπαγωγή του στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010- δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα εκ μέρους του, με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, ουσιώδη ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ενώπιόν του διαδικασίας. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα εκ μέρους του, ουσιώδη, ακόλουθο, επί λέξει, ισχυρισμό: "ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ:
Η εκκαλούσα με την από 20.05.2015 ασκηθείσα έφεση της κατά της υπ' αριθμ. 76/2014 απόφασης του Ειρην. Κοζάνης αναφέρει, ότι η εκδοθείσα απόφαση αφορά την με αριθμ. κατάθ. δικ. 49/2011 αίτηση μου, κάτι που δεν ισχύει, καθώς η απόφαση αυτή αφορά την από 27.05.2013 με αρ. έκθ. κατ. δικ. 114/2013 αίτησή μου, με την οποία παραιτήθηκα από την από 27.10.2011 με αρ.
έκθ. κατ. δικ. 49/2011 αίτηση μου, στη συνέχεια, όπως προελέχθη κοινοποίησα το νέο δικόγραφο νόμιμα κι εμπρόθεσμα στους αντιδίκους μου κι έγινε σχετική δήλωση στα πρακτικά για την παραίτηση, η οποία ολοκληρώθηκε και νομίμως. Έτσι η υπ' αρ. 76/2014 απόφ. του Ειρην. Κοζάνης εκδόθηκε επί της νέας αιτήσεως μου και συνεπώς η υπ' αριθμ. 49/2011 αίτηση μου κατ' αυτόν τον τρόπο εξαφανίστηκε.
Επειδή η κρινόμενη έφεση αναφέρεται όλως εσφαλμένα στην υπ' αριθμ. 49/2011 Αίτηση μου και μάλιστα στο σύνολο του δικογράφου της κρινόμενης εφέσεως αναφέρονται εισοδηματικά και οικονομικά δεδομένα όπως αυτά περιγραφόταν στην προγενέστερη και εξαφανισθείσα υπ' αριθμ. 49/2011 αίτηση μου, τα οποία ίσχυαν σε προγενέστερο χρόνο της υπ' αριθμ. 114/2013 αίτησης μου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.76/2014 απόφαση του Ειρην.
Κοζάνης. Επειδή λοιπόν η αντίδικος αναφέρει στην κρινόμενη έφεση τα δεδομένα της υπ' αριθμ. 49/2011 αίτησης μου, τα οποία είναι διαφορετικά από αυτά που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, κάτι που δημιουργεί ασάφειες και αοριστίες, καθίσταται το δικόγραφο ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης. Για τους παραπάνω λόγους πρέπει η εξεταζόμενη έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης".
Από το δικόγραφο όμως της ως άνω εφέσεως, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι με αυτή προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 76/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κοζάνης, η οποία εκδόθηκε, όχι επί της προγενέστερης, με αρ. κατ. 49/2011, αλλά επί της από 27-5-2013 (αρ. κατ. 114/2013) ένδικης αιτήσεως του αιτούντος, ήδη αναιρεσείοντος, δεν ασκεί δε επιρροή η, από προφανή παραδρομή, εσφαλμένη αναγραφή στο δικόγραφο αυτής του αριθμού καταθέσεως της αιτήσεως.
Συνεπώς, η παράλειψη του ως, Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, να λάβει υπόψη τον ως άνω, αλυσιτελώς προβληθέντα, ισχυρισμό περί απαραδέκτου της διαδικασίας, δεν ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β'του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, απορριπτομένου ως απαραδέκτου του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στο δικόγραφο της εφέσεως αναφέρονται εισοδηματικά και οικονομικά δεδομένα, όπως αυτά περιγράφονται στην προγενέστερη με αρ. κατ. 49/2011 αίτησή του, από το δικόγραφο της οποίας είχε παραιτηθεί (πέραν της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύονται ποιες είναι οι διαφοροποιήσεις των δεδομένων αυτών μεταξύ των δύο αιτήσεων), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στο δικόγραφο της εφέσεως αναφέρονται τα, κατά την άποψη της εκκαλούσας, σφάλματα της εκκαλουμένης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε εκδοθεί επί της ένδικης από 27-5-2013 αιτήσεως, με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτή εισοδηματικά και οικονομικά δεδομένα του αιτούντος- αναιρεσείοντος.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμούς 8 εδ. β' και 10 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρότι ο ίδιος ισχυρίσθηκε και απέδειξε ότι πρωτοφειλέτιδα στο, ύψους 83.875,50 ευρώ, καταναλωτικό δάνειο, υπέρ του οποίου αυτός εγγυήθηκε, ήταν η αδελφή του Ε.
Μ., δέχτηκε, χωρίς απόδειξη, ως πρωτοφειλέτιδα τη σύζυγό του Μ. Τ., γεγονός που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού κρίθηκε ότι το δάνειο αυτό επιβάρυνε τον οικογενειακό του προϋπολογισμό, ενώ, στην πραγματικότητα, βάρυνε, πρωτίστως τη δανειολήπτρια αδελφή του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του ως δικαστήριο δεύτερου βαθμού επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.
λόγων αναιρέσεως. Ο ίδιος δε λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 5 εδ. β'του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, το μεν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, που επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι το πρόσωπο του πρωτοφειλέτη, αλλά η εκ μέρους του αναιρεσείοντος ανάληψη υποχρεώσεως, ως εγγυητή, το δε διότι, υπό την επίφαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 5 β' του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Εξ άλλου, τα περιστατικά, που το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων δεν οφείλεται στη σταδιακή μείωση του μισθού του, ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 336,57 ευρώ, αλλά στον υπερδανεισμό του, ο ίδιος δε μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.
Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, με την οποία ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει το χρόνο καταρτίσεως των δανειακών συμβάσεων, ώστε να κριθεί εάν ήταν δυνατή η κατά το χρόνο εκείνο εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, αποτελεί επιχείρημα αυτού για την πληρέστερη, κατά την άποψή του, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλεται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ελλείψεως νομίμου βάσεως, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω αιτίαση είναι και ουσιαστικά αβάσιμη, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 351.820,27 ευρώ, το οικογενειακό εισόδημα του αναιρεσείοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως και η οικογενειακή του κατάσταση, καθώς και ότι μπορούσε να προβλέψει ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών του προς τις πιστώτριες τράπεζες και αποδέχτηκε το ενδεχόμενο αυτό.
Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 24.3.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5/29-11-2018 αίτηση για αναίρεση της 113/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ