Legislator Case Law & Legislation
1088/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of abuse of time limits and lack of new grounds for review.

Case Number 1088/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a debt dispute. The appellants argued that the First Instance Court incorrectly treated the entire debt as secured by a mortgage despite partial payments, while the opposing party contended the debt limit was properly applied. The court found no valid grounds for review, noting the appeal was filed after the statutory time limit had expired and the First Instance Court's reasoning was consistent with the facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 564(3) and 249(ε) of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the time limit constitutes an abuse of time and is inadmissible, and the Supreme Court will not examine the merits if no new grounds for review are presented.

Keywords

AI generated
abuse of time limit statutory time bar admissibility of appeal code of civil procedure supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 249(ε) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 182(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1088 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1088/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Λ. του Ι., 2) Ε., χήρας Ι. Λ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κούρβα και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ……...", που εδρεύει στα …. και εκπροσωπείται νόμια, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: "Α. Α. Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου κατόπιν συγχωνεύσεως των Ανωνύμων Εταιρειών ….." (όπως μετατράπηκε σε Ανώνυμη Εταιρεία και τροποποιήθηκε η επωνυμία της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης "……..." που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2010 ανακοπή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5690/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 708/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 24/5/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 406/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείουσες με την από 31/7/2018 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 31-7-2018 κλήση των αναιρεσειουσών νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση η από 24-5-2016 αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση :επ' αυτής,καθώς και της από 31-3-2017 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της με αριθμό 406/2018 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αίτηση και πρόσθετη παρέμβαση, ανέβαλε κατ' άρθρ. 249 εδ.

ά ΚΠολΔ, τη συζήτηση μέχρι την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σχετικά με το νομικό ζήτημα της καταχρηστικής προθεσμίας της αναίρεσης (άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ). Από την με αριθμό ….έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.Β., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 24-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης 414/40/2016 αίτησης επιδόθηκε νομότυπα στην Δικηγόρο Αθηνών Γεωργία Λοκρίδου, ως ειδική εκκαθαρίστρια της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που τελεί ήδη σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, με κλήση να παραστεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-5-2017.

Επίσης από την με αριθμό ….έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Χ., που ωσαύτως επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω από 31-7-2018 κλήσης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ίδια ειδική εκκαθαρίστρια Δικηγόρο, για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου,πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 80 του ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ.2 ΚΠολΔ. (ΑΠ1564/2017,ΑΠ 1731/2011, ΑΠ331/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η παρεμβαίνουσα εταιρία με την από 31-3-2017 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της επικαλείται έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο γεγονός ότι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου κατέστη ειδική διάδοχος της υπό εκκαθάριση αναιρεσίβλητης εταιρίας, με την κτήση, μεταξύ άλλων περιουσιακών της στοιχείων και της ένδικης απαίτησης αυτής κατά των αναιρεσειουσών, δυνάμει της με αριθμό 15297/2-10-2014 πράξης μεταβίβασης μέρους του ενεργητικού της ,που έχει συντάξει ο συμ/φος Πειραιώς Στέφανος Βασιλάκης,ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά κατ' άρθρ. 81 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους και το έννομο συμφέρον της παρεμβαίνουσας προκύπτει από την παραπάνω πράξη μεταβίβασης που προσκομίζει και επικαλείται. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

ΙΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 708/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 21-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 1384/2011 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 7252/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 9-7-2010 και με αριθμό κατάθεσης 7252/2010 ανακοπή των αναιρεσιουσών, κατά το μέρος που αυτή είχε γίνει δεκτή με την εξαφανισθείσα πρωτόδικη απόφαση και με την οποία ανακοπή οι ανακόπτουσες ζητούσαν την ακύρωση της από 9-4-2010 επιταγής προς εκτέλεση,κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό 7414/21-9-1995 πράξης συναίνεσης εγγραφής υποθήκης,για ποσό 70.000.000 δραχμών, της συμ/φου Αθηνών Δέσποινας Παριανού, καθώς και την ακύρωση της με αριθμό ….

έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ενυποθήκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Α. και των περιλήψεων της κατασχετήριας αυτής έκθεσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), καθ' όσον κατατέθηκε την 1-7-2016, εντός τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης την 6-8-2013 (άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τον άρ.1 άρ.

τρίτο Ν.4335/2015, Ολ.ΑΠ 10/2018).Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008).

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε, στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης απόφασης, τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: "... Η καθής η ανακοπή εταιρία ..., η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας υγρών καυσίμων και λοιπών πετρελαιοειδών, από τις συναλλαγές της αφενός με την εταιρία με την επωνυμία..." και αφετέρου με την εταιρία με την επωνυμία ….

οι οποίες αφορούσαν την προμήθεια ειδών υγρών καυσίμων προς αυτές, διατηρούσε σχετικές απαιτήσεις, ιδίως, για το χρονικό διάστημα του έτους 1995. Έτσι, καταρτίσθηκαν μεταξύ της καθής η ανακοπή και των προαναφερθεισών εταιριών, για λογαριασμό των οποίων συμβλήθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός τους Κ. Λ., τα από 21-09-1995 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, αντιστοίχως, με τα οποία οι εταιρίες αυτές αναγνώρισαν τις σχετικές οφειλές τους προς την καθής η ανακοπή και διακανονίσθηκε η πληρωμή τους.

Ειδικότερα, με το ως άνω από 21-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, που αφορά την εταιρία με την επωνυμία …..., αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ποσό των 157.053.443 δραχμών (ήδη 460.905,18 ευρώ), για το κεφάλαιο της μέχρι τότε οφειλής της από τις ως άνω συναλλαγές και συγκεκριμένα για την αξία ποσοτήτων υγρών καυσίμων που είχε παραλάβει η ως άνω οφειλέτιδα προς εκτέλεση της μεταξύ αυτής και της καθής η ανακοπή συμβάσεως παραγγελίας, και συμφωνήθηκε ότι το οφειλόμενο ποσό, το οποίο μετά των τόκων ανήρχετο συνολικώς σε 183.753.803 δραχμές (ήδη 539.262,81 ευρώ), θα καταβάλετο σε δώδεκα δόσεις στις ορισθείσες ημερομηνίες (δηλαδή πληρωτέο ποσό 15.000.000 δρχ σε εκάστη των ημερομηνιών: 20-10-1995, 20-11-1995, 8-12-1995, 20-12-1995, 20-1-1996, 20-2-1996, 20-3-1996, 20-4-1996, 20-5-1996, 20-6-1996, 20-7-1996 και ποσό 18.753.803 δρχ την 20-8-1996).

Μάλιστα, προς εξασφάλιση της πληρωμής εκάστης των προαναφερθεισών δόσεων (όρος υπ' αρ. 5 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού), δηλαδή χάριν καταβολής (άρθρο 421 ΑΚ), η οφειλέτιδα εταιρία με την επωνυμία "….." αποδέχθηκε ισάριθμες με τις δόσεις αυτές συναλλαγματικές, εκδοθείσες εις διαταγήν της καθής η ανακοπή εταιρίας, ισόποσες και αντίστοιχες σε ποσά και λήξη των ως άνω δόσεων.

Επίσης, με το άλλο ως άνω από 21-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, που αφορά την εταιρία με την επωνυμία "….", αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ποσό των 84.673.312 δραχμών (ήδη 248.385,36 ευρώ) για το κεφάλαιο της μέχρι τότε οφειλής της από τις ως άνω συναλλαγές και συγκεκριμένα για την αξία ποσοτήτων υγρών καυσίμων που είχε παραλάβει η ως άνω οφειλέτιδα, λόγω πωλήσεως από την καθής η ανακοπή, και συμφωνήθηκε ότι το οφειλόμενο ποσό, το οποίο μετά των τόκων ανήρχετο συνολικώς σε 102.889.273 δραχμές (ήδη 301.949,44 ευρώ), θα καταβάλετο σε επτά δόσεις στις ορισθείσες ημερομηνίες (δηλαδή πληρωτέο ποσό 15.000.000 δραχμών σε εκάστη των ημερομηνιών: 20-9-1996, 20-10-1996, -20-11-1996, 8-12-1996, 20-12-1996, 2.0-1-1997, 20-2-1997, και ποσό 12.889.273 δραχμών την 20-3-1996).

Μάλιστα, προς εξασφάλιση της πληρωμής εκάστης των προαναφερθεισών δόσεων (όρος υπ' αρ.·5 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού), δηλαδή χάριν καταβολής, η οφειλέτιδα εταιρία με την επωνυμία "…." αποδέχθηκε ισάριθμες με τις δόσεις αυτές συναλλαγματικές, εκδοθείσες εις διαταγήν της καθής η ανακοπή εταιρίας, ισόποσες και αντίστοιχες σε ποσά και λήξη των ως άνω δόσεων.

Ακόμη, στα προαναφερθέντα δύο ιδιωτικά συμφωνητικά αναφέρετο ότι την καταβολή του κεφαλαίου των ως οφειλόμενων στην καθής η ανακοπή ποσών, αντιστοίχως, δηλαδή συνολικώς ποσού 241.690.755 δραχμών (157.053.443 + 84.637.312) και ήδη 709.290,55 ευρώ, είχαν εγγυηθεί (και θα εγγυηθούν) έναντι της καθής η ανακοπή οι ανακόπτουσες (καθώς και οι Γ.

Λ. και Κ. Λ.), οι οποίες θα συναινέσουν στο να παράσχουν άδεια εγγραφής πρώτης υποθήκης επί της ακίνητης περιουσίας, τους (όρος υπ' αρ. 2 των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών). Έτσι, βάσει των ως άνω συμφωνηθέντων μεταξύ της καθής ανακοπή και των οφειλετιδών εταιριών, οι ανακόπτουσες και η καθής η ανακοπή προέβησαν στην κατάρτιση της υπ' αριθμ…..

Πράξης Συναίνεσης Εγγραφής Υποθήκης της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας συζύγου Νικολάου Τριτσιμπίδα, το γένος Σωτηρίου Παριανού. Με την πράξη αυτή, οι ανακόπτουσες παραχώρησαν, για την εξασφάλιση των ως άνω απαιτήσεων της καθής η ανακοπή έναντι των προαναφερθεισών οφειλετιδών εταιριών, το δικαίωμα στην καθής η ανακοπή εταιρία, όπως μόνη της χωρίς τη μεσολάβηση τους, εγγράψει στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νικαίας, υπέρ εαυτής, υποθήκη Α' τάξης για ποσό 70.000.000 δραχμών (ήδη 205.429 ευρώ) στις ακολούθως περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που έχουν ανεγερθεί σε οικόπεδο στη...επί των οδών …..και συγκεκριμένα: 1) σε ένα διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου το οποίο εμφαίνεται στο από 15-12-1993 σχεδιάγραμμα κάτοψης Α' ορόφου του πολιτικού μηχανικού Δ.

Τ., που έχει προσαρτηθεί στη με αριθμό 593/20-1-1994 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Καλλιόπης Σουγλή, που έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Νικαίας (σε τόμο 235 και αρ. 294), με επιφάνεια 47,40 τ.μ., 2) σε ένα διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου το οποίο εμφαίνεται στο από 15-12-1993 σχεδιάγραμμα κάτοψης Β' ορόφου του ίδιου ως άνω πολιτικού μηχανικού, που έχει προσαρτηθεί στην άνω αναφερόμενη πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, με επιφάνεια 50,72 τ.μ.

και 3) σε ένα κατάστημα ισογείου ορόφου το οποίο εμφαίνεται στο από 15-12-1993 σχεδιάγραμμα κάτοψης του ισογείου ορόφου του ίδιου ως άνω πολιτικού μηχανικού, που έχει προσαρτηθεί στην ως άνω αναφερομένη πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, με επιφάνεια 51,35 τ.μ. Σημειωτέον ότι με το υπ' αριθμ. …. συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιώς Καλλιόπης Σουγλή, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του ως άνω υποθηκοφυλακείου (σε τόμο 235 και αρ. 294), η πρώτη ανακόπτουσα (Κ.

Λ.) είχε αποκτήσει τα δύο ως άνω περιγραφέντα διαμερίσματα κατά πλήρη κυριότητα, το δε ισόγειο κατάστημα κατά τη ψιλή κυριότητα, ενώ η δεύτερη ανακόπτουσα (Ε. Λ.) έχει δικαίωμα επικαρπίας επί του ως άνω ισογείου καταστήματος. Επίσης, με την ίδια ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, χορήγησαν στην καθής η ανακοπή δικαίωμα εγγραφής υποθήκης και οι Γ.

Λ. του Ι. και Κ. Λ. του Ι. στα διαμερίσματα του τρίτου και του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της προαναφερθείσας οικοδομής. Σημειωτέον ότι στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη αναφέρεται ότι η συναίνεση των ανακοπτουσών για μονομερή εγγραφή υποθήκης από την καθής η ανακοπή παραχωρείται για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της καθής η ανακοπή κατά των οφειλετιδών εταιριών με τις επωνυμίες "…." και "...", οι οποίες (απαιτήσεις) προέρχονται το μεν για την τελευταία εταιρία από την αγορά πετρελαιοειδών, το δε για την εταιρία με την επωνυμία "…." από την υφιστάμενη μεταξύ τους σύμβαση παραγγελίας σύμφωνα και με τις γενόμενες μεταξύ τους συμφωνίες, όπως οι απαιτήσεις αυτές προκύπτουν και από τα προσαρτώμενα σε κεκυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα δελτία αποστολής - τιμολόγια της καθής η ανακοπή.

Ακόμη, στις 2-10-1995, πραγματοποιήθηκε η εγγραφή της ως άνω υποθήκης (βλ. το με αριθμό ... πιστοποιητικό του υποθηκοφυλακείου Νίκαιας). Όμως, οι προαναφερθείσες οφειλέτιδες εταιρίες - δεν τήρησαν τους όρους πληρωμής του εν λόγω χρέους τους προς την καθής η ανακοπή, όπως, κατά τα ως άνω, ρυθμίσθηκε με τα ως άνω δύο ιδιωτικά συμφωνητικά.

Έτσι, κατόπιν αιτήσεων της καθής η ανακοπή, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 1117/1996 και 2769/1996 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η πρώτη σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "...." και της Μ. Ε. (ως τριτεγγυήτριας) και η δεύτερη εκδόθηκε σε βάρος της ίδιας εταιρίας και του Σ. Γ. (ως τριτεγγυητή), αντιστοίχως.

Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη από τις ως άνω διαταγές πληρωμής, αυτή εκδόθηκε για τρεις συναλλαγματικές (της μίας μερικώς εξοφληθείσας), ποσού εκάστης 15.000.000 δραχμών, που εκδόθηκαν στην Αθήνα στις 24-9-1995 με ημερομηνίες λήξεως 20-10-1995, 20-11-1995 και 8-12-1995, δηλαδή οι προαναφερθείσες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην καθής η ανακοπή το ποσό· των 39.242.316 δραχμών (ήδη 115.164,53 ευρώ), πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων και όσον αφορά τη δεύτερη διαταγή πληρωμής, αυτή εκδόθηκε για τρεις συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 15.000.000 δραχμών, που εκδόθηκαν στην Αθήνα στις 24-9-1995 με ημερομηνίες λήξεως 20-12-1995, 20-1-1995 και 20-2-1996, δηλαδή οι προαναφερθέντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην καθής η ανακοπή το ποσό των 45.000.000 δραχμών (ήδη 132.061,62 ευρώ), πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Oι ως άνω συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες διαταγές πληρωμής, περιλαμβάνονται σ' αυτές που παραδόθηκαν στην καθής η ανακοπή, προς εξασφάλιση της αποπληρωμής των ως άνω δόσεων του εν λόγω χρέους, κατά τις ημερομηνίες που ορίσθηκαν με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθής η ανακοπή και της ως άνω οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "…..".

Στη συνέχεια, στις 31-7-2002, για το εν λόγω χρέος καταρτίσθηκε το με την ίδια ημερομηνία νέο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της καθής η ανακοπή εταιρίας και α) της εταιρίας με την επωνυμία "….." ως καθολικής διαδόχου της ως άνω οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "…." και β) της εταιρίας με την επωνυμία "…." ως εγγυήτριας.

Ειδικότερα, με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρία με την επωνυμία "…." α) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ποσό των 176.082 ευρώ (60.000.000 δρχ), ως καθολική διάδοχος της εταιρίας με την επωνυμία "….", μέχρι την 20-12-2002, το οποίο (ποσό) αφορά το εν λόγω χρέος των προαναφερθεισών οφειλετιδών εταιριών, καθώς και τις ως άνω δύο διαταγές πληρωμής, για τη συμβιβαστική επίλυση της σχετικής διαφοράς μεταξύ των ως άνω μερών και με σκοπό τη συμβιβαστική

μερική άρση της υποθήκης που ενεγράφη δυνάμει της ως άνω υπ' αριθμ. ...συμβολαιογραφικής πράξης (όροι υπ' αρ. 3 και 4 του ιδιωτικού συμφωνητικού) και β) αναγνωρίζει την υποχρέωση να καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ποσό των 100.000 ευρώ (34.075.000 δρχ),

κατόπιν συμβιβαστικής ρύθμισης του συνόλου της ως άνω οφειλής προς την καθής η ανακοπή, σε εβδομήντα δύο ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 1.400 ευρώ εκάστη με πρώτη δόση καταβλητέα την 1-10-2002, ενώ, το ποσό των 151.690.755 δρχ (ή 445.167,29 ευρώ), το οποίο αφορά μέρος του εν λόγω χρέους των προαναφερθεισών οφειλετιδών εταιριών, συνολικού ποσού 241.726.755 δρχ ή 709.396,19 ευρώ (157.053.443 δρχ + 84.673.312 δρχ ή 460.905,18 ευρώ + 248.385,36 ευρώ), συμφωνήθηκε να διαγραφεί, λόγω ελευθεριότητος [όρος υπ' αρ. 3Α του ιδιωτικού συμφωνητικού).

Επίσης, στον όρο υπ' αρ. 4 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι "η β' συμβαλλόμενη ["…..] θα καταβάλλει στην α' συμβαλλόμενη [καθής η ανακοπή] το ποσό των 60.000.000 δρχ ήτοι 176.082 Ευρώ. Το ποσό θα καταβληθεί μέχρι 20/12/2002. Μετά από αυτό η α' συμβαλλόμενη δηλώνει ότι .... και συναινεί και στην άρση της υποθήκης επί των ίδιων ακινήτων που επεβλήθει δια της ως άνω πράξεως θα πράξει δε τούτο και ενώπιον .συμβολαιογράφου".

Από τον ως άνω όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού συνάγεται ότι η καθής η ανακοπή παρείχε την συναίνεσή της για την εξάλειψη της ως άνω υποθήκης, που αφορά τα προεκτεθέντα ακίνητα των ανακοπτουσών, με την προϋπόθεση ότι προηγουμένως θα πραγματοποιείτο η καταβολή του προαναφερθέντος ποσού (176.082 ευρώ). Σημειωτέον ότι οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι η σχετική συναίνεση της καθής η ανακοπή παρείχετο ανεξαρτήτως της καταβολής του ποσού αυτού, όμως, το τελευταίο δεν μπορεί να συναχθεί από τον ως άνω όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού, ενόψει του ότι η καθής η ανακοπή δεν είχε κάποιο λόγο να περιορίσει την εξασφάλιση ικανοποίησης της ως άνω απαίτησής της, πριν τη σχετική καταβολή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι οφειλέτιδες εταιρίες και στο παρελθόν δεν είχαν τηρήσει τους όρους ρύθμισης του εν λόγω χρέους.

Επιπλέον, σε περίπτωση που είχε χορηγηθεί η συναίνεση της καθής ανακοπή για την εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης, χωρίς την ως άνω προϋπόθεση (καταβολής του ποσού), στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό θα είχε παραληφθεί η φράση "Μετά από αυτό ...", η οποία τέθηκε προς τούτο. Ακόμη, με. τους όρους υπ' αρ. 5. και 6 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η εταιρία με την επωνυμία "…..", εγγυήθηκε για την πληρωμή της ως άνω οφειλής του ποσού των 176.082 ευρώ, και προς εξασφάλιση παρέδωσε στην καθής η ανακοπή μια επιταγή της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ" με αριθμό ..., συρόμενη από το λογαριασμό της με αριθμό ….

ποσού 100.000 ευρώ, εκδοθείσας σε διαταγή της ίδιας εταιρίας (….), η οποία την οπισθογράφησε, με ημερομηνία εκδόσεως την 22-7-2002 και μια επιταγή της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" με αριθμό ..., συρόμενη από το λογαριασμό της με αριθμό ..., ποσού 76.082 ευρώ, εκδόσεως της ίδιας, με ημερομηνία εκδόσεως την 20-12-2002, με τη συμφωνία ότι η δεύτερη επιταγή θα εμφανιζόταν προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα κατά την ως άνω ημερομηνία εκδόσεως (λήξεως) και υπό την προϋπόθεση ότι η εταιρία με την επωνυμία "….

δεν θα είχε καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ως άνω ποσό των 17 6.082 ευρώ, μέχρι την 20-12-2002. Επιπλέον, με τον όρο υπό στοιχείο Γii του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "….. ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει εμπροθέσμως στην καθής η ανακοπή κάθε ορισθείσα δόση του ως άνω ποσού (100.000 ευρώ) και ότι σε περίπτωση που καθυστερούσε την πληρωμή έστω και μίας δόσης από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής της, θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του υπολοιπόμενου ποσού μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ, μετά του νομίμου εφεξής τόκου υπερημερίας μέχρι εξοφλήσεως του.

Έτσι, με το ως άνω από 31-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, πραγματοποιήθηκε ρύθμιση εκ νέου του εν λόγω χρέους, χωρίς να προκύπτει, από αυτό ότι τα συμβληθέντα μέρη θέλησαν να συστήσουν νέα ενοχή με απόσβεση της σχετικής παλαιάς ενοχής, λόγω ανανέωσης (άρθρο 436 ΑΚ), ενόψει του ότι στο συμφωνητικό αυτό περιέχεται ρητή αναφορά στην ήδη υφιστάμενη οφειλή, η οποία απορρέει από τα προαναφερθέντα από 21-9-1995 δυο ιδιωτικά συμφωνητικά, και το σύνολο των συμφωνηθέντων με αυτό αφορούν το διακανονισμό εκπλήρωσης της (καθορισμός τρόπου και χρόνου καταβολής με δόσεις κλπ), με τη μοναδική προσθήκη και άλλου προσώπου ως οφειλέτη, δηλαδή της εταιρίας με την επωνυμία "…." ευθυνόμενης ως εγγυήτριας.

Σημειωτέον ότι με την ίδια ως άνω αιτιολογία, όσον αφορά την ως άνω επικαλούμενη ανανέωση, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, η· οποία δεν πλήττεται κατά αντίστοιχο μέρος της, απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε σύμβαση ανανέωσης του οφειλόμενου χρέους, με αποτέλεσμα να απαλλαγούν της υποχρέωσης τους σχετικώς με την ως άνω χορηγηθείσα εμπράγματη ασφάλεια (υποθήκη).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "…." δεν τήρησε τους προαναφερθέντες όρους ρύθμισης του εν λόγω χρέους, που συμφωνήθηκαν με το ως άνω από 31-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, ενόψει του ότι δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι αυτή κατέβαλε προς την καθής η ανακοπή τα ως άνω καθορισθέντα ποσά, δηλαδή των 176.082 ευρώ και των δόσεων που αφορούν το ποσό των 100.000 ευρώ.

Όμως, ήδη, προσκομίζεται, μετ' επικλήσεως, από τις ανακόπτουσες το πρωτότυπο ("σώμα") της με αριθμό ... επιταγής της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ποσού 76.082 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας με την επωνυμία "…...", με ημερομηνία εκδόσεως την 20-12-2002, δηλαδή αυτής, που κατά τα ως άνω, η τελευταία εγγυήτρια εταιρία είχε παραδώσει στην καθής η ανακοπή προς εξασφάλιση πληρωμής του ποσού των 176.082 ευρώ του εν λόγω χρέους.

Έτσι, ενόψει του ότι, κατ' άρθρον. 424 εδ. β' του ΆΚ (σε συνδυασμό με το άρθρο 34 εδ. α' του 5960/1933), η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή της σε άλλο υπόχρεο από αυτή πρόσωπο παράγει τεκμήριο περί της καταβολής του ποσού της από αυτόν που την κατέχει σε εκείνον που του την παράδωσε ... προκύπτει η πληρωμή του ποσού της προαναφερθείσας επιταγής, η οποία δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή της λήπτριας καθής η ανακοπή...

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε η πληρωμή της άλλης επιταγής, την οποία η προαναφερθείσα εγγυήτρια εταιρία είχε παραδώσει στην καθής η ανακοπή προς εξασφάλιση πληρωμής του ποσού των 176.082 ευρώ του εν λόγω χρέους, δηλαδή της με αριθμό ... επιταγής της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού 100.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 22-7-2002.

Οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι και η τελευταία επιταγή έχει πληρωθεί, όμως δεν προσκομίζεται το πρωτότυπο ("σώμα") της επιταγής αυτής, αλλά μόνον αντίγραφο της, στο οποίο περιέχεται η από 31-7-2002 εντολή προς πληρωμή της, χωρίς όμως να υπάρχει βεβαίωση περί της πληρωμής της. Σημειωτέον ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως γενικώς επικρατούσα στις συναλλαγές πρακτική, σε περίπτωση πληρωμής της ως άνω (με αριθμό ...

επιταγής, η καθής η ανακοπή θα είχε επιστρέψει αυτήν στην υπόχρεη για την πληρωμή της, όπως έπραξε άλλωστε με την ως άνω άλλη πληρωθείσα επιταγή, όμως δεν προέκυψε τέτοια επιστροφή, ούτε προσκομίζεται κάποια έγγραφη απόδειξη περί της πληρωμής του ποσού της επιταγής, αν και αυτό είναι σημαντικό (100.000 ευρώ).

Έτσι, παρά την πληρωμή του ποσού της μίας εκ των ως άνω επιταγών (ποσού 76.082·ευρω), το εν λόγω χρέος και η αντίστοιχη απαίτηση της καθής η ανακοπή, που ρυθμίστηκε κατά τα ως άνω με το από 31-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό και αφορά την ως άνω υποθήκη επί των προαναφερθέντων ακινήτων των ανακοπτουσών εξακολουθεί να υφίσταται, κατά το μέρος της που υπερβαίνει το ποσό (76.082 ευρώ) της ως άνω επιταγής, δηλαδή κατά το ποσό των 200.000 ευρώ (176.082 + 100.000 = 276.082 - 76.082 = 200.000), πλέον των νομίμων τόκων, και σε κάθε περίπτωση το σχετικώς οφειλόμενο ποσό (μετά των νομίμων τόκων) είναι μεγαλύτερο του ποσού της εν λόγω υποθήκης (205.429 ευρώ), ενόψει του ότι οι τόκοι για ένα μόνον έτος υπερβαίνουν το επιπλέον ποσό των 5.429 ευρώ (το σχετικό επιτόκιο κατά το έτος 2003 ανήρχετο σε ποσοστό 10,50%, άρθρο 3 παρ. 2 ν. 2842/2000, βλ.

ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος στατιστικά στοιχεία/χρηματοπιστωτικές αγορές και επιτόκια/ εξωτραπεζικά επιτόκια). Σημειωτέον ότι η τυχόν απόσβεση της ως άνω απαιτήσεως της καθής η ανακοπή δεν μπορεί να συναχθεί μόνον από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Γ., δοθέντος ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση απαιτήσεως πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, δηλαδή είτε με έγγραφο είτε με δικαστική ομολογία του αντιδίκου του ανακόπτοντος κατ' άρθρον 933 παρ. 4 του ΚΠολΔ ...

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω κρίση περί μη αποσβέσεως της εν λόγω απαιτήσεως δεν αναιρείται από το γεγονός της επιστροφής στην εταιρία με την επωνυμία "..." των με ημερομηνία λήξης 20-12-1995, 20-1-1996 και 20-2-1996 συναλλαγματικών, ποσού 15.000.000 δρχ εκάστη, οι οποίες, κατά τα ως άνω, είχαν παραδοθεί στην καθής η ανακοπή, και για τις οποίες είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. ..

Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το πρωτότυπο των οποίων είχε -επιδειχθεί κατά τη σχετική αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά) και ήδη προσκομίζονται σε αντίγραφο από τις ανακόπτουσες. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η επιστροφή των ως άνω συναλλαγματικών, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είχαν εκδοθεί από την καθής η ανακοπή και είχαν γίνει αποδεκτές από την εταιρία "...", χάριν καταβολής των ως άνω οφειλών της τελευταίας, έγινε, κατά την ως άνω ρύθμιση του εν λόγω χρέους, λόγω της παράδοσης στην καθής η ανακοπή των προαναφερθεισών επιταγών από την εγγυήτρια εταιρία με την επωνυμία "…." και όχι επειδή καταβλήθηκε το αντίστοιχο ποσό του εν λόγω χρέους, ενόψει του ότι δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο τέτοια καταβολή.

Εξάλλου, η ως άνω παράδοση στην καθής η ανακοπή των προαναφερθεισών δύο επιταγών δεν αποτελεί καταβολή του αντίστοιχου ποσού έναντι της σχετικής οφειλής, ούτε δόση αντί καταβολής, αλλά αυτές παραδόθηκαν χάριν καταβολής (άρθρο 421 του ΑΚ) , αφού κατά τα αναφερόμενα στο ως άνω από 31-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, η καθής η ανακοπή απλώς αποδέχθηκε τη δυνατότητα καταβολής της σχετικής οφειλής και με την πληρωμή των επιταγών αυτών, δηλαδή η καθής η ανακοπή συμφώνησε ότι για την πρόσθετη εξασφάλιση ικανοποίησης της απαίτησης της θα είχε στην κατοχή της, τις ως άνω επιταγές και όχι τις συναλλαγματικές, τις οποίες μετά την παράδοση των επιταγών επέστρεφε.

Έτσι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο II), ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η αξίωση της καθής η ανακοπή από τις ως άνω συναλλαγματικές αποσβέσθηκε λόγω ανανεώσεως (άρθρο 436 ΑΚ), δεν επήλθε απόσβεση της αξιώσεως της που αφορά το εν λόγω χρέος, το οποίο ρυθμίσθηκε, δηλαδή η σχετική οφειλή εξακολούθησε να συνυπάρχει παραλλήλως με αυτή που αφορά, αρχικώς τις ως άνω συναλλαγματικές και στη συνέχεια τις επιταγές.

Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι ανακόπτουσες είχαν παραχωρήσει την άδεια για την εγγραφή της εν λόγω υποθήκης για τις απαιτήσεις της καθής η ανακοπή κατά των οφειλετιδών εταιριών με τις επωνυμίες "..." και "...", οι οποίες (απαιτήσεις) αφορούσαν τη

σχετική σύμβαση παραγγελίας και την αγορά πετρελαιοειδών, και όχι ειδικώς για την απαίτηση από τις ως άνω επιστραφείσες συναλλαγματικές, που είχαν παραδοθεί χάριν καταβολής της σχετικής οφειλής. Επιπλέον, ενόψει του ότι οι ανακόπτουσες δεν συμμετείχαν στην κατάρτιση των προεκτεθέντων συμφωνητικών περί ρυθμίσεως του εν λόγω χρέους, αυτές δεν αποτελούν προσωπικές οφειλέτιδες της καθής η ανακοπή, ούτε ως συνεγγυήτριες, αφού αυτές ουδέποτε δήλωσαν, και μάλιστα εγγράφως (άρθρο 847 ΑΚ) , ότι αναλαμβάνουν την υποχρέωση έναντι της καθής η ανακοπή να καταβάλουν την οφειλή που αφορά το εν λόγω χρέος των προαναφερθεισών οφειλετιδών εταιριών, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο Ι), η χορήγηση απ' αυτές της άδειας για την εγγραφή της εν λόγω υποθήκης επί των ως άνω ακινήτων τους για την εξασφάλιση του χρέους δεν σημαίνει ότι κατέστησαν και οφειλέτιδες της καθής η ανακοπή, δηλαδή η ευθύνη των ανακοπτουσών περιορίζεται στο να ανεχθούν την αναγκαστική εκτέλεση μόνον στα βεβαρημένα ακίνητα, αν δεν προτιμούν να εξοφλήσουν το σχετικό χρέος.

Έτσι, η ένδικη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία επισπεύδεται από την καθής η ανακοπή εις βάρος των ανακοπτουσών δυνάμει α) της από 9-4-2010 επιταγής προς εκτέλεση, ποσού 205.829,00 ευρώ, που είναι, καταχωρημένη στο τέλος του θεωρημένου αντιγράφου εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω υπ' αριθμ. ...

Πράξης Συναίνεσης Εγγραφής Υποθήκης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας, συζύγου Νικολάου Τριτσιμπίδα το γένος Σωτηρίου Παριανού, β)τα ης υπ' αριθμ. ... Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Α. επί των ως άνω ακινήτων, γ) της υπ' αριθμ. ... Περίληψης Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης για τη διενέργεια πλειστηριασμού των ως άνω κατασχεθέντων ακινήτων του ίδιου δικαστικού επιμελητή και δ) της υπ' αριθμ. ..Α' Επαναληπτικής Περίληψης Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης για τη διενέργεια πλειστηριασμού των ως άνω ακινήτων του ίδιου δικαστικού επιμελητή, και όχι βάσει της ως άνω υπ' αριθμ. ..διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτουσες, η οποία απλώς επιδόθηκε στις ανακόπτουσες, χωρίς όμως να επιτάσσονται για την πληρωμή του αντίστοιχου ποσού αυτής, αφορά την κατά την προεκτεθείσα (υπό στοιχείο Ι) έννοια σχετική υποθηκική αγωγή προς ικανοποίηση της αντίστοιχης εμπράγματης αξίωσης της, που απορρέει από το δικαίωμα της εν λόγω υποθήκης.

Επίσης, η προεκτεθείσα απαίτηση για την οποία επισπεύδεται η ένδικη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως προαναφέρθηκε εξακολουθεί να υφίσταται (τουλάχιστον ως προς το ποσό της υποθήκης) και δεν έχει αποσβεσθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα ισχυρίζονται oι ανακόπτουσες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, μάλιστα, ήδη, έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, λόγω της μη τηρήσεως των όρων της ως άνω ρυθμίσεως του χρέους.

Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ότι η ως άνω απαίτηση έχει αποσβεσθεί και δέχθηκε ως ουσιαστικώς βάσιμο τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της ανακοπής, έσφαλε ως προς εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το σχετικό βάσιμο λόγο της εφέσεως...".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 416,418,424 εδ.2 σε συνδυασμό με το άρθρ. 288 και άρθρο 864 του ΑΚ. Ειδικότερα προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι η με αριθμό …..επιταγή ποσού 100.000 ευρώ, την οποία παρέδωσε με οπισθογράφηση η εταιρία με την επωνυμία " …." στην αναιρεσίβλητη, ήταν τραπεζική και όχι τραπεζιτική επιταγή, καθ' όσον εκδότρια και πληρωτής ήταν η Γενική Τράπεζα.

Επίσης ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε με ισόποση χρέωση του τραπεζικού λογαριασμού της παραπάνω εταιρίας και κατά την εμφάνισή της στις 31-7-2002 αποκλείεται να μην πληρώθηκε, οπότε το σώμα της περιείλθε στην κατοχή της εκδότριας τράπεζας, άλλως θα βρισκόταν στην κατοχή της αναιρεσίβλητης, τελευταίας κομίστριας, περιστατικό που αυτή ουδέποτε ισχυρίστηκε.

Ότι έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να δεχθεί πως η παράδοση της πιο πάνω επιταγής συνιστά προσήκουσα καταβολή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και να εφαρμόσει τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, ώστε να ελευθερωθούν ισόποσα οι αναιρεσείουσες από την εγγύηση. Οι πιο πάνω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως και ιδιαίτερα ότι δεν προσκομίζεται το σώμα της επίμαχης επιταγής των 100.000 ευρώ αλλά μόνο φωτοαντίγραφο αυτής, στο οποίο περιέχεται η από 31-7-2002 εντολή προς πληρωμή της, χωρίς να υπάρχει βεβαίωση περί της πληρωμής της, ούτε να προσκομίζεται κάποια έγγραφη σχετική απόδειξη, δικαιολογούν την μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε.

Και τούτο διότι, ο όρος τραπεζική ή τραπεζιτική επιταγή δεν αποτελεί όρο του ισχύοντος νόμου 5960/1933 ''περί επιταγής'' αφού ο νόμος αυτός χρησιμοποιεί μόνο τον όρο επιταγή. Κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών η ονομασία τραπεζική επιταγή αρμόζει σ'εκείνη την επιταγή, η οποία εκδίδεται από τράπεζα επί άλλης τράπεζας, ενώ τραπεζιτική επιταγή είναι εκείνη που εκδίδει πελάτης τράπεζας.

Αμφότερα τα ως άνω είδη επιταγών είναι επιταγές του ν. 5960/1933, εφ' όσον φέρουν τα στοιχεία που ο νόμος αυτός απαιτεί, ο χαρακτηρισμός δε τραπεζική ή τραπεζιτική δεν προσδίδει από νομική άποψη κάποια ιδιότητα στην επιταγή του νόμου αυτού (ΑΠ 326/2018).Επομένως, μόνη η παράδοση τραπεζιτικής επιταγής από τον οφειλέτη στο δανειστή, ήτοι επιταγής που έχει εκδοθεί από τράπεζα, δεν αποτελεί προσήκουσα καταβολή της παροχής, αλλά συνιστά, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, υπόσχεση χάριν καταβολής της ενοχής, η απόσβεση της οποίας επέρχεται μόνο με την πληρωμή του ποσού της επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα και αντίστοιχα την είσπραξή της από τον δανειστή.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης, πέραν του ότι με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετικό σφάλμα από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, καθ'όσον διαλαβάνει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ύψος του ενυπόθηκου χρέους.

Ειδικότερα, αιτιώνται, ενώ δέχεται ότι αυτό περιορίστηκε συμβατικά στο ποσό των 176,082 ευρώ, στη συνέχεια των αιτιολογιών της αντιφατικά έκρινε ότι τούτο περιλαμβάνει και ποσό 100.000 ευρώ και ότι έτσι υπερβαίνει την εξασφαλισμένη με υποθήκη απαίτηση των 205.429 ευρώ, με συνέπεια να αχθεί σε συνολική απόρριψη της ανακοπής τους, ενώ αλλιώς θα ακύρωνε την επιταγή εκτέλεσης κατά το υπερβάλλον του ποσού των 176.082 ευρώ.

Ο λόγος αυτός της αίτησης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όπως είναι απαραίτητο για να καταστεί ορισμένος και άρα ερευνητέος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις πιο πάνω νομικές σκέψεις.

Σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το παραπάνω ζήτημα δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι αναιρεσείουσες (καθώς και οι Γ.Λ.και Κ.Λ.) με την υπ' αριθ. ...πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Τριτσιμπίδα-Παριανού παραχώρησαν για την εξασφάλιση απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης κατά των οφειλέτιδων εταιριών από συμβάσεις παραγγελίας και πώλησης υγρών καυσίμων, συνολικού ύψους 709.396,19 ευρώ, το δικαίωμα εγγραφής Α' υποθήκης για το ποσό των 205.429 ευρώ επί των αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, ότι στηΣ συνέχεια με το από 31-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου των αρχικώς οφειλέτιδων εταιρειών και της συμβληθείσας ως εγγυήτριας, το ως άνω χρέος περιορίστηκε στο συνολικό ποσό των 276.082 ευρώ και ορίστηκε ότι η οφειλέτρια εταιρεία θα καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 176.082 ευρώ μέχρι 20-12-2001 και το υπόλοιπο των 100.000 ευρώ σε 72 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 1.400 ευρώ καθεμιάς, αρχής γεννομένης από 1-10-2002, το οποίο καθίσταται ολόκληρο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό σε περίπτωση μη καταβολής έστω και μίας δόσης και ότι μετά την καταβολή του ποσού των 176.082 ευρώ η αναιρεσίβλητη θα συναινούσε στην άρση της υποθήκης, που είχε εγγραφεί επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών των αναιρεσειουσών, ότι από το παραπάνω χρέος , καταβλήθηκε μόνο το ποσό των 76.082 ευρώ με την εξόφληση της αναφερομένης επιταγής της ΕΤΕ, που είχε παραδοθεί στην αναιρεσίβλητη από την εκδότρια και εγγυήτρια του χρέους αυτού και ότι μετά ταύτα, εξακολουθεί να υφίσταται το χρέος κατά υπόλοιπο ποσό των 200.000 ευρώ (176.000+100.000=276.000-76.082), το οποίο μετά των νομίμων τόκων υπερβαίνει το ποσό των 205.429 ευρώ για το οποίο είχε εγγραφεί η υποθήκη και δεχόμενο μετά ταύτα ότι δεν επήλθε απόσβεση του άνω χρέους απέρριψε την ανακοπή των αναιρεσειουσών.

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι εξασφαλισμένο με την υποθήκη, μέχρι του ποσού των 205.429 ευρώ, ήταν όλο το χρέος των 709.396,19 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια περιορίστηκε στο ποσό των 276.082 ευρώ, ότι, μετά την καταβολή του ποσού των 176.082 ευρώ, η αναιρεσίβλητη θα συναινούσε στην άρση της υποθήκης από τα ακίνητα των αναιρεσειουσών, ουδόλως δε προκύπτει ότι δέχθηκε ότι η εξασφαλισμένη με υποθήκη απαίτηση της αναιρεσίβλητης ανέρχεται στο ποσό των 176.082 ευρώ και παρόλα αυτά στη συνέχεια συμπεριέλαβε ως εξασφαλισμένη απαίτηση και το επιπλέον ποσό των 100.000 ευρώ.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι και αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, δεκτής καθισταμένης, έτσι, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, που επιδιώκει την απόρριψή της. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176,182 παρ.1,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 31-3-2017 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρίας ήδη "….".

Απορρίπτει την από 24-5-2016 αίτηση των Κ. Λ. και Ε. χήρας Ι.Λ.,για αναίρεση της με αριθμό 708/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας,τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ