Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper use of 'proposals' instead of formal appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision regarding a land division dispute. The appellant argued that the lower court erred by accepting the claim without sufficient evidence, but the Court found the appeal inadmissible because the appellant used 'proposals' instead of formal appeal grounds for a specific legal issue. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellees, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground must be formally proposed as a primary or additional appeal reason, not merely as a proposal within the appeal document, otherwise the cassation request is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1088 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1088/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γ. Παπανδρέου - Εισηγητή και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Καραλάκη.
Των αναιρεσίβλητων: Π. Σ. του Σ., 2.Ά. συζ. Ε. Α. το γένος Σ. Σ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Χαρά Πλευράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 74/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-2-2017 αίτησή του και τους από 12-9-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23-2-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 18-7-2018 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 74/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 14-4-2010 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 116/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 20-9-2004 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων). Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 8/2017 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Είναι, συνεπώς, παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Ι).Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται, δηλαδή, και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016).
Σε κάθε όμως περίπτωση και, ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά στη δημόσια τάξη (ΑΠ 254/2016).
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1002/2017). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή/ με τη θέληση να το έχει δικό του.
Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, αποδεικνύονται από αυτόν, και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Η μη αναφορά δε αυτών των πράξεων καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ1272/1997).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου συνολικής εκτάσεως 37.396 τ.μ.
κατόπιν άτυπης διανομής που έγινε μεταξύ αυτών και των αδελφών τους το έτος 1958.Ότι από το έτος 1958 το νέμονται και το κατέχουν ασκούντες από κοινού όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση του ακινήτου (αγροτικό). Συγκεκριμένα αναφέρουν στην αγωγή ότι φύτεψαν ελιές, από τότε που το παρέλαβαν δηλ.
το έτος 1958, περίπου στο μισό και, εν συνεχεία, στο υπόλοιπο. Έτσι έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού, ενεργούντες ως κύριοι, το νέμονται και το κατέχουν αδιάλειπτα περισσότερο από είκοσι χρόνια. Το έτος 1991, ο εναγόμενος, εντελώς αυθαίρετα και παράνομα κατέλαβε τμήμα του παραπάνω ακινήτου τους, το οποίο είχαν φυτέψει με 200 περίπου μουρέλα το έτος 1985, εκτάσεως 11.172 τ.μ.
και κατέστρεψε τα υπάρχοντα μουρέλα. Μετά από διαμαρτυρίες τους .....αμέσως ο εναγόμενος εγκατέλειψε το καταληφθέν δικό τους τμήμα και τους το παρέδωσε......όμως ο εναγόμενος.......περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου 2002, κατέλαβε εκ νέου το ίδιο τμήμα του ακινήτου τους, το οποίο όργωσε με τρακτέρ τους απέβαλε από τη νομή και κατοχή τους και ισχυρίσθηκε ότι είναι δικό του αποβάλλοντας από τα επ' αυτού ιδανικά τους μερίδια αυτούς, επικαλούμενος ιδία κυριότητα, την οποία στηρίζει σε αγορά του επίδικου ακινήτου.
Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους στο επίδικο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσείων να τους το αποδώσει κατά το ανήκον στον καθένα τους ποσοστό. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής των ιδίων, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζουν.
Το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα που επανέφερε με λόγο έφεσης, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτή, πράξεις νομής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την παραδοχή ότι .."από την επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής, προκύπτει ότι με ορισμένο και σαφή τρόπο αναφέρεται στο ιστορικό της ότι από το έτος 1958 οι ενάγοντες ασκούν από κοινού συγκεκριμένες υλικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο και δη καλλιέργεια ελαιοδένδρων έχοντας συνεχή και αδιάλειπτη κατοχή και νομή με διάνοια κυρίου επί σαράντα πέντε έτη.
Επομένως περιλαμβάνονται τα αναγκαία από το άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχεία για το παραδεκτό της αγωγής σχετικά με την επικαλούμενη δια της έκτακτης χρησικτησίας 1045 ΑΚ κτήση της κυριότητας του επιδίκου...". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο, με το να κρίνει ως ορισμένη τη σχετική αγωγή και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, που κατ'εκτίμηση αναφέρονται στην ποσοτική αοριστία (αριθμ. 14 και όχι 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ), δηλαδή, στις μερικότερες πράξεις νομής των εναγόντων για την κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
II) Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. (ΑΠ365/2017) Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού ....
του Δήμου ... του Υποθηκοφυλακείου και Ειρηνοδικείου ... και ειδικότερα στη θέση "... ή ..." βρίσκεται ακίνητο συνολικής έκτασης 37.396 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 37.925 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ι. Κ., Κ. Σ., κληρ. Μ. Α. και κληρ. Ε. Σ., ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Α., Ν. Σ., κληρ. Γ. Μ., νότια με ιδιοκτησία κληρ.
Μ.η και δυτικά με ιδιοκτησία Δήμου ... και Κ. Χ. (πρώην Μ. Κ.). Το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο αποδείχθηκε ότι αποτελείται από τα παρακάτω επιμέρους ακίνητα: α)Το τεμάχιο 598 που φαίνεται στα σχέδια της διανομής του 1938 με χρώμα κόκκινο και στοιχεία Ε, Ζ, Η, Θ, I, Κ, Α, Μ, Ν, Ξ, θ, η, π, Ρ, Σ, Ε εμβαδού 16.510,44 τμ (στην διανομή του 1938 αναφέρεται με εμβαδό 16.520 τμ).
Το 598 τεμάχιο είναι "κληροτεμάχιο" αποτυπώθηκε ως ανταλλάξιμη έκταση του κτήματος .... διαχειρίσθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας - Αγροτική Τράπεζα και χορηγήθηκε στον Σ. Σ. του Δ. (πατέρα των εφεσιβλήτων) σύμφωνα με τον αρ. 10274/258-11-1949 τίτλο κυριότητος της ... Τράπεζας. Β)Τμήμα του 440 τεμαχίου που φαίνεται στο σχέδιο 1 με καφέ χρώμα και στοιχεία Ξ, Ο, Π, η, θ, Ξ.
Το 440 τεμάχιο (πολύ μεγάλο τεμάχιο 412.740 τμ φαίνεται με διακεκομμένη γραμμή μπλε χρώματος) αποτυπώθηκε ως ανταλλάξιμη έκταση του κτήματος ... η διαχείριση του έγινε από την ... και χορηγήθηκε τμήμα αυτού όπως παραπάνω περιγράφεται (με καφέ χρώμα και στοιχεία Ξ, Ο, Π, η, θ, Ξ) στη Α. σύζυγο Σ. Σ. (μητέρα των εφεσιβλήτων), με το από 24-6-1964 πρωτόκολλο απόδοσης του Προϊστάμενου γραφείου διαχειρίσεως ανταλλαξίμων .... (στο πρωτόκολλο απόδοσης αναφέρεται ως 14246 κτήμα).
Το εμβαδό του αποδοθέντος τμήματος είναι 4.500 τμ. και γ) από Τμήμα του 597 τεμαχίου που φαίνεται στο σχέδιο 1 με στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Υ, Σ, Τ, Α εμβαδού 16.915 τμ. Το όλο τεμάχιο 597 φαίνεται στο σχέδιο 1 με μώβ χρώμα και με στοιχεία Α,ζ,ε,δ,γ,β,α,Ω,Ψ,Χ,Γ,Β,Α αναφέρεται στο απόσπασμα της διανομής 1938 ως ιδιοκτησία με εμβαδό 43525 τμ..
Έτσι το τεμάχιο 597 δεν ήταν ανταλλάξιμο και ουδέποτε είχε τεθεί υπό τη "Διαχείριση" της ... ή της .... Ως εκ τούτου, ανήκε στην κατηγορία των "ξένων", όπως είθισται να ονομάζονται όλα "μη ανταλλάξιμα ακίνητα" που κατείχαν οι κάτοικοι της περιοχής. Το τμήμα του 597 τεμαχίου που φαίνεται στο σχέδιο 1 με στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Υ,Σ,Τ,Α απέκτησε η μητέρα των εφεσίβλητων Α.
Σ. από τον πατέρα της Ν. Κ. με το αρ. ...8/8-8-1937 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Σ. Γ.. Τα προαναφερόμενα προκύπτουν και από τους συνημμένους κτηματολογικούς πίνακες διανομής ανταλλαξίμων εκτάσεων κτήματος "..." Όπου: Το 597 τεμάχιο εμβαδού 43.525 τμ αναφέρεται με ιδιοκτήτη Κ. Ν.. Στην στήλη <συνοικισμός η ομάς> δεν αναφέρει τοποθεσία αλλά την λέξη "γηγ." δηλαδή γηγενής.
Στην επόμενη στήλη "είδος εδάφους κατά την παραλαβή" δεν αναφέρει το είδος του εδάφους (αγρός, αγριάδα κλπ) αλλά την λέξη "Ιδιοκ." δηλαδή ιδιοκτησία. Προφανώς το συνεργείο αποτύπωσης και καταγραφής των ακίνητων μετά τη διαπίστωση ότι το τεμάχιο ανήκε σε γηγενή δηλαδή ήταν "ξένο τεμάχιο" δεν ενδιαφέρθηκε να καταγράψει την περιοχή που βρισκόταν το ακίνητο και το είδος του εδάφους.
Κατά κανόνα το περίγραμμα των ξένων τεμαχίων δεν ήταν αυτοσκοπός για τα συνεργεία αποτύπωσης αλλά προέκυπτε από την αποτύπωση των περιγραμμάτων των ομόρων ανταλλαξίμων τεμαχίων. Αντίθετα για τα ανταλλάξιμα τεμάχια (μεταξύ αυτών και 440 και 598) όλες οι στήλες είναι συμπληρωμένες με την θέση του τεμαχίου και το είδος εδάφους.
Κατά τον χρόνο σύνταξης των κτηματολογικών πινάκων το 598 ανταλλάξιμο τεμάχιο είχε παραχωρηθεί στον Σ. Σ., ενώ το τμήμα με στοιχεία Ξ,Ο,Π,η,θ,Ξ (εμβαδού 4.500 τμ καφέ χρώμα) από το ανταλλάξιμο τεμάχιο 440 δεν είχε ακόμη παραχωρηθεί και για τον λόγο αυτό αναφέρεται ως "διαθέσιμο" (δηλαδή δύναται να διατεθεί). Αργότερα το έτος 1964 όπως προαναφέρθηκε παραχωρήθηκε στην Α.
σύζυγο Σ. Σ. μητέρα των εφεσιβλήτων, η οποία το κατείχε μέχρι τότε. Σήμερα το ακίνητο αυτό διασχίζεται περίπου στο μέσον από βορρά προς νότο από δημοτική αγροτική οδό πλάτους περίπου πέντε μέτρων, η οποία συνδέει το ... με τους χώρους των Σφαγείων και εναπόθεσης απορριμμάτων του Δήμου .... Το εν λόγω ακίνητο απέκτησαν οι ενάγοντες το έτος 1958 μετά από άτυπη διανομή της περιουσίας των γονέων τους με τα υπόλοιπα αδέλφια τους Γ.
Σ. Σ. και Ε. Σ. Σ. συζ. Γ. Τ.. Εκτοτε κατείχαν και νέμονταν αυτό διανοία κυρίου ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής και ειδικότερα, επέβλεπαν αυτό, ασκούσαν γεωργικές εργασίες καλλιέργειας ελαιοδένδρων, άρωση, συλλογή ελαιόκαρπου κλπ, καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Ο εναγόμενος το έτος 1991 προέβη σε αγορά όμορου του ως άνω ακινήτου σύμφωνα με το υπ αριθμ. ...08/22-3-1991 συμβόλαιο του συμβ/φου Ε. Ε. από τον πωλητή Γ. Μ. Π. με αναγραφόμενη σε αυτό ως πωλούμενη έκταση 15.063 τ.μ., την οποία φαίνεται ότι είχε αποκτήσει ο πωλητής δυνάμει του υπ' αρ. 4119 τίτλου κυριότητας του Νομάρχη Ηρακλείου.
Περαιτέρω, μετά τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου αγοράς, ο εναγόμενος κατέλαβε (προβαίνοντας σε άρωση) τμήμα από όμορη με αυτό νοτιοδυτική πλευρά του ως άνω ευρύτερου (37.925 τ.μ.) ακινήτου των εναγόντων, εμβαδού 11.172 τ.μ. που απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.
Κ., το οποίο συνορεύει βόρεια με υπόλοιπο ακινήτου των εναγόντων, νότια με ακίνητο του εναγομένου, ανατολικά με αγροτικό δρόμο πλάτους 5 μέτρων και πέραν αυτού με υπόλοιπο ακινήτου των εναγόντων και δυτικά με ακίνητο εναγομένου. Στη συνέχεια, κατόπιν της άμεσης αντίδρασης τότε των εναγόντων και ύστερα από διαμαρτυρία τους προς τον πωλητή του Γ.
Π. παρέδωσε την κατοχή του στους ενάγοντες. Ακολούθως, περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου 2002 κατέλαβε εκ νέου το παραπάνω τμήμα αποβάλλοντας τους ενάγοντες από τη νομή τους σε αυτό. Ασκηθείσης δε της υπό κρίση από 10-12-2003 αγωγής προέβαλε αμυνόμενος κατά τη συζήτηση αυτής, ένσταση ιδίας κυριότητας επικαλούμενος την με παράγωγο, (δυνάμει του παραπάνω συμβολαίου αγοράς) και ρε πρωτότυπο τρόπο κτήση της κυριότητας επί του τμήματος αυτού.
Όμως προέκυψε ότι στο υπ αρ. ...08/1991 συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου του εναγομένου, ο επικαλούμενος τίτλος κτήσεως του πωλητή με αριθμό .....19/3-12-1964 (παραχωρητήριο) αναφέρεται σε ακίνητο έκτασης 16.650 τ.μ., το οποίο μεταβιβάσθηκε στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος (πωλητή) κατά το 1/2 της συνολικής έκτασης, ενώ το υπόλοιπο μισό μεταβιβάσθηκε με τον ίδιο τίτλο στον Κ.
Μ., (ήτοι κατά 8.325 τ.μ.). Σημειώνεται δε ότι, στη συνέχεια, με τα υπ αριθμ. ....87/1983 και .....99/1984 συμβόλαια αγοραπωλησίας της συμβ/φου ... Μ. Κ. νομίμως μεταγεγραμμένα, η μερίδα του συνιδιοκτήτη Μ. Κ. 1/2 εξ αδιαιρέτου των 16.650 τ.μ., μεταβιβάσθηκε από αυτόν αρχικά στον Μ. Π. του Δ., ο οποίος το μεταβίβασε με το έτερο συμβόλαιο στους Κ.
και Ε. Χ.. Δηλαδή, ο πωλητής Γ. Π. του Μ., δεν είχε την κυριότητα στο όλο πωληθέν στον εναγόμενο ακίνητο αλλά στο ήμισυ αυτού. Τα περιστατικά αυτά, ωστόσο, συνομολόγησε και ως προσεπικαλούμενος ο πωλητή, παριστάμενος στην ανοιγείσα τούτη δίκη σύμφωνα με τις από 7-12-2004 προτάσεις, που κατέθεσε στην πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εναντίον του εναγομένου προσεπικαλούντος αγοραστή, πλην όμως η συνεκδικαζόμενη από 10-12-2003 προσεπίκληση απορρίφθηκε με την 206/2005 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ως απαράδεκτη, λόγω μη εγγραφής στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων και, ως εκ τούτου, δεν κατέστη αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας από το Δικαστήριο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το όλο επίδικο καταληφθέν από τον εναγόμενο τμήμα, φαίνεται στο σχέδιο 1 συνημμένο στην από 18-2-2015 πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου, Γ. Π., με στοιχεία Α,Β,Υ,Φ,Ρ,Σ,Τ,Α με εμβαδό 11.476,50 τ.μ, το οποίο χωρίζεται σε δύο τμήματα: Τμήμα επιδίκου Ι. με στοιχεία Υ,Φ,Ρ,Σ,Υ και χρώμα μπλέ, εμβαδού 1.548,80 τμ, που ομοίως αναφέρεται και στην πραγματογνωμοσύνη του Τοπογράφου Μηχανικού Σ.
Γ. με στοιχεία 17-18-20-21-17 με ίδιο εμβαδό και αποδείχθηκε ότι αποτελεί τμήμα του κληροτεμαχίου με αριθμό 598 που νομίμως κατείχαν οι ενάγοντες. Τμήμα του επιδίκου
ΙΙ) με στοιχεία Α,Β,Υ,Σ,Τ,Α και χρώμα κίτρινο, εμβαδού 9.927,70 τ.μ. που ομοίως περιγράφεται και στην πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Γ. Σ. με στοιχεία 10-11-12-12-14-15-16-17-18-19-10 με ίδιο εμβαδό και αποδείχθηκε ότι αποτελεί τμήμα του με αριθμό 597, μη ανταλλάξιμου τεμαχίου γηγενούς ιδιοκτήτη, δηλαδή "ξένο τεμάχιο", το οποίο κατά τα παραπάνω αναφερόμενα ανήκε στη νομή και κατοχή των εναγόντων κατά την ευρύτερη έκταση των 16.915 τ.μ. (συμπεριλαμβάνεται στο ακίνητο των 37.396 τ.μ.) με στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Υ,Σ,Τ,Α και νομίμως χρησιδέσποζαν αυτό οι ενάγοντες ως τμήμα του μείζονος τεμαχίου 597 που αναφέρεται στο απόσπασμα ως "ξένο" και όχι κληροτεμάχιο κατά την έννοια του αγροτικού κώδικα, με συνολική έκταση 43.525 τ.μ., το οποίο δεν καταλαμβάνεται από τις εξαιρέσεις του α.ν. 431/1968 περί απαγόρευσης κατάτμησης των κληροτεμαχίων. (ολΑΠ 15/2004, ΑΠ 753/2013 σε ΝΟΜΟΣ).
Επομένως, χωρίς αμφιβολία αποδείχθηκε ότι το εν λόγω επίδικο τμήμα των 11. 476,50 (1548,80 + 9.927,70) περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία των εναγόντων. Στο ίδιο συμπέρασμα με σαφήνεια κατέληξαν και οι δύο ορισθέντες, τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το δευτεροβάθμιο τούτο δικαστήριο, πραγματογνώμονες τοπογράφοι - μηχανικοί, σύμφωνα με τις περιλαμβανόμενες στις σχετικές εκθέσεις τους λεπτομερείς εξηγήσεις και διασαφηνίσεις, χωρίς να υπάρχουν περιθώρια διαφορετικής εκτίμησης ώστε να δύναται το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε αντίθετη δικανική πεποίθηση και συμπέρασμα.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη, κατά παραδοχή της αγωγής, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους ισομερώς και εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί του επιδίκου τμήματος, επιφανείας κατά την αγωγή 11.172 τ.μ. όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό της εκκαλουμένης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών με το ζήτημα αυτό λόγων της έφεσης." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 973, 974, 1045, 1051, ενώ διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως οι πέμπτος κατά το πρώτο μέρος και έκτος, λόγοι του κύριου δικογράφου, της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο εναγόμενος - αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους για ανεπάρκεια αιτιολογιών, επειδή δεν αποφαίνεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το ποιος ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο επί 20 έτη πριν από το έτος 1991 και ποιός μετά το έτος 1991 έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής, πότε απέκτησαν οι ενάγοντες μετά το 1991 τη νομή του επιδίκου ακινήτου και για το αν o εναγόμενος ήταν καλόπιστος νομέας του επιδίκου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνέχονται με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ).
Ill) Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν, μεταξύ άλλων, δεκτά τα εξής κρίσιμα περιστατικά: "ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι της επίδικης έκτασης με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και, ειδικότερα ,ότι οι ενάγοντες απέκτησαν το ακίνητο το έτος 1958 μετά από άτυπη διανομή...Ότι έκτοτε κατείχαν και νέμονταν αυτό διανοία κυρίου, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής και, ειδικότερα, επέβλεπαν αυτό, ασκούσαν γεωργικές εργασίες, καλλιέργεια ελαιοδένδρων, άρωση, συλλογή ελαιοκάρπου κλπ, καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Ότι το επίδικο αποτελεί τμήματα μείζονος ακινήτου των εναγόντων εμβαδού 37.925τ.μ. που αποτελείται από το 598 κληροτεμάχιο και τμήμα των υπ'αριθμ, 440 κληροτεμαχίου και 597 τεμαχίου και .ειδικότερα, ότι το επίδικο εμβαδού 11.476.50τ.μ.χωρίζεται σε δύο τμήματα, ένα τμήμα εμβαδού 1.548,80 τ.μ. που αποτελεί τμήμα του κληροτεμαχίου με αριθμό 598 που νομίμως κατείχαν οι ενάγοντες και από ένα τμήμα εμβαδού 9.927,70 τ.μ.
που αποτελεί τμήμα του τεμαχίου με αριθμό 597, το οποίο δεν αποτελεί κληροτεμάχιο κατά την έννοια του Αγροτικού Κώδικα και το οποίο νομίμως χρησιδέσποζαν οι ενάγοντες. Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη το σφάλμα εκ του αριθμ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς τη λήψη υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και, ειδικότερα, πράξεων νομής (καλλιέργεια με ελιές από το έτος 1958 κ.λ.π.) και τρόπου προέλευσης της μείζονος εκτάσεως των 37.925 τ.μ.
που δεν αναφέρονται στην αγωγή, ισχυρισμό που προέβαλε με λόγο έφεσης. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι τα ως άνω περιστατικά (έστω και αν δεν εξειδικεύονται στην ένδικη αγωγή) είναι διευκρινιστικά των αγωγικών ισχυρισμών περί άσκησης πράξεων νομής των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο (σχετικά με τη φύτευση ελαιοδένδρων) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και της προέλευσης της μείζονος έκτασης των 37.396τ.μ.(37.925τ.μ.) που βεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις (μάρτυρες, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1622/2010, σχετ.
Ολ.ΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011). Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 1652/2009).
Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, κατ'άρθρο 559 αριθμ. 1 β ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο της αναίρεσης και κατ' εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτόν, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα και αντίθετα προς το δίδαγμα της κοινής πείρας δέχθηκε ότι "η πράξη" φύτευσης των ελαιοδένδρων περιλαμβάνει και την "καλλιέργεια" αυτών ενώ η φύτευση αποτελεί μια στιγμιαία πράξη, η οποία δεν μπορεί να θεμελιώσει 20ετή νομή, η δε πράξη καλλιέργειας δεν είναι αναγκαίο να γίνεται από αυτόν που τα έχει φυτεύσει.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί δεν αποτελεί δίδαγμα κοινής πείρας το γεγονός ότι η φύτευση των ελαιοδένδρων δεν περιλαμβάνει και την καλλιέργειά τους, ούτε το Εφετείο στήριξε την κρίση του στην ανωτέρω διαπίστωση, αλλά κατέληξε σε αυτή από τις αποδείξεις, ενώ με την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας επιχειρείται ανεπιτρέπτως ο έλεγχος της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου.
V) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αποδεικτικά μέσα, κατ'άρθρο 339 ΚΠολΔ είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρων 524 παρ. 1 και 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 270 ίσχυε από 1.1.2002 μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 με άρθρο 12 του ν. 2915/2001 με το άρθρο 28 Ν.3994/2011, και πριν την κατάργησή του με άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 ν. 4335/2015 προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2γ ΚΠολΔ. "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ερ...μες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή......Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, ......πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες".
Γενικεύθηκε έτσι στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, (εκτός εάν δόθηκαν ισάριθμες προς αντίκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη), υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή, λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά το νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 1103/2011).
Εξ άλλου, στην κατ' έφεση δίκη ναι μεν κατά το άρθρ. 529§1 εδ.α' ΚΠολΔ επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ένορκων βεβαιώσεων περισσότερων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή, δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη επιπλέον ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, που με επίκληση προσκομίζονται και στο εφετείο (ΑΠ 1103/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ....34/2004 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του Σ. Κ. και Σ. Κ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ι.
Σ., την οποία είχε παραδεκτώς προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου και ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι αυτός ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο από το έτος 1991 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι υπερέβαιναν τον επιτρεπόμενο αριθμό των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, με βάση τη διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, ενώ υπήρχε η δυνατότητα κατά το χρόνο συζήτησης στο εφετείο (11-10-2016), κατ'εφαρμογή του ισχύοντος άρθρου 422 ΚΠολΔ, να προσκομίσει έως 5 ένορκες βεβαιώσεις και έως 3 για αντίκρουση, καθόσον το άρθρο 422 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν.4335/2015 εφαρμόζεται από 1/1/2016 και στις εκκρεμείς δίκες, σύμφωνα με το άρθρο 9 του προαναφερόμενου νόμου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, γιατί η από τον αναιρεσείοντα επίκληση της διάταξης του άρθρου 422 παρ. του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο παρ.3 του Ν. 4335/2015, και ισχύει από 1-1-2016, είναι αλυσιτελής, διότι η διάταξη αυτή δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, που αφορά ένορκη βεβαίωση ληφθείσα το έτος 2004, πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, καθόσον κατά το άρθρο 21 εδ.
β του ΕισΝΚΠολΔ που εκφράζει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, διαδικαστικές πράξεις απόδειξης που έγιναν κατά τις διατάξεις του δικαίου που ίσχυε πριν την εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό (ΑΠ 927/2017). Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI) Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, η μαρτυρία που δίδεται με τη δήλωση ή βεβαίωση τρίτων του άρθρου 1 του ν.δ. 105/69 ή 8 του ν. 1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις του ανωτέρω άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, ούτε οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο.
Κατά τη διάταξη όμως του εν λόγω άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα "που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", τα οποία άλλωστε αποτελούν και επιτρεπτώς λαμβανόμενα υπόψη δικαστικά τεκμήρια, αφού στην κρινόμενη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης.
Η ως άνω όμως ανώμοτη μαρτυρία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο σε ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 1182 /2012).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο κατά το δεύτερο μέρος λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.α' ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, παρά το νόμο έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και, συγκεκριμένα, τρεις υπεύθυνες δηλώσεις (άρθρου 8 του ν. 1599/1986) των Δ.
Χ., Γ. Τ. και Γ. Σ. Σ. (που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους και στο Εφετείο). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε δεν προκύπτει ότι ελήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο οι ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις.
Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που το Εφετείο τις συνεκτίμησε μαζί με τις μαρτυρικές καταθέσεις δεν προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης ότι αυτές δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην προκείμενη δίκη και, επομένως ως άκυρα απλώς αποδεικτικά μέσα (μαρτυρίες), όχι δε και ανυπόστατα δεν ήταν ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιηθεί στη δίκη ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 394/2012).
VII). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως συμβαίνει τόσο με τις μαρτυρικές καταθέσεις, όσο και με τα δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται, και οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική δίκη. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Γ. Σ. και Γ. Π. (σελ.5 της προσβαλλόμενης) για τη βασιμότητα των ισχυρισμών των διαδίκων, τις οποίες έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις και με εκτενή ανάλυση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "το εν λόγω επίδικο περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία των εναγόντων. Στο ίδιο συμπέρασμα με σαφήνεια κατέληξαν και οι δυο ....πραγματογνώμονες
σύμφωνα με τις περιλαμβανόμενες στις σχετικές εκθέσεις τους λεπτομερείς εξηγήσεις και διασαφηνίσεις, χωρίς να υπάρχουν περιθώρια διαφορετικής ουσιαστικής εκτίμησης ώστε να δύναται το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε αντίθετη δικανική πεποίθηση και συμπέρασμα". Οι παραπάνω παραδοχές αναφέρονται στο βαθμό βεβαιότητας που έχει το δικαστήριο για το σχηματισμό της πλήρους δικανικής πεποίθησής του και δεν υποδηλώνουν ότι το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε ελεύθερα, κατ'άρθρο 387 ΚΠολΔ, τις ως άνω πραγματογνωμοσύνες, μαζί με τις λοιπές προσαχθείσες αποδείξεις, ούτε ότι σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικά από αυτές, χωρίς να λάβει υπόψη του τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων. Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
VIII) Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 ΑΚ για την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.
Ειδικότερα, νόμιμος τίτλος είναι οποιοσδήποτε τρόπος κτητικός της κυριότητας που φέρει όλα τα εξωτερικά για το κύρος του αναγκαία στοιχεία, πλην όμως είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη η οποία εμποδίζει κατά νόμο την κτήση κυριότητας, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, ως και η απαγόρευση εκποιήσεως ή κατατμήσεως αυτού.
Επιπλέον απαιτείται, εκτός από την επί δεκαετία νομή και καλή πίστη, δηλαδή πεποίθηση του δικαιούχου (νομέως), η οποία να μην οφείλεται σε βαριά αμέλεια αυτού, ότι με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η οποία καλή πίστη πρέπει, κατά το άρθρο 1044 AΚ, να υπάρχει κατά τον χρόνο αποκτήσεως της νομής.
Είναι δε αδιάφορο αν η πλάνη ή η άγνοια του νομέως -από την οποία προέρχεται η πεποίθηση- στρέφεται περί τα πραγματικά περιστατικά ή περί το νόμο και την έννοια αυτού, αρκεί να μην οφείλεται σε βαριά αμέλεια. Εκ τούτου παρέπεται ότι, αν το συγκεκριμένο ακίνητο στο οποίο ασκείται η νομή δεν περιλαμβάνεται στα όρια του μεταβιβασθέντος με τον τίτλο ακινήτου, δεν υπάρχει ως προς αυτό νόμιμος τίτλος, διότι ελλείπουν τα εξωτερικά στοιχεία του έγκυρου τίτλου, αφού η μεταβιβαστική δικαιοπραξία δεν το καταλαμβάνει.
Στην περίπτωση αυτή μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να υπάρχει νομιζόμενος τίτλος κατά την έννοια του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, υπό την προϋπόθεση ότι ο νομέας κατά την κτήση της νομής δικαιολογημένα, ήτοι χωρίς βαριά αμέλεια, υπέλαβε ως υπάρχοντα τον ανύπαρκτο τίτλο. Δηλαδή, νομιζόμενος τίτλος είναι και ο αυθαίρετος τίτλος, ο οποίος κατά την, χωρίς βαριά αμέλεια, πεποίθηση του νομέα εκλαμβάνεται υπό τούτου ως υπάρχων, ενώ πράγματι δεν υπήρξε καθόλου, αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να δικαιολογείται η πεποίθηση του νομέα για την ύπαρξη έγκυρου νομίμου τίτλου και την δυνάμει αυτού κτήση της κυριότητας.
Άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με (τακτική ή έκτακτη) χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες πράξεις νομής είναι, μεταξύ άλλων η καλλιέργεια η επίβλεψη, η επίσκεψη του ακινήτου, η φύλαξή του, ο καθαρισμός, η χρήση του ακινήτου, η κατασκευή σ' αυτό οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών ή κτισμάτων και η χρησιμοποίησή τους. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος ιδρύεται, αν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Έτσι δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολογία απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Περαιτέρω, αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβασης της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια που αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων δεν ενδιαφέρει. Τέλος, ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.
Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο απέκτησαν οι ενάγοντες το έτος 1958 μετά από άτυπη διανομή της περιουσίας των γονέων τους με τα υπόλοιπα αδέρφια τους...Έκτοτε κατείχαν και νέμονταν αυτό διανοία κυρίου ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής και ειδικότερα επέβλεπαν αυτό, ασκούσαν γεωργικές εργασίες καλλιέργειας ελαιοδένδρων, άρωση, συλλογή ελαιοκάρπου κλπ.
καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου..." 'Ό εναγόμενος - αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία) στο ότι από το έτος 1991 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (2004) είχε τη νομή του επιδίκου με καλή πίστη (επειδή για το διάστημα αυτό το Εφετείο δεν αναφέρει ειδικότερα τις πράξεις νομής των εναγόντων).
Ο ισχυρισμός του είναι αβάσιμος επειδή λείπει η (βασική) προϋπόθεση της κτήσης ακινήτου με τακτική χρησικτησία, η άσκηση της νομής αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι "μετά από διαμαρτυρία των εναγόντων ο εναγόμενος εγκατέλειψε το επίδικο και παρέδωσε την κατοχή του στους ενάγοντες (1991) μέχρι που το επανεκατέλαβε το 2002" (άρα στο ενδιάμεσο διάστημα 1991-2002 δεν το κατείχετο ούτε το νεμόταν, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κυριότητα με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας).
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης (ανεπάρκεια αιτιολογιών), ως προς την μη απόκτηση κυριότητας του εναγομένου με τακτική χρησικτησία και ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 1041 ΑΚ).
Οι λοιπές αιτιάσεις του πέμπτου λόγου αναίρεσης, από τον ίδιο ως άνω αριθμό, αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες. IX) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1041 και 1046 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος αυτού με τακτική χρησικτησία, εκείνος δε που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο.
Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος), είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντας, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα.
Εκείνος δε που επικαλείται τη χρησικτησία βαρύνεται με την απόδειξη, τόσο της κατά τους όρους του νόμου κτήσης διανοία κυρίου νομής, όσο και της καθ'όλο το χρόνο της χρησικτησίας αδιάκοπτη διάρκεια (ύπαρξη) αυτής. Την απόδειξη αυτή διευκολύνει το άρθρο 1046 ΑΚ, το οποίο, ορίζει ότι "εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο".
Πράγματι, κατά τη διάταξη αυτή, αν ο χρησιδεσπόζων αποδείξει ότι απέκτησε τη διανοια κυρίου νομή και ότι είχε αυτή και κατά τη λήξη της χρησικτησίας, τεκμαίρεται ότι την είχε και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (βλ. Μπαλής: Εμπρ.Δ., έκδ. τέταρτη, παρ. 64, σελ. 170). (ΑΠ 182/2017). Το δια της διατάξεως αυτής θεσπιζόμενο τεκμήριο νομής, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει κάτι διαφορετικό, είναι μαχητό και εντεύθεν δεκτικό ανταποδείξεως, όπως τούτο προκύπτει από το άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επομένως, επί ισχυρισμού του νομέα προς θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου με χρησικτησία, περί υπάρξεως νομής κατά την έναρξη και τη λήξη του ορισμένου χρονικού διαστήματος, οπότε τεκμαίρεται μαχητώς, η ύπαρξη νομής και κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο αντίδικος αυτού, αρνούμενος τον περί νομής χρησικτησίας ισχυρισμού, δικαιούται να αποδείξει, ανταποδεικτικώς, την ανυπαρξία νομής κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο δε σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου, που διακωλύει τη λειτουργία του ως άνω μαχητού τεκμηρίου συνιστά άρνηση και όχι ένσταση. (ΑΠ 506/2014).
Εξάλλου, προϋπόθεση της λειτουργίας του ως άνω τεκμηρίου νομής του ακινήτου (σε όλο το για τη κτήση κυριότητας με χρησικτησία διαδραμόντα χρόνο) είναι η από τον επικαλούμενο αυτήν ύπαρξη νομής με διάνοια κυρίου κατά την έναρξη και κατά τη λήξη της, κατά τα άρθρα 1041 και 1045 του αυτού Κώδικα, απαιτουμένης χρονικής περιόδου. (ΑΠ 1003/1979).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο απέκτησαν οι ενάγοντες το έτος 1958 μετά από άτυπη διανομή της περιουσίας των γονέων τους με τα υπόλοιπα αδέρφια τους...Έκτοτε κατείχαν και νέμονταν αυτό διανοία κυρίου ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής και ειδικότερα επέβλεπαν αυτό ,ασκούσαν γεωργικές εργασίες καλλιέργειας ελαιοδένδρων, άρωση, συλλογή ελαιοκάρπου κλπ καθιστάμενοι με τον τρόπο αυτό κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. ...Ο εναγόμενος το έτος 1991 προέβη σε αγορά ακινήτου, όμορου του ακινήτου των εναγόντων, με το ...08/22-3-1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε.
Ε. από τον πωλητή Γ. Μ. Π., ο οποίος δεν είχε την κυριότητα ολόκληρου του πωληθέντος.... Μετά τη σύνταξη του ανωτέρω συμβολαίου ο εναγόμενος κατέλαβε (προβαίνοντας με άρωση) το επίδικο, ότι κατόπιν άμεσης αντίδρασης τότε των εναγόντων, ύστερα από διαμαρτυρία τους προς τον πωλητή του Γ. Π. παρέδωσε την κατοχή του στους ενάγοντες και ότι ακολούθως, περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου 2002, κατέλαβε εκ νέου το παραπάνω τμήμα αποβάλλοντας τους ενάγοντες από τη νομή τους....Επομένως, χωρίς αμφιβολία αποδείχθηκε ότι το εν λόγω επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία των εναγόντων." Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι υπέπεσε στην εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 1046 ΑΚ και 1041 ΑΚ και, συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι, ενώ ήταν νομέας του επιδίκου το έτος 1991 και μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου 2002, το Εφετείο δεν εφάρμοσε το πιο πάνω τεκμήριο νομής και απέρριψε σιωπηρά την προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας, καθόσον νεμήθηκε το επίδικο με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη συνεχώς επί δεκαετία, γενόμενος κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι, κατά το έτος 1991, ο εναγόμενος απέκτησε τη νομή του επιδίκου.
Χ) Επειδή, για την ίδρυση του πιο πάνω από τον αριθ. 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. (Α.Π. 1181/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη:1.Τη με αριθμ. 196408 αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και την από 1/9/2016 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. 2. Τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του Κ.
Χ. και Κ. Ι. που περιέχονται στην με αριθμ. ....33/2004 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Ι. Σ. 3.Τα με αριθμό 60/2005 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου 4. Τα με αριθμ. 206/6-1210/1-266/2005 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του, 5. την 556/ΤΜ/ΑΠ/35/2005 αίτηση αναγνώρισης δικαιούχου 6.τις από 19-9-2005 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων 7.την από 2-9-2004 τεχνική έκθεση Δ.
Χ. τα οποία προσκόμισε προς απόδειξη της έφεσής του και ανταπόδειξη των ισχυρισμών των αντιδίκων του, από τα οποία προέκυπτε το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα υπ'αριθμ. 206/2005 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την ....33/21-9-2004 ένορκη βεβαίωση των προαναφερομένων μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ι.
Σ., δεν γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις νια τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματος του, δεν απαιτείται δε να γίνεται στην απόφαση ξεχωριστή μνεία και αξιολόγηση καθενός εγγράφου που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι.
XI) Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ.Α.Π.10/2011, Ολ.
Α.Π. 18/1998). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να παρατίθεται σ' αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 43/1990). Ο κανόνας αυτός ισχύει για όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 30/2006). Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει και όχι με τις προτάσεις (ΑΠ 898/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από τους αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρο 79 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα περί απαγόρευσης της κατάτμησης του αγροτικού κλήρου, και α.ν.431/1968 (ισχυρισμό που πρότεινε με τις προτάσεις του στο Εφετείο).
Ο παραπάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν προτάθηκε παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός με λόγο έφεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσής του αναιρεσείοντος, από τον ηττηθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναιρεσείοντα είτε με το κύριο δικόγραφο της έφεσης είτε με δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, αλλά αντίθετα προτάθηκε, όπως ο ίδιος αναφέρει, στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, με τις προτάσεις του στην κατ' έφεση δίκη, σε κάθε δε περίπτωση, είναι και ουσιαστικά αβάσιμος ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι: "....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το όλο επίδικο καταληφθέν από τον εναγόμενο τμήμα, φαίνεται στο σχέδιο 1 συνημμένο στη από 18-2-2015 πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Π., με στοιχεία ....με εμβαδό 11.476,50 τ.μ., το οποίο χωρίζεται σε δύο τμήματα: τμήμα επιδίκου Ι, με στοιχεία...εμβαδού 1.548,80 τ.μ. που αναφέρεται ....και αποδείχθηκε ότι αποτελεί τμήμα κληροτεμαχίου με αριθμό 598 που νομίμως κατείχαν οι ενάγοντες. Τμήμα επιδίκου II με στοιχεία ...εμβαδού 9.927,70 τ.μ. που αποδείχθηκε ότι αποτελεί τμήμα του με αριθμ. 597, μη ανταλλάξιμου τεμαχίου γηγενούς ιδιοκτήτη, δηλαδή "ξένο τεμάχιο" το οποίο ...ανήκε στη νομή και κατοχή των εναγόντων.....
και νομίμως χρησιδέσποζαν αυτό οι ενάγοντες ως τμήμα του μείζονος τεμαχίου 597 που αναφέρεται στο απόσπασμα ως "ξένο και όχι κληροτεμάχιο κατά την έννοια του αγροτικού Κώδικα..το οποίο δεν καταλαμβάνεται από τις εξαιρέσεις του α.ν.431/1968 περί απαγόρευσης κατάτμησης κληροτεμαχίων...." Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-2-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 12-9-2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της 74/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ