Legislator Case Law & Legislation
1088/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that civil law errors do not constitute grounds for cassation.

Case Number 1088/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' cassation request against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued procedural flaws regarding evidence admissibility and valuation, but the Court held that these issues were either properly addressed or concerned non-appealable substantive matters. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal is inadmissible if it relies on procedural errors that do not affect the substantive outcome, as the Supreme Court reviews only substantive legal errors.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural error substantive review legal costs Code of Civil Procedure evidence admissibility valuation of assets

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 242, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1088 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1088/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Μ., 3) Β. Μ. και 4) Θ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα, ο οποίος ανακάλεσε την από 25-1-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕ και με τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπαμπάτσικο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 2-12-2011 ασκηθείσα με τις προτάσεις τους ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6168/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6394/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-3-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 27-1-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 6394/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 19.2.2013 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 6168/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε προηγουμένως απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την περιεχόμενη στις από 2.12.2001 πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσειόντων ανταγωγή τους, ενώ δέχθηκε την από 5.7.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης και, αφού αναγνώρισε ως έγκυρη την από μέρους της καταγγελία της μεταξύ αυτής και της πρώτης των αναιρεσειόντων συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης μηχανολογικού εξοπλισμού, στην οποία ως τρίτοι εγγυητές συμβλήθηκαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, υποχρέωσε από κοινού τους αναιρεσείοντες να αποδώσουν τον μηχανολογικό αυτό εξοπλισμό στην αναιρεσίβλητη, την οποία αναγνώρισε ως κυρία, αλλιώς να της καταβάλουν ως αποζημίωση την αξία του, ανερχόμενη σε 130.000 ευρώ, αν ο εξοπλισμός αυτός δεν ανευρεθεί κατά την εκτέλεση της απόφασης.

Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.

Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ, που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού (ΑΠ 911/1980).

Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς τους (ΟλΑΠ 927/1982 και 9/1997, ΑΠ 63/2000, 756/2003, 398/2008).

Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεως των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ’ αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τινος στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 334/2015).

Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ’ αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας -στην περίπτωση αυτή- η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990).

Συνεπώς η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν, από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνον του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη προβλέψεως επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί.

Δηλαδή το άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 1271/2012), που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους, χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 398/2008, 1290/2011).

Ειδικότερα η διάταξη του άρθρ. 388 ΑΚ προβλέπει την υποχώρηση της αρχής του απαραβίαστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα δικαστικής αναθεωρήσεως ή λύσεως αμφοτεροβαρούς συμβάσεως σε περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να πρόκειται για αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, β) η μεταβολή να αφορά περιστατικά στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη από κοινού στήριξαν κυρίως τη σύναψη της συμβάσεως εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή αμφότερα τα μέρη πρέπει να έθεσαν τα νομικά ή πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν το θεμέλιο της συμβάσεως ως όρο της ισχύος της, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαιναν στην κατάρτισή της εάν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει, γ) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της συνάψεως της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους έκτακτους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και δ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, να έγινε υπέρμετρα επαχθής.

Λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ. Έτσι τυχαία γεγονότα, που όμως συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η μεταβολή της αξίας του εγχώριου νομίσματος σε σχέση με τα ξένα νομίσματα, εφόσον δεν υπερβαίνει το συνηθισμένο μέτρο, ώστε να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ή η γενική οικονομική κρίση με την επιβολή μέτρων λιτότητας, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δυνάμεως των καταναλωτών, δεν αποτελούν περιστατικά έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως σε οικονομίες, όπως η ελληνική, στις οποίες είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας (ΑΠ 1171/2004).

Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων, όπως επίσης ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχεται και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εφόσον όμως αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών, ενώ αντίθετα είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 152/2009, 201/2010), νοούνται δε ως διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα (ΑΠ 2032/2009).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αριθ. .../17.10.2005 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, που υπογράφτηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), στην οποία οι δεύτερος και τέταρτος των εναγομένων (ήδη δεύτερος και τέταρτος των αναιρεσειόντων) συμβλήθηκαν με την ιδιότητα του εγγυητή, η ενάγουσα προέβη στην εκμίσθωση κινητού εξοπλισμού της κυριότητας της, προς την πρώτη εναγομένη και συγκεκριμένα:

α) ενός καινούριου μηχανήματος καρφώματος παλετών και β) ενός μεταχειρισμένου ελαστικοφόρου αυτοκινούμενου φορτωτή ξυλείας με ανυψούμενη καμπίνα, εργοστασίου κατασκευής Caterpillar και έτους κατασκευής 1998, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 130.000 ευρώ (σχετικά τα υπ’ αριθ. ....2005 και ....7.2008 τιμολόγια αγοράς από τον Ε.

Β. και την εταιρεία "... Α.Ε." αντίστοιχα, με συνολικό τίμημα 575.000 ευρώ. Η παραπάνω σύμβαση τροποποιήθηκε και εξειδικεύτηκε δυνάμει των από 17.10.2005 και 18.6.2008 συμφωνιών ειδικών όρων, στη δεύτερη των οποίων συμβλήθηκε ως εγγυήτρια η τρίτη εναγομένη (ήδη τρίτη αναιρεσείουσα)..., όλες δε οι σχετικές συμφωνίες αποτέλεσαν μια ενιαία σύμβαση.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για μεν το μηχάνημα καρφώματος σε 60 μήνες και συγκεκριμένα από 14.12.2005 έως 13.12.2010, έναντι μηνιαίου μισθώματος 11.182,85 ευρώ, για δε τον φορτωτή σε 48 μήνες και συγκεκριμένα από 31.7.2008 έως 30.7.2012, έναντι μηνιαίου μισθώματος 6.516,39 ευρώ... Αν και η πρώτη εναγομένη παρέλαβε ανεπιφύλακτα τον προαναφερόμενο εξοπλισμό..., δεν κατέβαλε, όπως ήταν υποχρεωμένη σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, τα αναλογούντα μισθώματα, συνολικού ύψους 83.013,68 ευρώ.

Ειδικότερα δεν κατέβαλε για το πρώτο από τα προαναφερόμενα μηχανήματα τα μισθώματα από 14.7.2010 έως 14.11.2010, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 57.935,74 ευρώ, ενώ για το δεύτερο μηχάνημα δεν κατέβαλε τα μισθώματα από 30.7.2010 έως 30.4.2011, συνολικού ποσού 25.077,94 ευρώ. Κατόπιν αυτού η ενάγουσα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, όπως είχε δικαίωμα με βάσει τον 20ό όρο αυτής, δυνάμει της από 1.6.2011 έγγραφης εξώδικης καταγγελίας, την οποία επέδωσε στους εναγομένους και ζήτησε από αυτούς να της αποδώσουν τα μίσθια κινητά πράγματα, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τον πρώτο και το δεύτερο λόγους της εφέσεως, με τους οποίους οι εναγόμενοι επανέφεραν τους ισχυρισμούς τους που πρόβαλαν πρωτοδίκως με την ασκηθείσα ανταγωγή τους, σύμφωνα με τους οποίους η καταγγελία της συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως είναι άκυρη, διότι η μη καταβολή των μισθωμάτων δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους, συντρέχει δε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, αλλιώς των άρθρων 288 και 200 ΑΚ.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δεν αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στην ανταγωγή περιστατικά (οικονομική ισορροπία της αγοράς και ασφάλεια των συναλλαγών, οι οποίες διαταράχθηκαν εκ των υστέρων) θεωρήθηκαν από αμφότερα τα μέρη της σύμβασης σημαντικά, ήτοι ότι αποτέλεσαν όρο για τη σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης.

Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι εξ αιτίας της επικαλούμενης από τους εναγομένους μεταβολής των συνθηκών η οφειλόμενη από αυτούς παροχή κατέστη υπέρμετρα επαχθής, ώστε η εμμονή στην εκπλήρωση της να αντίκειται στην εντιμότητα και ευθύτητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, καθόσον οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν ούτε επικαλέστηκαν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να επιβεβαιώνεται η εξέλιξη αυτή (λ.χ.

συγκριτικά οικονομικά στοιχεία που να αφορούν τα αποτελέσματα χρήσεων της πρώτης εναγομένης τόσο κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης όσο και κατά το χρόνο της επικαλούμενης μεταβολής). Περαιτέρω η ενάγουσα κατήγγευλε τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης νόμιμα, ασκώντας συμβατικό της δικαίωμα, εξαιτίας της υπερημερίας των εναγομένων στην καταβολή των συμφωνημένων μισθωμάτων και επομένως πρόκειται για έγκυρη καταγγελία, δεν συντρέχουν δε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρ. 388 ΑΚ, πέραν των ανωτέρω και για τον πρόσθετο λόγο ότι εξ αιτίας της έγκυρης αυτής καταγγελίας δεν υπάρχει πλέον ενεργός αμφοτεροβαρής σύμβαση.

Όσον αφορά, εξ άλλου, την εφαρμογή των άρθρ. 288 και 200 ΑΚ, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής τους, καθώς δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά της ενάγουσας που να αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης και μετέπειτα στην άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία ζήτησε την απόδοση του μηχανολογικού εξοπλισμού, ένα (1) σχεδόν έτος μετά την έναρξη της υπερημερίας των εναγομένων, χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι οι τελευταίοι υπέβαλαν αίτημα για διακανονισμό της οφειλής τους, η δε περαιτέρω αναμονή της ενάγουσας θα είχε ως μόνο αποτέλεσμα τη διόγκωση της οφειλής τους, ενώ και συμφέρον είχε η ενάγουσα να αξιώσει την απόδοση του μηχανολογικού εξοπλισμού, αφού αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο άλλης παρόμοιας σύμβασης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δίκαιου διατάξεις των άρθρων 200, 288 και 388 ΑΚ, ούτε εξ άλλου συνιστά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η οικονομική σταθερότητα και η ασφάλεια των συναλλαγών "θεωρήθηκαν από αμφότερα τα μέρη της σύμβασης σημαντικά, ήτοι ότι αποτέλεσαν όρο για τη σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης".

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους δύο πρώτους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προσάπτονται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν, ωστόσο, μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 68/2012, 993/2014).

Προς απόκρουση της ένδικης αγωγής οι αναιρεσείοντες είχαν ισχυριστεί πρωτοδίκως ότι η άσκησή της είναι καταχρηστική, αν ληφθούν υπόψη οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως και ανέτρεψαν την ισορροπία παροχής και αντιπαροχής, σε συνδυασμό με το ότι η αφαίρεση του μίσθιου μηχανολογικού εξοπλισμού, ενώ δεν πρόκειται να προσπορίσει οποιοδήποτε όφελος στην αναιρεσίβλητη, αφού, εκτός άλλων, δεν υπάρχει δυνατότητα αξιοποιήσεώς του ή πωλήσεώς του σε τρίτους, θα προκαλέσει την οικονομική καταστροφή της πρώτης αυτών, δηλαδή αποτελεί εν τέλει μέσο εκβιασμού των αναιρεσειόντων, ώστε να καταβάλουν τα οφειλόμενα μισθώματα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση, ενώ και το Εφετείο, στο οποίο η ένσταση αυτή επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως, έκρινε ότι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της ενστάσεως, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επισύρουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, διότι "αφενός μεν η αναζήτηση του μίσθιου μηχανολογικού εξοπλισμού γίνεται με βάση τη συμφωνία των μερών και εξ αιτίας του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι δεν υπήρξαν συνεπείς στην εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, αφετέρου δε, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, δεν γίνεται εκ μέρους των τελευταίων επίκληση ιδιαίτερων περιστάσεων που να καθιστούν καταχρηστική τη συμπεριφορά της ενάγουσας".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη του και όλους τους ισχυρισμούς που συγκροτούν την προβληθείσα από τους ήδη αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, όπως σαφώς υποδηλώνει η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του καίρια επισήμανση "πέραν των όσων προαναφέρθηκαν", δηλαδή γίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο παραπομπή στις αιτιολογίες με τις οποίες αποκρούστηκε προηγουμένως η εφαρμογή των άρθρων 200, 288 και 388 ΑΚ και οι οποίες απαντούν παράλληλα και στους ισχυρισμούς της ενστάσεως.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος κατά το μέρος που αποδίδει στην αυτή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, αφού η παραπάνω ένσταση δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ούτε όμως ως μη νόμιμη, όπως αρχικά δίνεται η εντύπωση, αλλά κατ’ ακριβολογία ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού η απόρριψή της βασίστηκε, κατά τα προεκτεθέντα, και στις αιτιολογίες με τις οποίες αποκρούστηκε κατ’ ουσίαν η εφαρμογή των άρθρων 200, 288 και 388 ΑΚ.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου κάθε φορά δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόρισε σε 130.000 ευρώ την αξία του μίσθιου μηχανολογικού εξοπλισμού, την οποία υποχρεούνται οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν ως αποζημίωση στην αναιρεσίβλητη, αν ο εξοπλισμός αυτός δεν ανευρεθεί κατά την εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως που επικυρώθηκε από την εφετειακή και διατάσσει την απόδοσή του στην αναιρεσίβλητη.

Το Εφετείο εκτίμησε στο παραπάνω ποσό την αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού, αφού έλαβε υπόψη την αρχική αξία του, δηλαδή το τίμημα των 575.000 ευρώ, που κατέβαλε για την αγορά του η αναιρεσίβλητη, σε συνδυασμό με το χρόνο που πέρασε έκτοτε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας του λόγω παλαιότητας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες, είναι δε αβάσιμος ο αντίθετος τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς ζήτημα ουσίας.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα προσάπτεται σ’ αυτή η αιτίαση ότι με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τα έγγραφα των αναιρεσειόντων, αφού στη μεν δεύτερη σελίδα του τρίτου φύλλου της δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν έγγραφα, τα οποία όμως δεν λαμβάνονται υπόψη, επειδή δεν γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών στις προτάσεις τους, ενώ στη δεύτερη σελίδα του τέταρτου φύλλου της δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες ούτε προσκόμισαν ούτε επικαλέστηκαν έγγραφα. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια που αφορά δικονομικής φύσεως ζήτημα, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία (ΑΠ 544/2013).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2015 αίτηση των: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 2) Δ. Μ., 3) Β. Μ., 4) Θ. Μ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6394/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ