Supreme Court dismisses appeal for non-admissibility regarding uncontrollable fact-finding by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision on grounds of non-admissibility under Article 559(14) of the Code of Civil Procedure. The appellant argued that the lower court failed to annul a payment order despite evidence of assignment, claiming this constituted a legal error. The court rejected this, ruling that the appellant's arguments relied on the lower court's uncontrollable assessment of factual circumstances rather than a violation of legal rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 585(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's uncontrollable assessment of factual circumstances is inadmissible as it does not constitute a legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1088 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1088/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Π.-Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Λιόντο.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ- ΝΕΑ ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3594/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 10-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1345Γ'/23-9-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων, αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την 23-3-2015 και μετ' αναβολήν για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο και κλήση για να παραστεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία της, σαν να ήτο παρούσα (άρθρ. 576 § 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 585 § 2 Κ.Πολ.Δ., το οποίο έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ιδίου Κώδικος: "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της.
Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της εφέσεως και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικος, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά δικόγραφα και αποφάσεις, η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι είχε απαίτηση κατά του αναιρεσείοντος και δύο άλλων προσώπων τα οποία δεν είναι διάδικοι, λόγω αμοιβής της από σύμβαση έργου, αναγνωρισθείσα αμετακλήτως με δικαστική απόφαση, εξέδωσε σε βάρος του οφειλέτη της αναιρεσείοντος την υπ' αριθ. 27693/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο τελευταίος υποχρεώθηκε να της καταβάλει νομιμοτόκως 41.892,88 ευρώ.
Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής ο αναιρεσείων άσκησε την κρινομένη ανακοπή, με τον τρίτο λόγο της οποίας ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "Η εργολήπτρια εταιρεία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΙΑΜΟΣ Ε.Π.Ε.", κατά το χρονικό διάστημα που η από 7.2.1992 αγωγή της εκκρεμούσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, αφού με την άσκηση της έφεσης εμού και των παιδιών μου αναβίωσε η εκκρεμοδικία, προέβη σε εκχώρηση της απαίτησης της έναντι ημών (εργολαβικής αμοιβής της), σε τρίτους δανειστές της.
Ειδικότερα προέβη στις ακόλουθες εκχωρήσεις:-ποσού 7.234.500 δρχ. (21.231,10 €) στον Β. Δ. του Χ., κάτοικο ..., δυνάμει της από 1.2.1993 σύμβασης αναγνώρισης χρέους και εκχώρησης απαίτησης που μας αναγγέλθηκε την 25.2.1993. - ποσού 10.000.000 δρχ. (29.347,02 €) στον Δ. Μ. του Ι., κάτοικο ..., δυνάμει του από 2.8.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού εκχωρήσεως χρέους που μας αναγγέλθηκε την 18.11.1994 - ποσού 20.000.000 δρχ. (58.694,06 €) στον Α.
Κ. του Γ., κάτοικο ... ,δυνάμει της από 16.11.1994 σύμβασης εκχωρήσεως χρέους που μας αναγγέλθηκε την 18.11.1994. - ποσού 11.000.000 δρχ. (32.281,73 €) στην Π. Γ. του Κ., κάτοικο ..., δυνάμει της από 5.2.1995 σύμβασης εκχωρήσεως χρέους που μας αναγγέλθηκε 15.2.1995. Αντίθετα η εκχώρηση ποσού 18.000.000 δρχ. (52.824,65 €) στον Π. Κ. του Χ., κάτοικο ..., δυνάμει της από 31.5.1990 σύμβασης εκχωρήσεως χρέους, είχε γίνει την 31.5.1990, δηλαδή πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά το ποσό δε αυτό η τότε ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της από 46.550.000 δρχ.
σε 28.550.000 δρχ. (δείτε 1° λόγο ανακοπής) και ως εκ τούτου το ποσό αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ολόκληρη η απαίτηση της εργολήπτριας εταιρείας σε βάρος των οικοπεδούχων για ποσό 28.550.000 δρχ. (83.785,76 €), είχε εκχωρηθεί σε τρίτους και τούτο απετέλεσε έναν από τους λόγους που ακυρώθηκε η προγενέστερη της πληττόμενης με την παρούσα υπ' αριθ. 8105/2006 διαταγή πληρωμή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι πλέον δεν είχε δικαίωμα να προχωρήσει σε αναγκαστική είσπραξη απαίτησης την οποία είχε εκχωρήσει σε τρίτους ...
Η αντίδικος είχε ασκήσει έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, από την οποία παραιτήθηκε ενώπιον του Δικαστού του Εφετείου Αθηνών. Στις 13-2-2012 η αντίδικος, όμως, μας κοινοποίησε την από 10.2.2011 Αναγγελία της με την οποία μας γνωστοποίησε ότι: - με την από 2-8-1999 σύμβαση μεταξύ τους, ο Δ. Μ. της εκχώρησε το ποσό 10.000.000 δρχ. (29.347 €) που αυτή του είχε εκχωρήσει ως άνω την 2.8.1994 - με την από 1.6.2006 σύμβαση μεταξύ τους, ο Β.
Δ. της εκχώρησε το ποσό 7.234.500 δρχ. (21.231 €) που αυτή του είχε εκχωρήσει ως άνω την 1.2.1993 - με την από 4.6.2008 σύμβαση μεταξύ τους, η Π. Γ. της εκχώρησε το ποσό 11.000.000 δρχ. (32.282 €) που αυτή της είχε εκχωρήσει ως άνω την 5.2.1995 -με την από 4.6.2008 σύμβαση μεταξύ τους, ο Α. Κ. της εκχώρησε το ποσό 20.000.000 δρχ. (58.694 €) που αυτή του είχε εκχωρήσει ως άνω την 16.11.1994.
Πρόκειται για καταφανή μεθόδευση με την οποία η καθ'ης επιχειρεί να αντιπαρέλθει την ακύρωση της προγενέστερης υπ' αριθ. 8105/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την υπ' αριθ. 1337/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός ότι και οι τέσσερις παραπάνω εκχωρήσεις που μας αναγγέλθηκαν με την από 10.2.2011 αναγγελία της εργολήπτριας εταιρείας, υποτίθεται ότι έγιναν στις 2.8.1999, 1.2.2006 και 4.6.2008, δηλαδή σε ημερομηνίες πριν την εκδίκαση της ανακοπής μας κατά της υπ' αριθ. 8105/2006 διαταγής πληρωμής, ωστόσο η εργολήπτρια εταιρεία ουδέν περί αυτών ανέφερε στις από 25.11.2008 Προτάσεις της ενώπιον του εκδικάζοντος την ανακοπή μας Δικαστηρίου ώστε να αποκρούσει τον εκ μέρους μας προβληθέντα λόγο ανακοπής ο οποίος και έγινε δεκτός από το Δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθ. 1337/2009 απόφασή του.
Είναι βέβαιο ότι οι αναγγελθείσες εκχωρήσεις είναι κατασκευασμένες και για τον λόγο αυτό δεν νομιμοποιείται στην έκδοση της πληττόμενης διαταγής η αντίδικος προκειμένου να εισπράξει απαίτηση, που ακόμα και να θεωρηθεί ότι της οφείλεται, έχει εκχωρήσει σε τρίτους. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριό σας οφείλει με πράξη του, προς διακρίβωση του παραπάνω καταλυτικού μας ισχυρισμού, να διερευνήσει αν όντως έχει πραγματοποιηθεί η ανάκληση των αρχικών εκχωρήσεων".
Από το περιεχόμενο του λόγου αυτού, ως και ολοκλήρου του δικογράφου της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων ουδόλως προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου. Τέτοιο ισχυρισμό προέβαλε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, ισχυρισθείς ειδικότερα ότι προκύπτει δεδικασμένο από την καταστάσα αμετάκλητη υπ' αριθ. 1337/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της προγενέστερης της ένδικης υπ' αριθ. 8105/2006 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί κατ' εκείνου κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης για την ίδια απαίτηση.
Εφόσον όμως ο αναιρεσείων δεν προέβαλε νομίμως τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ανακοπή του ή με πρόσθετο λόγο ανακοπής, αλλά τον προέβαλε το πρώτον στο Εφετείο ως λόγο εφέσεως, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 16 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.: "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20".
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος, μεταξύ των άλλων, επί λέξει τα ακόλουθα: "... είχα ισχυρισθεί και αποδείξει ... ότι κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκκρεμούσε η εναντίον και εμού ασκηθείσα από 7.2.1992 αγωγή της αντιδίκου (επί της οποίας εκδόθηκε εν τέλει η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 249/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η αντίδικος είχε προβεί σε εκχώρηση σε τρίτους όλης της αναγνωρισθείσας ανωτέρω εις βάρος μας απαίτησής της ...
Επειδή, εν τέλει, είχα ομοίως ισχυρισθεί, ότι εξ όσων είχα ήδη επικαλεσθεί (και βεβαίως και αποδείξει) κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διαδικασία, καταδεικνυόταν, κατά τρόπο βέβαιο και μη επιδεχόμενο οποιαδήποτε αμφισβήτηση, η βασιμότητα του ως άνω προβληθέντος με την ένδικη ανακοπή μου αντιστοίχου Λόγου, ότι δηλαδή επρόκειτο περί καταφανούς μεθόδευσης με την οποία η αντίδικος αναιρεσίβλητη και τότε καθ' ης η ανακοπή μου εταιρία επιχειρούσε να αντιπαρέλθει την ακύρωση της ως άνω προγενέστερης υπ' αριθ. 8105/2006 διαταγής πληρωμής δυνάμει της επίσης ανωτέρω αναφερομένης και ήδη τελεσίδικης καταστάσας υπ' αριθ. 1337/2009 του ιδίου ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Είχα δε επισημάνει, ότι στην πραγματικότητα δεν έχουν λάβει χώρα οι επικαλούμενες από την καθ' ης συμβάσεις επανεκχωρήσεως ... Επειδή υπό τα δεδομένα επομένως αυτά, εφόσον παρόλα αυτά το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την ως άνω έφεσή μου και ως εκ τούτου δεν εξαφάνισε την προλαβούσα υπ' αριθ. 18/2014 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου, κατά παραδοχή της ασκηθείσας ως άνω ανακοπής μου και κατ' επέκταση δεν κήρυξε την ακυρότητα της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 27693/2012 διαταγής πληρωμής του κ.
Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρόλο που συνέτρεχαν οι προς τούτο κατά νόμο και κατ' ουσία προϋποθέσεις, καθίσταται πρόδηλο, ότι υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην παρατεθείσα ανωτέρω νομική σκέψη), και θα πρέπει ως εκ τούτου να ακυρωθεί και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ...".
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την κατ' επίφαση επίκληση συνδρομής των προυποθέσεων του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναφέρεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Ιουλίου 2014 αίτηση του Π. - Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3594/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Αυγούστου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ