Legislator Case Law & Legislation
1088/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding discretionary court powers and procedural requests.

Case Number 1088/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in refusing a court expert opinion and a retrial of the hearing, claiming these constituted admissible grounds for appeal. The court ruled that both requests fall within the discretionary power of the trial court and do not qualify as substantive 'issues' or 'requests' under the relevant articles of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 9, Art. 368, Art. 254 of the Code of Civil Procedure; The court's refusal to order a court expert opinion or a retrial of the hearing constitutes an exercise of discretionary power and does not constitute a substantive issue or request admissible for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Court Expert Opinion Retrial of Hearing Discretionary Power Inadmissible Appeal Substantive Issue Procedural Request

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 9 of the Code of Civil Procedure
Art. 368 of the Code of Civil Procedure
Art. 254 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1088 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1088/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τζάνογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Νοεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2927/2005 μη οριστική, 266/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5518/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Μαρτίου 2013 αίτησή του και τους από 20 Δεκεμβρίου 2013 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της άίτησης αναίρεσης και του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης κατά της άπόφασης 5518/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "αίτηση" νοείται οποιαδήποτε αυτοτελής αίτηση διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας κάθε μορφής, η οποία δημιουργεί εκκρεμοδικία, όπως είναι ιδίως η αγωγή, η κύρια παρέμβαση, τα ένδικα μέσα κλπ., καθώς και η μη αυτοτελής αίτηση διαδίκου κατά τη διαδρομή δικαστικού αγώνα, εφόσον αυτή προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας με σκοπό την έκδοση οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Αντίθετα, ως "αίτηση" δεν νοείται η ένσταση ή η αντένσταση ή ο λόγος έφεσης και γενικά κάθε ισχυρισμός, ο οποίος περιέχει αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης για πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες ως προς ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο οποίος συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό αυτόν (8).

Επίσης ο αναιρετικός λόγος από τον αρ.9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνεται αν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται σιωπηρή απόρριψη του ή αν το αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το αναιρετήριο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον λόγο αναίρεσης, ώστε να συνάγεται από αυτόν σε ποιον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 ΚΠολΔ εμπίπτει, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, που κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου απαιτείται, τις παραδοχές αυτής, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, όταν προσάπτεται στην απόφαση η αιτίαση ότι άφησε αίτηση αδίκαστη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν κάνει καμία μνεία ως προς την αίτηση που φέρεται ως αδίκαστη, καθώς επίσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αίτησης που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτή ήταν παραδεκτή και νόμιμη και, ως εκ τούτου, ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικά λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Με αυτή τη διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής του συζητητικού συστήματος του άρθρου 106 ΚΠολΔ, διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι και μόνο αυτά.

Από τις διατάξεις των άρθρων 457 παρ. 1, 2 και 3 και 237 παρ. 1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκόμιση από διάδικο ιδιωτικού εγγράφου για άμεση ή έμμεση (ως δικαστικό τεκμήριο) απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού ενέχει και ισχυρισμό της γνησιότητάς του, την οποία αυτός οφείλει να αποδείξει, εφόσον αμφισβητηθεί από τον αντίδικό του.

Η αμφισβήτηση της γνησιότητας αφορά την υπογραφή του εγγράφου και η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή του συντάκτη, το οποίο τεκμήριο ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.

Η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνεται κατά τη συνεδρίαση που αυτό προσκομίζεται με δήλωση στο ακροατήριο ή με την προσθήκη στις προτάσεις και απαιτείται να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις. Αν η υπογραφή του ιδιωτικού εγγράφου δεν αμφισβητηθεί με αυτόν τον τρόπο, θεωρείται ότι έχει αναγνωριστεί σιωπηρά η γνησιότητά του και τυχόν μεταγενέστερη αμφισβήτηση αυτής είναι απαράδεκτη.

Εφόσον το δικαστήριο λάβει υπόψη ιδιωτικό έγγραφο κατά την ουσιαστική αξιολόγηση αγωγής ή ένστασης, παρά τη σύννομη αμφισβήτηση της γνησιότητάς του και χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει και να απορρίψει ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό, υποπίπτει στην πλημμέλεια από τον αρ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού εκτιμά έγγραφο, πριν διαπιστώσει αν αυτό εμπίπτει στα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται ή δεν επιτρέπονται από τον νόμο.

Για να είναι, όμως, ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης και εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός της ανεπίτρεπτης συνεκτίμησης του εγγράφου είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς επίσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ισχυρισμού και ο τρόπος προβολής αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις : α) Ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9γ' ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε εν τοις πράγμασι υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις με αρ. 111/8-2-2006, 289/9-5-2007 και 290/9-5-2007, που δόθηκαν στον Ειρηνοδίκη Χαλκίδας με επιμέλεια του αναιρεσείοντος - ενάγοντος και μετά από νομότυπη κλήτευση του αναιρεσίβλητου - εναγόμενου, καθώς και την ένορκη κατάθεση κατά την πρωτόδικη συζήτηση του μάρτυρα του ενάγοντος Μ.

Κ., με αποτέλεσμα να μη δεχτεί τον πρώτο λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, ο οποίος αφορούσε προσκόμιση εγγράφων από τον εναγόμενο, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση μετά την έκδοση της 2927/2005 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παράβαση του άρθρου 269 ΚΠολΔ, και να απορρίψει ακολούθως την από 28-11-2003 αγωγή του για έντοκη επιδίκαση ποσού 52.628 ευρώ ως υπόλοιπο δανειακής οφειλής.

Και β) Ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επειδή, μη λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στο ατελές και εσφαλμένο πόρισμα ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή έντεκα τραπεζικές επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, που χορήγησε σ' αυτόν ο εναγόμενος, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για άλλον σκοπό πέραν της μισθοδοσίας του από τον ΟΤΕ, γεγονός που γνώριζε ο αναιρεσείων λόγω της ιδιότητάς του ως εργαζόμενου στον ίδιο οργανισμό.

Η αιτίαση με στοιχείο α', σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, δεν συνιστά πλημμέλεια από τον αρ. 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή άφεση αίτησης αδίκαστης, αλλά ανάγεται σε εκτίμηση αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα των ενόρκων βεβαιώσεων και της ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης που προαναφέρθηκαν, οι οποίες, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύονται ρητά και λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η δε αιτίαση με στοιχείο β' δεν συνιστά πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν αναφέρεται σε ουσιαστική παραδοχή με αιτιώδη συμβολή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή σε παραδοχή συνδρομής αναγκαίου και κρίσιμου περιστατικού για την πλήρωση του πραγματικού της οικείας διάταξης και για τη θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης δανείου (σύναψη και περιεχόμενο της δανειακής σύμβασης), αλλά σε επιχείρημα του δικαστηρίου κατά την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματός του, το οποίο διατυπώνεται με βεβαιότητα και σαφήνεια, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασής του το από 15-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό (με το οποίο ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει στον αναιρεσίβλητο την ...

επιταγή της ΕΤΕ αξίας 5.300.000 δρχ., που εκδόθηκε για κάλυψη ισόποσου δανείου, μόλις ο πρώτος θα εισέπραττε, δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου, το ποσό των 4.000.000 δρχ., που επρόκειτο να λάβει ο δεύτερος κατά την αποχώρησή του από τον ΟΤΕ), χωρίς προηγουμένως να εξετάσει τον ισχυρισμό, που περιεχόταν στην έφεση του αναιρεσείοντος και είχε κατά λέξη ως εξής "Το δε συμφωνητικό που φέρομαι να ανεγνώρισα στα πρακτικά της υπ' αρ. 2927/2005, δεν το είχα κάνει ποτέ και αρνούμαι, στο παρόν έστω στάδιο, ότι η υπογραφή είναι δική μου, ζητώντας μάλιστα, έστω και σε αυτό το στάδιο της δίκης γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, για ν' αποδειχθεί του λόγου το αληθές".

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αρχικής συζήτησης της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 2927/2005 που διέταξε επανάληψη της συζήτησης, ο ενάγων δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα του εν λόγω συμφωνητικού, αλλά, αντίθετα, αναγνώρισε ρητά ως γνήσια την υπογραφή του σ' αυτό, από και με την αναγνώριση δε αυτή δημιουργήθηκε αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του περιεχομένου του, το οποίο καθιστά απαράδεκτη κάθε μεταγενέστερη αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού και το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο με την προσβολή του ως πλαστού.

Επομένως, η μεταγενέστερη αμφισβήτηση της γνησιότητας τού από 15-7-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού από τον αναιρεσείοντα με την έφεσή του δεν ήταν παραδεκτή και δεν όφειλε το Εφετείο να ερευνήσει τη γνησιότητα αυτού πριν το συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του.

Ανεξάρτητα, όμως, από αυτά και ενόψει του ότι δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για να ήταν ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης έπρεπε να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ανεπίτρεπτης συνεκτίμησης του επίμαχου ιδιωτικού εγγράφου προβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ότι επαναφέρθηκε νόμιμα στο ανώτερο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Συνακολούθως και αφού στο αναιρετήριο δεν περιέχονται τα στοιχεία αυτά, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται, επειδή το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν έγιναν μεταγενέστερες προσθήκες στα πρωτότυπα οπισθόφυλλα των μπλοκ των ενδίκων επιταγών ότι τα δάνεια αφορούν την εταιρία R. Ε.Π.Ε.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, κατά πάγια νομολογιακή εφαρμογή του άρθρου 368 ΚΠολΔ, η διενέργεια ή όχι πραγματογνωμοσύνης απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός από την περίπτωση που έχει ζητηθεί από διάδικο η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει παραδοχή ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για την αντίληψη του αποδεικτέου ζητήματος. Επίσης το σχετικό αίτημα, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης, δεν συνιστά ουσιώδες "ζήτημα" κατά την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται αιτιολόγηση της απόρριψής του, αλλά ούτε και "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 ή "αίτηση" κατά την έννοια του αρ. 9 του ίδιου άρθρου, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει αντίστοιχο λόγο αναίρεσης.

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται για την απόρριψη από το Εφετείο του αιτήματός του να διαταχθεί επανάληψη της συζήτησης, για να προσκομιστεί από τον αντίδικό του τραπεζική βεβαίωση σχετικά με την κίνηση των επιταγών της παραπάνω εταιρίας. Και αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή, όπως προκύπτει από το άρθρο 254 ΚΠολΔ, η διάταξη για επανάληψη της συζήτησης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν συνιστά "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια των αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ώστε να στοιχειοθετείται σχετικός όρος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού κρίθηκαν απορριπτέοι όλοι οι λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 5518/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ