Legislator Case Law & Legislation
1088/2011 AI generated

1088/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1088/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1088/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 568§4 Κ.Πολ.Δ., αν ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση επιδίδεται με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στους αντιδίκους τουλάχιστον ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1088 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1088/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Ε., κατοίκου ..., 2.Γ. Ν., κατοίκου ... 3.Δ. Ε., κατοίκου ..., 4. Δ. Ρ., κατοίκου ..., 5. Κ. Σ., κατοίκου ..., 6. Κ. Θ., κατοίκου ..., 7. Κ. Θ., κατοίκου ..., 8. Κ. Θ., κατοίκου ..., 9. Λ. Α., κατοίκου ..., 10. Μ. Β., κατοίκου ..., 11. Μ. Σ., κατοίκου ..., 12. Μ. Α., κατοίκου ..., 13. Π. Ε., κατοίκου ..., 14. Π. Χ., κατοίκου ..., 15. Π. Ι., κατοίκου ..., 16. Π. Ά., κατοίκου ..., 17. Π. Ε., κατοίκου ..., 18. Π. Θ., κατοίκου ..., 19. Π. Δ., κατοίκου ..., 20. Π. - Χ. Α., κατοίκου ..., 21. Π. Ν., κατοίκου ..., 22. Ρ. Α., κατοίκου ..., 23. Ρ. Ε., κατοίκου ..., 24. Σ. Κ., κατοίκου ..., 25. Τ. Ι. του Π., κατοίκου ..., 26. Τ. Μ., κατοίκου ..., 27. Χ. Α., κατοίκου ..., 28. Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 29. Ι. Ό. του Κ., κατοίκου ..., 30. Ι. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 31. M. T. (Μ. Τ.) του Z., κατοίκου ....

Οι τέταρτος , δέκατος και εικοστός δεν παραστάθηκαν, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τσιμπρή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Νικολόπουλο και Νικόλαο Τσουτσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2335/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8393/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15.07.2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 24 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 τταρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ νια τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ.3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη νια την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους. (ΟλΑΠ 26/2008,39/2005, 9/2003).

Εξετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 122, 139 παρ. 1, 438 και 440 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η γενόμενη επίδοση κάθε εγγράφου αποδεικνύεται μόνο με έκθεση επίδοσης, η οποία πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στα άρθρα 117 και 139 παρ. 1 και 2 στοιχεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο καθορισμός της ταυτότητας του εγγράφου που επιδόθηκε.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 568§4 Κ.Πολ.Δ., αν ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση επιδίδεται με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στους αντιδίκους τουλάχιστον ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου νια εμφάνιση στη δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής νια τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο, του δικαστηρίου τούτου ( 24-1-2011), με εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες, Δ. Ρ.(4), Μ. Β. (10ος) και Π.-Χ. Α. (20η), οι οποίοι, από κοινού με τους παρασταθέντες λοιπούς αναιρεσείοντες, επέσπευσαν τη συζήτηση νια την δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικά (4-10-2010) κατά την οποία και αναβλήθηκε η συζήτηση με σχετική σημείωση στο πινάκιο για τη προαναφερθείσα, δεν παραστάθηκαν, από δε την αυτεπάγγελτη σχετική έρευνα δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα εκ μέρους των απολειπομένων αυτών διαδίκων προς το δικηγόρο Βασίλειο Μουσά που έδωσε και για λογαριασμό τους την εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοση στο αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα η επίσπευση αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες ενώ περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν κλητευθεί κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο από κάποιον από τους λοιπούς διαδίκους ούτε και ότι είχαν παρασταθεί κατ αυτή. Οι παριστάμενοι κατά την παρούσα συζήτηση αναιρεσείοντες ήδη προσκομίζουν και επικαλούνται προς απόδειξη της νόμιμης κλήτευσης των απολειπομένων ως άνω αναιρεσειόντων αντίστοιχα τις υπ.

αριθ.10934 Ε/2-11-2010, Γ/10620 1/29-10-2010 και 10623 Γ/29-10-2010 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών, στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Γ. της πρώτης και στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Σ. των λοιπών. Από τις εκθέσεις όμως αυτές δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των διαδίκων αυτών και τούτο ειδικότερα διότι όσον μεν αφορά τη πρώτη αναιρεσείουσα προεχόντως διότι ουδόλως προκύπτει από την υπ.

αριθ. 10934 Ε/2-11-2010, έκθεση επίδοσης ότι επιδόθηκε σ'αυτή κλήση για τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ορισθείσα μετ'αναβολή δικάσιμο της 24ης Ιανουαρίου 2011, όσον δε αφορά τους λοιπούς διότι η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε σ'αυτούς εμπρόθεσμα, ήτοι πριν από ενενήντα (90) ημέρες από τη δικάσιμο όπως ορίζεται και στη σχετική πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου επί του αντιγράφου της ένδικης αναίρεσης, ενόψει του ότι ο εικοστός έβδομος αναιρεσείων είναι κάτοικος Λεμεσού Κύπρου.

Κατ'ακολουθίαν η συζήτηση της προκειμένης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15 Ιουλίου 2008 αιτήσεως για αναίρεση της υπ* αριθμ. 8393/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ