Supreme Court partially allows appeal on damages calculation and procedural errors in personal injury case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a personal injury case. The appellants argued that the lower court erred in accepting lump-sum claims for future damages and failed to clarify specific award amounts. The court found the lump-sum request for future earnings and medical costs inadmissible without a special justification, while confirming the procedural error regarding the clarification of awarded sums.
Legislator headnote
AI generatedArticles 928, 929, 930 para 1 of the Civil Code; Article 559 no 14 of the Code of Civil Procedure: Future damages for personal injury are generally paid in installments, and lump-sum requests without special justification are considered indefinite, while procedural errors regarding the clarification of awarded amounts constitute grounds for partial remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1088 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1088/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Ε.Α. ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία-Λούλα Πρωτόπαπα και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής συμπαραστάτιδος του ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Κουράκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2003 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, ως δικαστικής συμπαραστάτιδος του ..., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2479/2005, 586/2006 μη οριστικές και 680/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 5362/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/2/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 13/1/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 1α από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγου της αναίρεσης και του τετάρτου από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ίδιου άρθρου την μερική παραδοχή του 1γ κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ίδιου άρθρου, όπως στο σκεπτικό και την απόρριψη των υπολοίπων.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 298 εδ α' και 914 Α.Κ προκύπτει, ότι όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση αποζημιώσεως του παθόντος η οποία περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος. Στο άρθρο 930 παρ 3 ΑΚ ορίζεται, ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, κατά την οποία η κατά του ζημιώσαντος αξίωση του παθόντος για αποζημίωση δεν μπορεί να αποκρουστεί από τον ζημιώσαντα εκ του ότι άλλος εκ του νόμου υποχρεωμένος κατέβαλε στον παθόντα που απέσχε από την εργασία του, τις αποδοχές του ή τα νοσήλια για την θεραπεία των τραυμάτων του.
Η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου. Τέτοια δυνατότητα για πρόσκτηση από τον παθόντα αθροιστικά από τον αδικήσαντα και της παροχής του τρίτου δεν υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρο 18 του ν. 1654/1956, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο ΙΚΑ, το οποίο είτε κατέβαλε είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την οικεία κοινωνικο-οικονομική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 1127/2002).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του Ν.2496/1997 προκύπτει, ότι η υποκατάσταση του ασφαλιστή γίνεται μόνο στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι του ζημιώσαντος και όχι έναντι του τρίτου ζημιωθέντος. Επομένως και στην περίπτωση που ο τρίτος, ο οποίος ζημιώθηκε από τροχαίο ατύχημα, δικαιούται να λάβει και έλαβε ασφάλισμα και από άλλο ασφαλιστή εκτός εκείνου ο οποίος έχει ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο, όπως στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει άλλης συμβάσεως ασφαλίσεως που έχει καταρτιστεί μεταξύ τους, έχει εφαρμογή η, ως άνω, διάταξη του άρθρου 930 παρ 3 του Α.Κ.
Κατά συνέπεια το Εφετείο το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης για το ποσόν το οποίο καταβλήθηκε από την Ασφαλιστική Εταιρία, "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." για νοσηλεία αυτής, δυνάμει άλλης συμβάσεως ασφαλίσεως μεταξύ τους δεν παραβίασε τις, ως άνω, διατάξεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 1, 8, 9 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
που αποδίδεται από τις αναιρεσείουσες με τον 1β λόγο της αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 928, 929 του Α.Κ προκύπτει, ότι σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει και κάθε θετική ζημία που προκαλείται από την εν λόγω βλάβη του παθόντος και επομένως και κάθε δαπάνη ενεστώσα ή μέλλουσα στην οποία αυτός υποβάλλεται για την αντιμετώπιση των εκ της βλάβης του σώματος ή της υγείας προκαλουμένων συνεπειών.
Η αγωγή, η οποία έχει ως αντικείμενο αποζημίωση για τέτοιες δαπάνες, για να είναι ορισμένη πρέπει στο δικόγραφο αυτής, κατά τα άρθρα 118 αρίθμ. 4 και 216 Κ.Πολ.Δ, να εξειδικεύονται οι επιμέρους δαπάνες κατά είδος έκταση και ποσόν προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή δικόγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ..., με την από 22-10-2005 αγωγή του, η οποία ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη με τη ιδιότητα της δικαστικής συμπαραστάτιδος αυτού, ισχυρίστηκε ότι από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης - αναιρεσείουσας κατά την οδήγηση του με αρίθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσείουσα προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε ο ενάγων ο οποίος οδηγούσε την με αρίθμ. ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα του. Από τον τραυματισμό του αυτό, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ανίκανος προς εργασία και μόνιμη αναπηρία, η οποία είχε δυσμενή επίδραση στο μέλλον του και την καταστροφή της μοτοσυκλέτας του υπέστη θετικές και αποθετικές υλικές ζημίες επελθούσες και μέλλουσες και ηθική βλάβη.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες σε ολόκληρο η κάθε μία να του καταβάλουν ως αποζημίωση μεταξύ των άλλων και για νοσηλεία για τη θεραπεία των τραυμάτων του τα ποσά τα οποία κατέβαλε μέχρι την άσκηση της αγωγής και εκείνα τα οποία επρόκειτο να καταβάλει μετά την άσκηση αυτής. Για τη δαπάνη, όμως, αυτή των νοσηλείων στο εξωτερικό για νοσήλεια του χρονικού διαστήματος μετά την άσκηση της αγωγής στο δικόγραφο αυτής δεν γίνεται καμία εξειδίκευση, και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται ο χρόνος της νοσηλείας το είδος αυτής η χρονική διάρκεια της και δεν γίνεται καμία ανάλυση των δαπανών.
Κατά το χρόνο, όμως, που έγινε η συζήτηση αυτής, όπως γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση οι εν λόγω δαπάνες είχαν πραγματοποιηθεί και οι, ως άνω, ελλείψεις της αγωγής παραδεκτά συμπληρώθηκαν με τις προτάσεις του ενάγοντος που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 223 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, το εν λόγω αίτημα για την καταβολή των νοσηλείων, δεν ήταν αόριστο και το Εφετείο το οποίο δεν απέρριψε αυτό ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται με τον 1α λόγο της αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 του Α.Κ ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει νομίμους τόκους, αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπόθεσμο χρέος. Ληξιπρόθεσμο δε είναι το χρέος, όταν η πληρωμή του δεν εξαρτάται από αίρεση που δεν εξήλθε ή από προθεσμία που δεν έληξε, αλλά έχει επέλθει ο χρόνος εξοφλήσεώς του και μπορεί ο οφειλέτης να εξαναγκαστεί σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρεώσεώς του, χωρίς να δικαιούται να αντιτάξει οιαδήποτε αναβλητική ένσταση.
Περαιτέρω, από το άρθρο 293 Α.Κ προκύπτει, ότι η απαίτηση των τόκων είναι, κατ' αρχήν, παρεπόμενη της κύριας απαιτήσεως, δηλαδή του κεφαλαίου, την οποία και προϋποθέτει. Επομένως, αξίωση νόμιμων τόκων από της επιδόσεως της αγωγής υπάρχει μόνον εάν υπάρχει ληξιπρόθεσμη οφειλή του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν νόμιμους τόκους για όλα τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά και επομένως και για τα νοσήλεια, τα οποία θα καταβάλλονταν μετά την επίδοση της αγωγής από τότε που έγινε η εν λόγω επίδοση.
Από το δικόγραφο, όμως, της αγωγής προκύπτει, ότι με αυτήν ο ενάγων ζήτησε την καταβολή τόκων για το χρονικό διάστημα μετά την επίδοση αυτής από τότε που ήταν καταβλητέο το κάθε οφειλόμενο ποσόν. Επομένως, το Εφετείο το οποίο δέχτηκε ότι οφείλονται τόκοι για όλα τα οφειλόμενα ποσά, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα των εναγόντων υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ 8 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται από τις αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Οι αιτιάσεις που προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες, ότι το αίτημα της αγωγής για καταβολή τόκων από την επίδοση της αγωγής και για τα χρέη που δεν ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το εν λόγω χρονικό σημείο είναι απαράδεκτες αφού, όπως προαναφέρθηκε τέτοιο αίτημα δεν υπάρχει στη αγωγή και συνεπώς ο 1γ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθ. 559 αρίθμ. 14 διότι δεν απορρίφθηκε το εν λόγω αίτημα ως μη νόμιμο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από το άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο ενάγων κατ' εξαίρεση μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής του μέχρι το τέλος της πρωτοβάθμιας δίκης είτε με τις προτάσεις, είτε με δήλωση στα πρακτικά. Ο περιορισμός αυτός ισοδυναμεί με μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής που θεωρείται ως προς αυτό ότι δεν ασκήθηκε ποτέ.
Με την παραίτηση δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς. Γι' αυτό αν το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αποτελεί άθροισμα διαφόρων κονδυλίων, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί και σε ποιο κεφάλαιο γίνεται ο περιορισμός αυτός, εκτός εάν προκύπτει, ότι ο περιορισμός γίνεται αναλογικά κατά κλάσμα η εξεταστέο ποσοστό, που επιφέρει αντίστοιχη αναλογική μείωση όλων των κονδυλίων.
Από τον ανωτέρω περιορισμό διαφέρει η μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, εφόσον στην περίπτωση αυτή το σύνολο της επίδικης σχέσης, όπως διατυπώθηκε με την αγωγή εξακολουθεί να υπάρχει. Γι' αυτό, και αν ακόμη το αίτημα της αγωγής είναι άθροισμα επιμέρους κεφαλαίων δεν επέρχεται αοριστία από τη μεταγενέστερη διαμόρφωση του αιτήματος κατά τον ανωτέρω τρόπο θεωρουμένου ότι ο περιορισμός γίνεται κατά τον αυτό τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής του περιόρισε το αίτημα αυτής με το οποίο ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν το συνολικό ποσόν των 1.142997,51 ευρώ κατά το ποσόν των 134.214 ευρώ αναλογικά για κάθε κονδύλιο αυτής και στη συνέχεια περιόρισε το ως άνω αίτημα από καταψηφιστικό σε μερικά αναγνωριστικό.
Ο περιορισμός αυτός έγινε επίσης αναλογικά για κάθε κονδύλιο έστω και αν δεν έγινε ρητή αναφορά με συνέπεια ο καθορισμός του ποσοστού κατά το οποίο έγινε ο περιορισμός του κάθε επιμέρους κονδυλίου και το ύψος των ποσών που ζητούνται καταψηφιστικά και εκείνων που ζητούνται αναγνωριστικά είναι δυνατός με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς.
Συγκεκριμένα, με μία απλή πράξη με τη μέθοδο των τριών θα βρεθεί η εκατοστιαία αναλογία εκείνων που ζητούνται αναγνωριστικά και εκείνων που ζητούνται καταψηφιστικά και στη συνέχεια θα γίνει αντίστοιχα η επιδίκασή τους κατά τα ποσοστά τα οποία θα προκύψουν.
Συνεπώς η αγωγή και μετά τον περιορισμό της δεν έγινε αόριστη, όπως εντελώς αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ. 8, 9 και 19 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη μετά τον περιορισμό της και πρέπει και ο λόγος αυτός της αναίρεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 928, 929 και 930 παρ 1 του ΑΚ, προκύπτει, ότι η αποζημίωση προς αποκατάσταση των μελλοντικών ζημιών από την βλάβη του σώματος η της υγείας από αδικοπραξία κατά κανόνα καταβάλλεται σε δόσεις και κατ' εξαίρεση εφάπαξ. Αν, επομένως, ο δικαιούχος αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη ορισμένου χρονικού διαστήματος ζητήσει την επιδίκασή τους εφάπαξ χωρίς να επικαλείται την ύπαρξη σπουδαίου λόγου είναι αόριστο μόνο το αίτημα για την εφάπαξ καταβολή όχι δε και το αιτούμενο ποσό το οποίο είναι καταβλητέο σε δόσεις από τότε που είναι απαιτητό. Στην προκειμένη περίπτωση, από το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει, ότι ο ενάγων ζήτησε την καταβολή αποζημίωσης για μελλοντική ζημία του για νοσήλεια και διαφυγόντα εισοδήματα από την εργασία, την οποία θα έκανε αν δεν τραυματίζονταν εφάπαξ, χωρίς όμως να επικαλείται κάποιο σπουδαίο λόγο από τον οποίο να δικαιολογείται η εφάπαξ καταβολή. Επομένως, το Εφετείο το οποίο παρά το νόμο δέχτηκε αυτό ως ορισμένο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ, 14 Κ.Πολ.Δ που αποδίδεται με το δεύτερο μέρος του 1γ λόγου της αναίρεσης και πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει μερικά δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος μόνο κατά το αίτημα της εφάπαξ καταβολής.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ 8, 9 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν διασαφηνίζεται με την εν λόγω απόφαση ποια από τα επιδικασθέντα ποσά επιδικάστηκαν καταψηφηστικά και ποια αναγνωριστικά ... Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα αυτού της περ. 8 του ως άνω άρθρου και πρέπει και ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία. Οι πλημμέλειες που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες προκειμένου να στηρίξουν τους λόγους της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 9 και 19 Κ.Πολ.Δ. με βάση τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις δεν ιδρύουν τους λογούς αυτούς της αναίρεσης αλλά εκείνο της περιπτώσεως 8 όπως προαναφέρθηκε και συνεπώς οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος της κατά το οποίο έγιναν δεκτοί οι προταθέντες λόγοι της αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών λόγω της μερικής νίκης και ήττας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5362/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Εφετείου Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ