Legislator Case Law & Legislation
1088/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against divorce property division ruling due to vague grounds and failure to ignore evidence.

Case Number 1088/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the wife's appeal against the First Instance Court's decision regarding marital property division. The court found the appellant's grounds for cassation under Article 559 of the Code of Civil Procedure to be vague and insufficiently connected to the lower court's findings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal provision violated and the specific claim affected by the contradiction, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
marital property division cassation appeal vague grounds Article 559 legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1088 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1088/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, τέως συζ. Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μαυρολέοντα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Απριλίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2740/2001 μη οριστική, 5669/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 304/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί αγωγής της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητεί να καταδικασθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να της καταβάλει χρηματικό ποσό λόγω της συμμετοχής της στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου του (συμμετοχή στα αποκτήματα) δέχθηκε, μεταξύ άλλων, αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, τα ακόλουθα σχετικά με το ζήτημα του προσδιορισμού της περιουσίας του εναγομένου και της αποτιμήσεως της αξίας της κατά τον κρίσιμο χρόνο:

Ο εναγόμενος δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Νικολάου Αλμπάνη αγόρασε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου (το υπόλοιπο 1/2 εξ, αδιαιρέτου φέρεται ότι αγόρασε η ενάγουσα σύζυγός του) ένα διαμέρισμα, επιφανείας 125 μ2, που βρίσκεται στον 5° όροφο πολυκατοικίας στη ..., αντί τιμήματος (4.200.000:2=) 2.100.000 δρχ. Το ακίνητο αυτό αγοράστηκε με ενυπόθηκο τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 4.500.000 δρχ, που συνάφθηκε από αμφότερους τους διαδίκους.

Η αξία του μεριδίου του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου (16-6-1998), που συμπίπτει κατά βάση με την αξία κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (24-4-2000), μετ' αφαίρεση του υπολοίπου οφειλομένου από το ανωτέρω δάνειο ποσού (στην οποία αφαίρεση προβαίνει η ενάγουσα), ανερχόταν σε 23.838.460 δραχμές ή 69.958,80 ευρώ.

Ωστόσο η αξία αυτή δεν πρέπει να συνυπολογιστεί στην τελική περιουσία του εναγομένου, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεώς του, διότι ουσιαστικά ολόκληρο το ακίνητο αγοράστηκε με χρήματα του, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν εργαζόταν και δεν είχε εισοδήματα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως, ενώ η αποπληρωμή κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσεως που βάρυνε τους διαδίκους, ποσού 32.265 δρχ για τον καθένα και συνολικά 64.530 δρχ, μέχρι και το έτος 1990 καταβαλλόταν αποκλειστικά δια χρημάτων του εναγομένου, στη συνέχεια δε (κατά τον χρόνο που οι διάδικοι ήσαν σε διάσταση) η δόση της ενάγουσας καταβαλλόταν μεν από αυτήν αλλά από χρήματα που ελάμβανε ως μέρος διατροφής που της είχε επιδικαστεί με σειρά δικαστικών αποφάσεων, στις οποίες (αποφάσεις) γίνεται ρητή μνεία της οικονομικής αυτής υποχρεώσεως της ενάγουσας.

Συνεπώς η όποια συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση του περιουσιακού αυτού στοιχείου από τον εναγόμενο καλύφθηκε εξ ολοκλήρου με την απόκτηση από αυτή του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι στις 2/9/1988 ο εναγόμενος ανέλαβε από κοινό λογαριασμό που τηρούσαν οι διάδικοι στο ταχυδρομικό Ταμιευτήριο το ποσό των 3.250.000 δραχμών, ότι την ίδια ημέρα έκλεισε και η προθεσμιακή κατάθεση, ποσού 14.185, 58 δολλαρίων ΗΠΑ, που υπήρχε στο όνομα αμφοτέρων των διαδίκων στην Τράπεζα City Βank και ότι τα ανωτέρω ποσά δαπανήθηκαν από τον εναγόμενο για κάλυψη διαφόρων αναγκών της επιχειρήσεώς του και επομένως δεν υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (16-6-1998), ώστε να ληφθούν υπόψη κατά την αποτίμηση της τελικής περιουσίας του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: 1) Δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, αλλ' εφάρμοσε ορθώς αυτήν, αφού ορθώς δεν υπολόγισε για την αποτίμηση της τελικής περιουσίας του εναγομένου τα ως άνω αναληφθέντα ποσά, δεδομένου ότι αυτά δαπανήθηκαν για τις ανάγκες της επιχειρήσεως του τελευταίου, η αξία της οποίας (επιχειρήσεως) έχει, σύμφωνα με άλλη σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης, υπολογισθεί.

Συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, ο δε δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 2)Δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία.

Ειδικότερα εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από τη διαδικασία περιστατικά στο ζήτημα αν υπάρχει συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση εκ μέρους του εναγομένου του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του επί του διαμερίσματος στη ..., διαλαμβάνεται δε η σαφής παραδοχή ότι το εν λόγω ποσοστό αποκτήθηκε χωρίς τη συμβολή της πρώτης.

Ο τέταρτος, επομένως, λόγος αναιρέσεως, κατά το εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 3)Δεν δέχθηκε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, παρά το νόμο, χωρίς απόδειξη, διότι κατέληξε στην παραδοχή αυτών αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο αντίθετος τέταρτος λόγος, κατά το εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 § 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αv και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ), πρέπει, πλην άλλων, να προσδιορίζεται και μάλιστα εναρίθμως η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή τους με το διατακτικό.

Συνεπώς, οι ακόλουθοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγοι της αναιρέσεως, ήτοι ο πρώτος και ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τους οποίους προβάλλεται αντιφατικότητα, και έλλειψη αιτιολογιών αντιστοίχως, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται κατά τα ανωτέρω η εκ πλαγίου παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, στην περίπτωση δε του πρώτου λόγου δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η αντιφατικότητα, καθώς και η σύνδεσή της με το διατακτικό.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι τα ..., ..., ...

και ... πιστοποιητικά της Δ.Ο.Υ ... . Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο εν σχέσει προς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές και τα εν γένει εκτιθέμενα στην απόφασή του, το Δικαστήριο την κρίση του σχετικά με το ζήτημα αν η αποπληρωμή των αντιστοιχουσών στην ενάγουσα δόσεων του δανείου που έλαβαν οι διάδικοι σύζυγοι για την αγορά του διαμερίσματος στη ... έγινε από χρήματα δικά της ή του εναγομένου δεν στήριξε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο περιεχόμενο που δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν μεταξύ των διαδίκων επί του ζητήματος της διατροφής της αναιρεσείουσας αλλά συνεκτίμησε αυτές με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με την οποία προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παραμορφώσεως των ως άνω αποφάσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/1/2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 304/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 4 Μαϊου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ