Legislator Case Law & Legislation
1088/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to state material facts required for review.

Case Number 1088/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding a brokerage fee dispute. The appellants argued the lower court violated Article 703 of the Civil Code by failing to properly establish the causal link between the broker's actions and the contract's formation. The court rejected this claim because the appeal petition did not sufficiently state the material facts or the specific legal errors necessitating a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Article 703 of the Civil Code; Article 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly state the material facts and specific legal errors; vague appeals lacking these elements are inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Code Article 703 Brokerage fee liability Causal link requirement Appeal admissibility Vague appeal grounds Material facts statement Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 703 of the Civil Code
Article 1 of Presidential Decree 248/1993
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 242 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 27/1998
OLAP 32/1996
OLAP 57/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1088 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1088/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..... και 2) ..... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γουλιέλμο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ..... και 2) ...... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Φωτιάδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Ιανουαρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14698/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 352/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Μαρτίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 18 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 703 παρ. 1 εδ. α΄ του ΑΚ εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για να μπορεί ο μεσίτης να απαιτήσει αμοιβή πρέπει:

α) να έχει υποδείξει απλώς την ευκαιρία για τη σύναψη της σύμβασης, πράγμα που συμβαίνει όταν ενημερώνει τον ένα ή και τους δύο ενδιαφερομένους για τη δυνατότητα που υπάρχει να καταρτιστεί σύμβαση, ή να έχει μεσολαβήσει και ο ίδιος μεταξύ αυτών για την κατάρτιση της σύμβασης που επιθυμούν, β) να καταρτιστεί η σύμβαση, την οποία ο εντολέας και ο μεσίτης είχαν υπόψη τους και γ) η κατάρτιση της σύμβασης να επήλθε ως συνέπεια της υπόδειξης ή μεσολάβησης του μεσίτη, χωρίς την οποία δεν θα συνέβαινε, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη και του αποτελέσματος που συνδέεται με την κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 248/1993 «Μεσίτης αστικών συμβάσεων είναι το φυσικό πρόσωπο ή η εμπορική εταιρία κάθε είδους που μεσολαβεί για τη σύναψη των αστικού δικαίου συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης ακινήτων, παραχώρησης ακινήτων προς ανοικοδόμηση με αντιπαροχή ή που υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων».

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εξέθεταν τα ακόλουθα: Στις 21-8-1998 ο τρίτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων, ενεργώντας για λογαριασμό του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, ανέθεσε εγγράφως σ' αυτές, νομίμως διορισμένες μεσίτριες αστικών συμβάσεων (που διατηρούν κτηματομεσιτικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη), την εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας για την αγορά ακινήτου.

Σε εκτέλεση της εντολής αυτής οι ενάγουσες υπέδειξαν στον τρίτο εναγόμενο ακίνητο της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), ο νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είχε αναθέσει σ' αυτές την εντολή για την πώλησή του, αντί του ποσού των 200.000.000 δραχμών. Αποτέλεσμα της υπόδειξης των εναγουσών ήταν η σύνταξη του .....

συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ...., με βάση το οποίο η πρώτη εναγομένη πούλησε το παραπάνω ακίνητο στον τρίτο εναγόμενο, που ενεργούσε για λογαριασμό του δεύτερου εναγομένου. Ζήτησαν δε με την αγωγή, να υποχρεωθεί, μεταξύ άλλων, ο δεύτερος εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτές τη μεσιτική αμοιβή τους, η οποία είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 4.000.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχούσε σε ποσοστό 2% επί του ποσού των 200.000.000 δραχμών.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία για το ορισμένο του δικογράφου της και τη νομική θεμελίωση του ασκούμενου με αυτή δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων. Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή για επιδίκαση μεσιτικής αμοιβής, στην οποία δεν αναφερόταν, ως στοιχείο που θα αποδείκνυε τον νόμιμο διορισμό τους, ότι οι αναιρεσίβλητες είχαν εγγραφεί στο οικείο επιμελητήριο ως μεσίτριες.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων, το κατά την εκδοχή του πραγματικό μέρος της υποθέσεως και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που φέρονται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα -και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά- οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα, όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται στην απόφαση επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (δηλαδή χωρίς η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Τέλος δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998,32/1996, 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση -με την οποία, μεταξύ άλλων, αφενός απορρίφθηκε έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως η κατ' αυτού ένδικη αγωγή (ενώ κατ' αυτόν έπρεπε να απορριφθεί στην ουσία της) και αφετέρου, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρεώθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων να καταβάλει σε καθεμία από τις αναιρεσίβλητες νομιμοτόκως το ποσό των 2.641,23 ευρώ για μεσιτική αμοιβή- «ευθεία παράβαση του άρθρου 703 ΑΚ λόγω ελλιπούς αιτιολογίας» (κατά τη διατύπωση του αναιρετηρίου) όσον αφορά τα ζητήματα της ιδιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος ως αντιπροσώπου του δεύτερου κατά τη σύναψη της επίδικης μεσιτικής συμβάσεως και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας των αναιρεσιβλήτων και της καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ του δεύτερου αναιρεσείοντος και της αρχικώς εναγομένης και μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρίας.

Ανεξαρτήτως της παραπάνω αντιφάσεως (αφού η ελλιπής αιτιολογία συνιστά εκ πλαγίου και όχι ευθεία παραβίαση), στο αναιρετήριο εκτίθενται το σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων πραγματικό και νομικό μέρος αυτής και το συμπέρασμα του Εφετείου και δεν παρατίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε αυτό για να στηρίξει την κρίση του για τη μερική παραδοχή της αγωγής.

Επομένως -και με την εκδοχή ότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως επιχειρείται να θεμελιωθεί στους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ (των οποίων πάντως δεν γίνεται καμμία μνεία)- δεν είναι δυνατό, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, να ελεγχθεί και να στοιχειοθετηθεί και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-3-2004 αίτηση των .... και ..... για αναίρεση της 352/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ