Legislator Case Law & Legislation
1087/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and retrial request due to untimely filing and lack of proper service.

Case Number 1087/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed both the appeal and the request for retrial filed by the appellants. The court found the retrial request untimely because it failed to prove proper service to the opposing parties within the statutory thirty-day limit, and the appeal was filed after the deadline. Consequently, the court rejected the claims and ordered the second appellant to pay the third respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 153 C.P.D.; Art. 143 C.P.D.: A request for retrial must be filed within thirty days of the obstacle's removal and properly served; an appeal filed after the deadline is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal retrial request statutory time limit proper service legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 153 C.P.D.
Art. 143 C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1087 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1087/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Σ. συζ. Ν. Φ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., καλούσας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Τύρου, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων- καθ' ων η κλήση: 1) Δ. χήρας Χ. Γ., 2) Τ., συζύγου Ε. Π., το γένος Χ. Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Ι. Γ. του Χ., κατοίκων ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφύλακτο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20904/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2723/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αναιρεσείοντες, με την από 30-6-2019 αίτησή τους, ζήτησαν την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως και επιπλέον, η υπό στοιχείο 2 αναιρεσείουσα, με την από 17-7-2009 αίτησή της, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε στη δικάσιμο 3-11-2010 λόγω των Περιφερειακών και Δημοτικών Εκλογών στις 7-11-2010 και ήδη αυτή επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 7-6-2022 κλήση της υπό στοιχείο 2 αναιρεσείουσας, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της υπό στοιχείο 2 αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο 3 αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιφιγένεια Ματσούκα ανέγνωσε την από 28-9-2023 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καλαμαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως επαναφοράς και της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ.

γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τη δεύτερη αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ... και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Μ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 07-06-2022 κλήσης με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η ένδικη από 30-06-2009 αναίρεση και η από 17-07-2009 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 18-10-2023, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες καλούμενες να παραστούν κατά τη συζήτηση, στις 18-10-2023, κατά την οποία όμως η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε (οίκοθεν λόγω διενέργειας εκλογών), για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (19-03-2015).

Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' Κ ΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ.) αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την πιο πάνω αρχική δικάσιμο δεν χρειάζεται νέα κλήση τους.

Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών. Με την κρινόμενη από 30-6-2009 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2723/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 4-7-2007 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 20904/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί η από 17-6-1996 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του Χ. Γ., μετά το θάνατο του οποίου συνέχισαν τη δίκη οι νόμιμοι κληρονόμοι του, ήδη αναιρεσίβλητοι. Επίσης, με την κρινόμενη από 17-7-2009 αίτηση της δεύτερης των αναιρεσειόντων, Σ. Φ., ζητείται η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η από 30-6-2009 αίτηση αναίρεσης.

Η αναίρεση καθ' ο μέρος φέρεται ασκηθείσα από τον πρώτο αναιρεσείοντα είναι απαράδεκτη διότι όπως προκύπτει από το επικαλουμένο και προσκομιζομένο από τη δεύτερη αναιρεσείουσα αντίγραφο της υπ' αριθμ. .../2003 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Σοχού Λαγκαδά νομού Θεσσαλονίκης, ο πρώτος αναιρεσείων απεβίωσε στις 29-04-2003, ήτοι πριν από την άσκηση της αναίρεσης (02-07-2009).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ. 1, 152 παρ. 1, 153, 154, 155 παρ. 1, 156 και 158 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο διάδικος που δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί, αν η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έτσι ώστε με απόφαση του δικαστηρίου να προσδοθεί στην εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης η έννομη ενέργεια που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 του ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο αντικειμενικά καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης δικονομικής προθεσμίας, στηριζόμενος στην αρχή της επιείκειας, αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει δε τη δυνατότητα της άρσης με δικαστική απόφαση νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή της ανώτερης βίας ή του δόλου του αντιδίκου του.

Η αίτηση επαναφοράς απευθύνεται στο κατά το άρθρο 154 του ΚΠολΔ αρμόδιο δικαστήριο και υποβάλλεται είτε με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης είτε με αυτοτελές δικόγραφο είτε με τις προτάσεις μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 153 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου.

Σε κάθε περίπτωση όμως, για την ολοκλήρωση της άσκησης του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δεν αρκεί μόνον η εντός των τριάντα αυτών ημερών κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου αλλά απαιτείται και η επίδοση του δικογράφου στον αντίδικο του αιτούντος μέσα στην ίδια προθεσμία (άρθρα 155 παρ. 1, 215 παρ. 1, 217 του ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, για την εμπρόθεσμη και συνεπώς παραδεκτή άσκηση της αίτησης επαναφοράς, η οποία ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο και αφορά αναίρεση που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να αποδεικνύεται εκ μέρους του αιτούντος την επαναφορά η αναγκαία επίδοση του δικογράφου της αίτησης μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου ή της γνώσης του δόλου, ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς εντός της παραπάνω προθεσμίας, η οποία (άσκηση) δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αίτησης στο πρόσωπο κατά του οποίου αυτή απευθύνεται (ΑΠ 367/2022, ΑΠ 730/2021, ΑΠ 879/2021, ΑΠ 79/2019).

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 158 του ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αυτής αν για οποιοδήποτε λόγο (ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος) απωλέστηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 του ίδιου Κώδικα προθεσμία των 30 ημερών για την άσκησή της. Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι: α) στο πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1, άρθρο πρώτο, παρ. 2 του Ν. 4335/2015, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ δικαστικός πληρεξούσιος είναι αντίκλητος μόνο για την παραλαβή των δικαστικών εγγράφων της δίκης, στην οποία ήταν πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης όμως και της επίδοσης της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε στη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 1169/2014, ΑΠ 2178/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 17-7-2009 αυτοτελή αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η δεύτερη αναιρεσείουσα, Σ. Φ. εκθέτει ότι επί της από 17-06-1996 αγωγής της εκδόθηκε η 20904/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή της και ότι μετά από έφεσή της εκδόθηκε η 2723/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Ότι κατά της τελευταίας αυτής τελεσίδικης απόφασης άσκησε την από 30-6-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 213/2-7-2009 αίτηση αναίρεσης. Ότι μετά την άσκηση της αναίρεσης πληροφορήθηκε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε ήδη επιδοθεί στις 18-05-2009 στον πρώην πληρεξούσιό της δικηγόρο Θεσσαλονίκης Νικόλαο Χαλβατσάκη, από τον οποίο είχε παραλάβει το φάκελο της υπόθεσης από τον Απρίλιο του 2009 και δεν την εκπροσωπούσε πλέον και ο οποίος την παρέλαβε, αν και δεν είχε την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ.

Ότι ο εν λόγω δικηγόρος δεν την ενημέρωσε για την επίδοση αυτή προκειμένου να ασκήσει εμπρόθεσμα την αναίρεση, αλλά αντ' αυτού, την απόφαση που του επιδόθηκε κατά τα ανωτέρω, την απέστειλε ταχυδρομικά στην ίδια στις 02-06-2009 με απλή ταχυδρομική επιστολή. Ότι την περίοδο εκείνη βρισκόταν, λόγω των εκλογών, εκτός Θεσσαλονίκης και ότι παρέλαβε το φάκελο στις 17-06-2009, όταν επέστρεψε στην οικία της, οπότε διαπίστωσε ότι εντός του φακέλου βρισκόταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να αντιληφθεί, λόγω έλλειψης νομικών γνώσεων, ότι επρόκειτο περί επιδοθέντος αντιγράφου της ως άνω απόφασης.

Ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της στην Αθήνα, η οποία συνέταξε και υπέγραψε την αναίρεση, την άσκησε με τη βεβαιότητα ότι την ασκεί προ πάσης νομίμου επιδόσεως, καθώς η ίδια (η αιτούσα) την είχε διαβεβαιώσει ότι δεν είχε προσέλθει στην οικία της δικαστικός επιμελητής προκειμένου να της επιδώσει την απόφαση του Εφετείου.

Ότι αφού απέστειλε στη δικηγόρο της, μετά την άσκηση της αναίρεσης, το φάκελο της υπόθεσης, που της είχε αποστείλει ο πρώην πληρεξούσιος δικηγόρος της, η δικηγόρος της διαπίστωσε ότι η απόφαση είχε ήδη επιδοθεί σε αυτόν. Ότι, όμως, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, που συνιστούν λόγο ανώτερης βίας, απώλεσε την προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση της αναίρεσης και ότι σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω αναφερόμενη επίδοση είναι άκυρη, δεδομένου ότι έγινε σε πρόσωπο που δεν είχε την απαιτούμενη από το νόμο πληρεξουσιότητα να παραλάβει δικόγραφα για λογαριασμό της, διότι δεν την εκπροσωπούσε πλέον στην υπόθεση αυτή.

Με αυτά τα δεδομένα ζητεί με την αίτησή της να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και συγκεκριμένα να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η από 30-06-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 213/2-7-2009 αναίρεσή της.

Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η από 30-06-2009 αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης την 02-07-2009, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών (άρθρ. 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφαση του Εφετείου στον πρώην πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Νικόλαο Χαλβατσάκη στις 18-05-2009, όπως δέχεται η αιτούσα ότι έλαβε χώρα η επίδοση αυτή και η οποία επίδοση ήταν έγκυρη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προεισαγωγικό μέρος της αναιρεσιβαλλόμενης 2723/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η αιτούσα-αναιρεσείουσα παραστάθηκε στο εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά του ανωτέρω πληρεξουσίου της δικηγόρου Νικολάου Χαλβατζάκη. Επομένως, και σύμφωνα με το δεύτερο μέρος της ανωτέρω νομικής σκέψης και την εκεί αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε τότε, ο ανωτέρω δικαστικός πληρεξούσιος της αιτούσας ήταν αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αφορούσαν τη δίκη εκείνη, στην οποία ήταν πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και η επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Εφετείου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 153 ΚΠολΔ, η αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία. Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα δεν αναφέρει την ημέρα αυτή, ώστε να αρχίσει να τρέχει η ανωτέρω προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της αίτησης επαναφοράς.

Σημειωτέον ότι η αιτούσα ισχυρίζεται ουσιαστικά με την αίτησή της ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε την από 30-06-2009 αίτηση αναίρεσης χωρίς να έχει στα χέρια της την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, την οποία έλαβε τελικά μετά την άσκηση της αναίρεσης. Ανεξάρτητα, ωστόσο, της αοριστίας αυτής της αίτησης, έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ημέρα αυτή είναι η 17-06-2009, οπότε, κατά την αίτηση, η αιτούσα παρέλαβε το φάκελο με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση επαναφοράς κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17-07-2009, όπως προκύπτει από τη σχετική 16/17-07-2009 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή εντός της ανωτέρω προθεσμίας των 30 ημερών.

Πλην όμως, δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα με την προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επίδοσης ότι η αίτηση αυτή επιδόθηκε στους καθ'ών η αίτηση-αναιρεσίβλητους και μάλιστα εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας των τριάντα ημερών, όπως απαιτείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πρώτο μέρος της ανωτέρω νομικής σκέψης για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης.

Κατά συνέπεια, και εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η από 17-07-2009 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ασκήθηκε εμπρόθεσμα, η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί και η από 30-6-2009 αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, λόγω τους εκπρόθεσμης άσκησής της και να καταδικαστεί η δεύτερη αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος και μόνο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: α) την από 17-07-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας Σ. Φ. για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και β) την από 30-06-2009 αίτηση για αναίρεση της 2723/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ