Legislator Case Law & Legislation
1087/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation grounds, rejecting argument that lower court ignored evidence.

Case Number 1087/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by five individuals against a regional court's decision. The appellants argued the lower court failed to consider specific evidence, but the court found they merely disagreed with the evidence's weight rather than claiming it was ignored. Consequently, the court ruled that the lower court properly evaluated all evidence and the appeals were inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lower court's failure to consider evidence is inadmissible if the appellant actually contests the court's evaluation of that evidence rather than its consideration.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Evidence Evaluation Inadmissible Appeal Appellate Review Burden of Proof Supreme Court Dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 1637/2018 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1087 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1087/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Κ., 2) Κ. Σ. του Ι., 3) Ά. - Μ. Σ. του Ι., 4) Γ. Σ. του Ι. και 5) Δ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Λευκαρίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Κ., 2) Κ. Σ. του Ι., 3) Ά. - Μ. Σ. του Ι., 4) Γ. Σ. του Ι., 5) Δ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 6) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και ήδη "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2014 αγωγή των Ι. Σ. του Κ., Κ. Σ. του Ι., Ά. - Μ. Σ. του Ι., Γ. Σ. του Ι. και Δ. Σ. του Ι., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 12-11-2014 αγωγή του Δ. Α. του Α., καθώς και με την από 16-1-2015 αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2631/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 742/2017 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσίβλητοι - υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 17-7-2017 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1637/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 282/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 1-2-2022 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 3-2-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη των αιτήσεων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 334/2024, Α.Π. 55/2023, Α.Π. 1582/2022, Α.Π. 1083/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι υπό κρίσιν: Α) από 1-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 430/50/10-2-2022) και Β) από 3-2-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 338/21/4-2-2021) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 282/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 έως 620 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 11-2-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά της ιδίας αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 282/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ασκήθηκαν τρεις αγωγές, ήτοι: 1) η από 30-7-2014 αγωγή των Ι.

Κ.. Σ. κ.λπ., ήδη αναιρεσειόντων στην από 1-2-2022 αίτηση αναιρέσεως και πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων στην από 3-2-2021 αίτηση αναιρέσεως, κατά των: α) Δ. Α.. Α. και β) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", ήδη αναιρεσιβλήτων στην από 1-2-2022 αίτηση αναιρέσεως και αναιρεσειόντων στην από 3-2-2021 αίτηση αναιρέσεως, 2) η από 12-11-2014 αγωγή του Δ.

Α.. Α. κατά των: α) Ι. Κ.. Σ. και β) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", ήδη έκτης αναιρεσίβλητης στην από 3-2-2021 αίτηση αναιρέσεως και 3) η από 16-1-2015 αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ" (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) κατά των: α) Δ. Α.. Α. και β) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α." (με αύξοντες αριθμούς καταθέσεως 18.873/9-9-2014, 363/8-1-2015 και 1468/19-1-2015, αντιστοίχως).

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2631/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, αφενός μεν, απορρίφθηκαν οι δεύτερη και τρίτη πιο πάνω αγωγές, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και απαράδεκτη εξαιτίας αοριστίας, αντιστοίχως, αφετέρου δε, έγινε, κατά ένα μέρος, δεκτή η πρώτη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες - πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι στην από 3-2-2021 αίτηση αναιρέσεως ζήτησαν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αποζημίωση για την θετική ζημία - στέρηση παροχής υπηρεσιών (ο πρώτος μόνο ενάγων - αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος) και χρηματική ικανοποίηση (όλοι) για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από τον θάνατο της συγγενούς τους Μ.

Κ. (συζύγου του πρώτου και μητέρας των λοιπών) που επήλθε κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου Δ. Α. (πρώτου εναγομένου στην αγωγή αυτή, ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου), ασφαλισμένου για ζημίες τρίτων στην δεύτερη εναγομένη της ίδιας αγωγής - δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", του οποίου το αυτοκίνητο συγκρούσθηκε με το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε η εν λόγω συγγενής των αναιρεσειόντων στην από 1-2-2022 αίτηση αναιρέσεως και πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων στην από 3-2-2021 αίτηση αναιρέσεως, Μ. Κ.. Συγκεκριμένα, το παραπάνω Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες, για τις αιτίες αυτές: α) στον πρώτο ενάγοντα 48.000 ευρώ, σε 120 μηνιαίες δόσεις των 400 ευρώ η καθεμία, από την άσκηση της αγωγής (27-9-2014) έως 26-9-2024, ως αποζημίωση, για την στέρηση παροχής υπηρεσιών από την θανούσα σύζυγό του και β) στον πρώτο των εναγόντων 60.000 ευρώ και σε καθέναν από τους λοιπούς από 45.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν τρεις εφέσεις, ήτοι: 1) η από 18-7-2016 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων στην από 3-2-2021 αίτηση αναιρέσεως (με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 1563/18-7-2016), 2) η από 20-7-2016 (με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 1660/22-7-2016) έφεση των ήδη αναιρεσειόντων στην από 1-2-2022 αίτηση αναιρέσεως και 3) η με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 2675/24-11-2016 έφεση του "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", οι οποίες, αφού συνεκδικάσθηκαν, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 742/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Ειδικότερα, το ως άνω Εφετείο δέχθηκε με την ανωτέρω απόφασή του ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, άρα και του θανάσιμου τραυματισμού της οδηγού Μ. Κ. που συνέβη σε αυτό, είναι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου Δ. Α.. Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 742/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ...

οι εκκαλούντες και εφεσίβλητοι Δ. Α. και η ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", άσκησαν την από 17-7-2017 αίτηση αναιρέσεως. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1637/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 742/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...

και, ακολούθως, παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο ..., στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, μετά την εισαγωγή με κλήση της υποθέσεως ενώπιόν του και δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 282/2020, απόφασή του, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, δεχόμενο ότι συνυπαίτιοι για την σύγκρουση είναι και οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 2631/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες τις δύο πρώτες αγωγές και, όσον αφορά την πρώτη αυτών, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι με αυτήν υποχρεούνται να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 25.945 ευρώ και σε καθένα από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 20.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ όσον αφορά την δεύτερη αγωγή, υποχρέωσε τους εναγομένους με αυτήν, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα Δ.

Α. το συνολικό ποσό των 7.794,81 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που αφορά όλους τους λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυασθεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους Αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψιν του ο ουσιαστικός Δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και, ακόμη, να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο Δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν από το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του Δικαστή, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στην δημόσια τάξη, είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο Δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 1430/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 460 του Κ.Πολ.Δ., κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 463 του ιδίου Κώδικα, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσεώς του στον Κ.Πολ.Δ., παρά την γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας.

Επομένως, ο περιορισμός που τάσσει, δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κηρύξεως εγγράφου ως πλαστού. Για τον λόγο αυτόν η προβλεπόμενη, από την διάταξη αυτή, υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο, όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένστασιν ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι, ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (Ολ.

Α.Π. 23/1999). Έτσι, η διάταξη του άνω άρθρου 463 του Κ.Πολ.Δ. απαιτεί την ταυτόχρονη με την προβολή του ισχυρισμού για πλαστότητα του εγγράφου προσκομιδή των αποδεικτικών εγγράφων και την αναφορά ονομαστικώς των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, τόσο στην περίπτωση που κατονομάζεται ο πλαστογράφος όσο και στην περίπτωση που αυτός δεν κατονομάζεται, καθόσον η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 463 του Κ.Πολ.Δ.

είναι γενική, ενώ στο άρθρο 464 του Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο αν έγγραφο προσβάλλεται ως πλαστό, χωρίς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο διατάσσει αποδείξεις, μόνο αν εκείνος, που προσκόμισε το έγγραφο, επιμένει να το χρησιμοποιήσει και το έγγραφο είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου ουσιώδες για τη διάγνωση της υποθέσεως, δεν προβλέπεται διάφορη ρύθμιση.

Σε αντίθεση, δηλαδή, προς την ένσταση πλαστότητας, όπου κατονομάζεται ο πλαστογράφος, η οποία προτείνεται προνομιακώς σε κάθε στάση της δίκης δι' αγωγής, ανακοπής ή ενστάσεως, εάν η πλαστότητα δεν αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, τότε πρέπει να προταθεί μόνον κατά την συζήτηση, κατά την οποία προσκομίζεται το έγγραφο (άρθρ. 464 του Κ.Πολ.Δ.) και όχι σε μεταγενέστερη συζήτηση, εκτός εάν κατονομασθεί πλαστογράφος, οπότε η ένσταση αναλαμβάνει τον προνομιακό της χαρακτήρα ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ.

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο, του οποίου προβάλλεται πλαστότητα του περιεχομένου του, διατάσσει αποδείξεις επί της πλαστότητας, μόνον αν η εν λόγω ένσταση προτάθηκε παραδεκτώς, ήτοι κατά την συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο για πρώτη φορά προσκομίσθηκε (Α.Π. 401/2019, Α.Π. 714/2014, Α.Π. 1756/2012, Α.Π. 31/2006).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι, οι οποίοι συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 34/2023). Τέλος, κατά τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο λάβει υπ' όψιν αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ.

αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπ' όψιν και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 993/2022, Α.Π. 1304/2013).

Με τον πρώτο λόγο της από 1-2-2022 αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' και 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί πλαστότητας της υπ' αριθμ. πρωτ. 2514/9/101/18-11-2013 Εκθέσεως Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος της Τροχαίας Χαλκηδόνας και του συνοδεύοντος αυτήν ταυτάριθμου πρόχειρου σκαριφήματος του τόπου του ατυχήματος, ως προς το σημείο της συγκρούσεως των δύο οχημάτων και ότι αυτό (Εφετείο) έλαβε υπ' όψιν τα εν λόγω έγγραφα, χωρίς προηγουμένως να διερευνήσει τον προαναφερθέντα ισχυρισμό τους περί πλαστότητάς τους, με αποτέλεσμα να λάβει υπ' όψιν και να εκτιμήσει αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από τον νόμο.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες στην από 1-2-2022 αίτηση αναιρέσεως, κατά την εκδίκαση της από 30-7-2014 αγωγής τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., στις 8-12-2015, καθώς και με τις, από 4-12-2015, έγγραφες προτάσεις τους, δεν προέβαλαν την ένσταση περί πλαστότητας των ανωτέρω εγγράφων, παρά μόνον αμφισβήτησαν γενικώς ως εσφαλμένο το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας ως προς το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων, ενώ τον σχετικό ισχυρισμό τους προέβαλαν το πρώτον ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ...

με τις από 7-11-2019 έγγραφες προτάσεις τους επί της από 20-7-2016 εφέσεώς τους. Ως εκ τούτου, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο Δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο νομίμως έλαβε υπ' όψιν τα ανωτέρω έγγραφα, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.

Σε κάθε περίπτωση, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση των ανωτέρω πλημμελειών, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1673/2022). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί εμμέσως η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 415/2021, Α.Π. 161/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 690/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 40/2020). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.

στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020). Εξάλλου, σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 περ.

α' του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση, ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής (Α.Π. 1074/2007), ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Ακόμη, κατά το άρθρο 16 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ. "Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία...", ενώ, τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1.

Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 282/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο ... δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 18-11-2013 και περί ώρα 10.40 η Μ.

Κ. οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του συζύγου της Ι. Σ., το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΡΑ", εκινείτο με ταχύτητα περίπου 60 χλμ/ω (βλ. 2825/2015 ένορκη βεβαίωση και κατάθεση μάρτυρος Β.

Λ.) επί της παλαιάς εθνικής οδού ... - Κιλκίς με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη και βρισκόταν πλησίον του 11,5 χιλ. αυτής. Η προαναφερθείσα οδός, πλάτους 8 μέτρων, είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, οι δε λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή. Στο ανωτέρω σημείο η οδός παρουσιάζει δεξιά καμπύλη εν σχέσει με την πορεία των οχημάτων που κινούνται προς Θεσσαλονίκη και αντίστοιχη αριστερή καμπύλη εν σχέσει με την πορεία των οχημάτων που κινούνται προς Κιλκίς.

Στο ρεύμα πορείας προς Κιλκίς, επίσης, υφίσταται ήπια καθίζηση του οδοστρώματος, σε απόσταση περίπου 19 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου με το εξ αντιθέτου κινούμενο με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Δ. Α., περί της οποίας (συγκρούσεως) θα γίνει λόγος κατωτέρω.

Κατά τον ανωτέρω χρόνο η άσφαλτος ήταν ξηρή, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς Κιλκίς και σε απόσταση περίπου 150 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως των ανωτέρω οχημάτων υπάρχει και κάθετη σήμανση και ειδικότερα οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-2α [επικίνδυνες δύο αντίρροπες ή διαδοχικές (συνεχείς) στροφές, η πρώτη αριστερά] και Κ-5 (επικίνδυνη στένωση του οδοστρώματος και στις δύο πλευρές).

Με βάση δε, την σχετική ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 η μέγιστη ταχύτητα των οχημάτων περιορίζεται στα 60 χλμ/ω. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο Δ. Α. οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, έμφορτο με φιάλες αερίων, το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ", εκινείτο με ταχύτητα 58 χλμ/ω (βλ.

δίσκο καταγραφής ταχύτητας) επί προαναφερθείσας παλαιάς εθνικής οδού με κατεύθυνση προς το Κιλκίς πλησίαζε και αυτός το ανωτέρω χιλιομετρικό σημείο. Καθ' ον χρόνο το ως άνω επιβατικό αυτοκίνητο εισερχόταν στην δεξιά καμπύλη της οδού, η οδηγός αυτού (Μ. Κ.) συνομιλούσε με την συνεπιβαίνουσα σ' αυτό αδελφή της, Α.

Κ. για κάποια παρακείμενη ταβέρνα που "έχει έναν που τραγουδάει και παίζει ποντιακή λύρα". Η εν λόγω οδηγός από έλλειψη προσοχής και επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις, απώλεσε ελαφρώς τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε και εισήλθε κατά ένα περίπου μέτρο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εξ αντιθέτου κινούμενο με στοιχεία κυκλοφορίας ...

ΔΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ. Α.. Το γεγονός της συγκρούσεως των παραπάνω οχημάτων στο ρεύμα πορείας του φορτηγού, που είχε κατεύθυνση προς Κιλκίς αποδεικνύεται από τα αντικειμενικά ευρήματα των οργάνων του Τμήματος τροχαίας Χαλκηδόνας, που διενήργησαν αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος, όπως αυτά καταγράφονται στην σχετική έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχετικό πρόχειρο σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει.

Ειδικότερα στον τόπο του ατυχήματος βρέθηκαν ίχνη σύρσεως του ελαστικού του αριστερού εμπρόσθιου τροχού του επιβατικού αυτοκινήτου (...), μήκους 8 μέτρων σε απόσταση 0,8 μέτρων από την διαχωριστική γραμμή, τα οποία ξεκινούν από το ρεύμα κυκλοφορίας προς Κιλκίς και καταλήγουν στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη, καθώς και ίχνη σύρσεως του ελαστικού του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του φορτηγού αυτοκινήτου (...) στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κιλκίς σε απόσταση 1,1 μέτρων από την διαχωριστική γραμμή.

Επίσης βρέθηκε χαραγή μήκους 11 μέτρων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κιλκίς, προερχόμενη από την σύρση της μεταλλικής στεφάνης (ζάντας) του αριστερού εμπρόσθιου τροχού του φορτηγού αυτοκινήτου, καθώς και ξέσμα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κιλκίς. Η παραπάνω κρίση - περί του σημείου στο οποίο έλαβε χώραν παραπάνω σύγκρουση των οχημάτων - ενισχύεται από την από 22-11-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το Τμήμα Τροχαίας Χαλκηδόνας πραγματογνώμονος Ι.

Π., ο οποίος διενήργησε εξέταση του με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και εκτιμά ότι ".... ενώ το εν λόγω ΙΧΕ αυτοκίνητο ήταν στο ρεύμα κατεύθυνσης προς Θεσσαλονίκη για άγνωστο λόγο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.... το σημείο της σύγκρουσης ήταν στο μισό περίπου μέτρο απόσταση από την διπλή διαχωριστική γραμμή εντός του αντιθέτου ρεύματος της οδού...", από την από 30-12-2013 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Μ.

Δ., ο οποίος, μεταξύ άλλων, καταθέτει ότι "....δεν είδα σε ποιο ρεύμα κυκλοφορίας έγινε η σύγκρουση αλλά πιστεύω ότι έγινε στο ρεύμα που κινούνταν το φορτηγό επειδή μετά το ατύχημα είδα ότι έσκασε το λάστιχο του φορτηγού και το σημάδι που είχε αφήσει στην άσφαλτο το ελαστικό του ήταν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κιλκίς..." και από την από 7-2-2014 προανακριτική απολογία του Δ.

Α., ο οποίος, απολογούμενος, μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι "στο 11,5 χλμ. περίπου της ανωτέρω οδού είδα ένα όχημα που κινιόταν προς Θεσσαλονίκη και έβγαινε από στροφή, να βρίσκεται στο δικό μου ρεύμα κυκλοφορίας". Η υφισταμένη, σε απόσταση 19 μέτρων περίπου από το παραπάνω σημείο της συγκρούσεως των οχημάτων, ήπια καθίζηση του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Κιλκίς, διαμέτρου περίπου 1,60 μέτρων, που αρχίζει από τον άξονα της οδού και εκτείνεται δεξιά στο ρεύμα πορεία προς Κιλκίς όπως προκύπτει από την επισκόπηση της σχετικής με αριθμό 8 φωτογραφίας, που επισυνάπτεται στην έκθεση αυτοψίας, είναι ανεπαίσθητη, δεν παρουσιάζει αισθητή υψομετρική διαφορά από το υπόλοιπο οδόστρωμα, ενώ δεν υπάρχει κάποιο σχίσιμο στην άσφαλτο που να αποτελεί κίνδυνο για τα ελαστικά των διερχομένων αυτοκινήτων, ώστε να δικαιολογείται η αποφυγή της από τους οδηγούς αυτών.

Εν προκειμένω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν υποδεικνύεται ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου προκειμένου να παρακάμψει την ως άνω ήπια καθίζηση "καβάλησε την λακούβα" και εισήλθε εν μέρει με τους αριστερούς τροχούς στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπως αβασίμως οι εκκαλούντες - ενάγοντες της υπ' αριθμ. 18873/204 αγωγής διατείνονται, η δε αντίθετη εκτίμηση του εξετασθέντος μάρτυρος Β.

Λ., τεχνικού συμβούλου των ανωτέρω, που συνέταξε και σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατόπιν εντολής των ως άνω εκκαλούντων - εναγόντων, δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ο ειδικότερος ισχυρισμός των εκκαλούντων - εναγόντων της υπ' αριθμ. 18873/2014 αγωγής ότι το σημείο συγκρούσεως των παραπάνω οχημάτων ήταν στο ρεύμα πορείας του επιβατικού αυτοκινήτου ελέγχεται ως αβάσιμος.

Ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό, όπως αβασίμως οι ανωτέρω διατείνονται, ότι η απόσταση που διήνυσε ο αριστερός τροχός του φορτηγού αυτοκινήτου μέχρι να πέσει το λάστιχο χωρίς αέρα επί της ασφάλτου και να αφήσει το αποτύπωμα στο οδόστρωμα ανέρχεται σε 4,2 μέτρα (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης Β. Λ. σελ. 7-8, πρβλ.

και έκθεση πραγματογνωμοσύνης Α. Λ., που προσδιορίζει την διανυθείσα ως άνω απόσταση στα 6,34 μέτρα), ενόψει του ότι τα ίχνη που άφησε το φορτηγό ξεκινώντας από το ίχνος ελαστικού, το οποίο σύμφωνα με την μέτρηση της τροχαίας απέχει 1,1 μέτρα από τον άξονα του οδοστρώματος, βρίσκονται απολύτως μέσα στο ρεύμα πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου και είναι ευθύγραμμα και παράλληλα προς τον άξονα της οδού, η ως άνω απόσταση σε κάθε περίπτωση,αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο χρόνος απώλειας του αέρα ανέρχεται σε 0,3-0,4 sec, διανύθηκε στο ρεύμα πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου.

Συνεπεία της ως άνω συγκρούσεως η Μ. Κ. υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (συντριπτικά κατάγματα μετωπιαίου οστού, κρανιακών βόθρων και ινιακού οστού και διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία), συνεπεία της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της, τα δε συγκρουσθέντα ως άνω οχήματα υπέστησαν διάφορες υλικές ζημίες.

Κυρίως υπαίτια της ως άνω συγκρούσεως και των εντεύθεν συνεπειών, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω, είναι η θανούσα Μ. Κ.. Η υπαιτιότητά της συνίσταται στο ότι αυτή, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του ν. 2696/1999 (άρθρα 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1-3 και 20), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και κατά τρόπο που να μην εκθέτει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να υπερβεί την διπλή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τις λωρίδες των αντιθέτων κατευθύνσεων, να εισέλθει εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το εξ αντιθέτου κινούμενο ΔΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ.

Α.. Αν η ανωτέρω επεδείκνυε την προσοχή και επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις, όπως θα έπραττε κάθε μετρίως συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες, θα είχε μειώσει την ταχύτητα του οχήματος της, ενόψει της δεξιάς εν σχέσει με την πορεία του αυτοκινήτου της, καμπής της οδού επί της οποίας εκινείτο και θα ασκούσε πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν θα κατελάμβανε μέρος του οδοστρώματος του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας (προς Κιλκίς).

Αλλά και ο Δ. Α. δεν είναι άμοιρος κάποιας ευθύνης στην πρόκληση της ως άνω συγκρούσεως και των εντεύθεν συνεπειών. Η (συν)υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι αυτός κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του ν. 2696/1999 (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1-3) από έλλειψη προσοχής και επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις, μολονότι αντελήφθη το εξ αντιθέτου κινούμενο επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο είχε καταλάβει μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας προς Κιλκίς, από απόσταση περίπου 50 μέτρων (βλ.

προανακριτική του απολογία), δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του, όπως θα έπραττε κάθε μετρίως συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες, αλλά επιχείρησε ανεπιτυχή αποτρεπτικό ελιγμό προς τα δεξιά (βλ. προανακριτική απολογία Δ.. Α. "...εγώ αντέδρασα αμέσως πατώντας φρένο και κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά..." και από 21-11-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο πραγματογνώμων Ι.

Π. στο με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ο οποίος, σύμφωνα με τα στοιχεία (γδαρσίματα και ίχνη ελαστικού στην άσφαλτο),εκτιμά ότι "ο οδηγός του έκανε κάποιον αποτρεπτικό ελιγμό αποφυγής της σύγκρουσης". Αν ο ανωτέρω οδηγός το φορτηγού αυτοκινήτου οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και είχε μειώσει την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε όταν αντελήφθη το εξ αντιθέτου, αντικανονικώς κατά τα προεκτεθέντα, κινούμενο επιβατικό αυτοκίνητο, ενδεχομένως να μην αποσοβούσε την σύγκρουση των ως άνω οχημάτων, ενόψει του απαιτουμένου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, χρόνου αντιδράσεώς του και της ταχύτητας με την οποία εκινείτο το εξ αντιθέτου κινούμενο αυτοκίνητο, αλλά όμως, πιθανότατα, θα μετρίαζε τις συνέπειες της συγκρούσεως ...

Βάσει των προεκτεθέντων το ποσοστό ευθύνης της θανούσας Μ. Κ. ανέρχεται σε ποσοστό 70%, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό (30%) η ευθύνη βαρύνει τον Δ. Α.. Επισημαίνεται ότι με την υπ' αριθμ. 68/2014 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... απερρίφθησαν ως αβάσιμες στην ουσία και τέθηκαν στο αρχείο, κατ' άρθρο 47 ΚΠΔ, οι από 13-1-2014 και 12-1-2014 εγκλήσεις των Ι.

Σ. και Κ. Σ. εναντίον του Δ. Α. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια αναφορικά με τον θάνατο της Μ. Κ., καθώς και η από 12-1-2014 έγκληση της Α. Κ. κατά του ανωτέρω (Δ.. Α.) για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, με το σκεπτικό ότι "για το ανωτέρω ατύχημα κυριάρχησε αποκλειστικά η συμπεριφορά της Μ. Κ.

να εισέλθει με το όχημά της στο αντίθετο ρεύμα πορείας..."". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε συνυπαίτιους για την σύγκρουση και τους δύο οδηγούς. Ακολούθως, το Εφετείο ερεύνησε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και αφού δέχθηκε αυτές ως εν μέρει βάσιμες κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 1563/2016, απόφαση και αφού κράτησε και ερεύνησε κατ' ουσίαν τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., καθώς και αυτές των άρθρων 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε ως προς την συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων για την πρόκληση της συγκρούσεως.

Ειδικότερα, έκρινε ότι η σύγκρουση οφείλεται στο γεγονός ότι, αφενός μεν, η Μ. Κ., από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε να επιδείξει ως μέση και συνετή οδηγός, κατά την είσοδό της σε δεξιά για την πορεία της στροφή, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση του αυτοκινήτου της, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο αυτού, να εισέλθει κατά ένα μέτρο περίπου στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να συγκρουσθεί με το αντιθέτως κινούμενο Δ.Χ.Φ.

αυτοκίνητο, αφετέρου δε, όσον αφορά τον Δ. Α., οδηγό του τελευταίου οχήματος, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του, με αποτέλεσμα, αν και διαπίστωσε σε απόσταση 50 μέτρων μπροστά του το αντιθέτως κινούμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο να έχει εισέλθει μερικώς στο ρεύμα πορείας του, λόγω της αμελούς συμπεριφοράς του, δεν κατέστη δυνατόν να ασκήσει έγκαιρη πέδηση και επιτυχή προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό.

Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της από 1-2-2022 αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της από 3-2-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ.

α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, της από 3-2-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, αναφορικώς με την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του Δ.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, αναιρεσείοντα, Δ. Α., παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως αφού τα αναφερόμενα ως άνω δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι δε επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.

καθώς και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξαν οι οδηγοί των δύο αυτοκινήτων στην πρόκληση της συγκρούσεως και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτών και, κατ' επέκτασιν, στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξαν οι ανωτέρω οδηγοί των αυτοκινήτων, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις από αυτούς των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι, η μεν οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, αν και εισέρχονταν σε δεξιά για την πορεία της στροφή, συνομιλώντας με την συνοδηγό αδελφή της, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση του αυτοκινήτου της, ούτε έλαβε υπ' όψιν της τις συνθήκες επί της οδού, αλλά από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε να επιδείξει ως μέση και συνετή οδηγός, κατά την είσοδό της στην δεξιά για την πορεία της στροφή απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και με το αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της εισήλθε, κατά ένα μέτρο περίπου, στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αντιθέτως κινούμενο Δ.Χ.Φ.

αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Δ. Α., ο δε τελευταίος, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, αν και διαπίστωσε την είσοδο στην πορεία του του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου σε απόσταση 50 μέτρων περίπου, από έλλειψη της προσοχής του, δεν ήταν σε θέση να πεδήσει εγκαίρως το αυτοκίνητό του και να ασκήσει επιτυχή ελιγμό προς τα δεξιά.

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι δεν διευκρινίζεται και δεν εξηγείται με σαφήνεια και πληρότητα, ποια ακριβώς ήταν η αιτία, συνεπεία της οποίας η Μ.

Κ. απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, εάν η ταβέρνα ήταν κοντά στο οδόστρωμα και αμέσως ορατή ή εάν ήταν μακριά από αυτό, η απόσταση της ταβέρνας αυτής από την είσοδο της δεξιάς καμπύλης, όπου η τελευταία απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της καθώς και η απόσταση της ταβέρνας από το σημείο συγκρούσεως, το ακριβές σημείο της συγκρούσεως σε σχέση με τα ίχνη σύρσεως του ελαστικού του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του φορτηγού αυτοκινήτου και σε πόση απόσταση βρίσκεται αυτό από την διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων πορείας, αν τελικώς η προσβαλλόμενη δέχεται ότι το σημείο συγκρούσεως βρίσκεται πράγματι στην θέση "ΠΣ" όπως αυτό καταγράφεται στο συνταχθέν σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Χαλκηδόνας, αναφορικώς με "τα ευθύγραμμα και παράλληλα προς τον άξονα της οδού ίχνη του ΔΧΦ αυτοκινήτου", δεν διευκρινίζει σε ποια ακριβώς ίχνη αναφέρεται ούτε ποιο ήταν το μήκος τους και που βρισκόταν η κατάληξή τους κατά το σημείο της τελικής τους θέσης, αν αφορά στα όλως εντοπισμένα στατικά και απειροελάχιστου μήκους ίχνη σύρσεως του ελαστικού του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του φορτηγού, που δέχτηκε ότι βρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος σε απόσταση 1,1 μέτρων από την διαχωριστική γραμμή και προκλήθηκαν από το σπασμένο ελαστικό του Δ.Χ.Φ.

αυτοκινήτου και την βίαιη πρόσκρουσή του στην άσφαλτο, αν τα εν λόγω ίχνη ταυτίζονταν με την χαραγή του μήκους των 11 μέτρων από τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του φορτηγού, αν βρέθηκαν θραύσματα ή άλλα αντικειμενικά ευρήματα προερχόμενα από το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μόνο στο οδόστρωμα της οδού του ρεύματος πορείας προς Κιλκίς, όπου η προσβαλλόμενη δέχτηκε ότι έγινε η σύγκρουση, ότι ενώ δέχεται ότι η ορατότητα δεν περιορίζονταν και ότι ο οδηγός του φορτηγού αντελήφθη το εξ αντίθετου κινούμενο επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο είχε καταλάβει το μέρος κυκλοφορίας προς Κιλκίς από απόσταση 50 μέτρων, εν τούτοις, δεν διευκρινίζει γιατί από την ίδια ικανή απόσταση των 50 μέτρων η οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου δεν αντελήφθη και αν είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί την αντίθετη κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου, γιατί εν τέλει δέχεται, ότι αυτή η απόσταση των 50 μέτρων δεν ήταν ικανή για την πραγματοποίηση επιτυχούς αποφευκτικού ελιγμού εκ μέρους του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, σε πόση τελικά απόσταση, από την απόσταση των 50 μέτρων, που ο οδηγός του φορτηγού αντελήφθη έγινε το επίδικο ατύχημα, προκειμένου να αποσαφηνισθεί η απόσταση, που διήνυσε με την μέση κανονική ταχύτητα το Δ.Χ.Φ., σε ποιο στάδιο της πορείας του βρίσκονταν το φορτηγό, κατά την στιγμή που ο οδηγός του από την απόσταση 50 μέτρων, αντιλήφθηκε το αντιθέτως κινούμενο Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, το οποίο είχε καταλάβει το μέρος κυκλοφορίας προς Κιλκίς, σε πόση απόσταση από την επί του ρεύματος πορείας του φορτηγού υφιστάμενη αριστερή καμπύλη προσδιορίζεται από αυτήν το σημείο συγκρούσεως, για ποιο λόγο το ορατό πεδίο του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου ήταν 50 μέτρα, εφόσον δέχεται ότι η ορατότητα δεν περιορίζονταν, σε πόση απόσταση από τις δύο επικίνδυνες δύο αντίρροπες ή διαδοχικές στροφές η πρώτη αριστερά που η προσβαλλόμενη δέχτηκε ότι βρίσκονταν στο ρεύμα πορείας προς Κιλκίς του φορτηγού αυτοκινήτου, προσδιορίζεται από αυτήν το σημείο συγκρούσεως, τα ακριβή σημεία της αρχικής επαφής και προσκρούσεως των συγκρουσθέντων οχημάτων, με τα ακριβή σημεία βλάβης καθενός αυτών, εάν τα συγκρουσθέντα οχήματα ακινητοποιήθηκαν αμέσως ή αν διήνυσαν κάποια πορεία, την απόσταση αυτής και ποια ήταν η τελική θέση τους, με σαφή προσδιορισμό της κατευθύνσεως καθενός (κατά την από 1-2-2022 αίτηση αναιρέσεως), αν ο οδηγός του Δ.Χ.Φ.

αυτοκινήτου πέδησε ή όχι το όχημά του, δεν αιτιολογεί πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση και οι εξ αιτίας αυτής συνέπειες αν ο τελευταίος μείωνε την ταχύτητά του, αν προλάβαινε να πράξει τούτο και σε πόσο χρόνο από την εμφάνιση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα και των ενεργειών των δύο οδηγών.

Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από τους αναιρεσείοντες των εκατέρωθεν αιτήσεων αναιρέσεως, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους (αναιρεσειόντων), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων.

Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την σύγκρουση και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο εκινείτο το Δ.Χ.Φ.

αυτοκίνητο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της από 1-2-2022 αιτήσεως αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του μοναδικού αναιρετικού λόγου της από 3-2-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010 Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 1113/2019, Α.Π. 931/2014, Α.Π. 1320/2011).

Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν και αυτές (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 556/2020, Α.Π. 176/2020, Α.Π. 1086/2018).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 390 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, οι από την δεύτερη απ' αυτές προβλεπόμενες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα, που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται απ' αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, εκτιμώμενο ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικώς και κατ' αντιδιαστολήν προς τα λοιπά έγγραφα και τα εν γένει αποδεικτικά μέσα (Ολ.

Α.Π. 111/1981, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 577/2015, Α.Π. 1114/2008, Α.Π. 983/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 739/2022, Α.Π. 489/2020).

Νομικό δε ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση (Α.Π. 489/2020, Α.Π. 1708/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες της από 1-2-2022 αιτήσεως αναιρέσεως με τον τρίτο αναιρετικό λόγο υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11γ' και 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπ' όψιν του τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως και, ειδικότερα, τις φωτογραφίες του σημείου του ατυχήματος, την από 21-10-2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Λ., την από 30-4-2014 Τεχνική έκθεση - Πραγματογνωμοσύνη του Β. Λ., αεροφωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, χάρτη της Google, φωτογραφίες των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων και την υπ' αριθμ. 2825/2015 ένορκη βεβαίωση της Α. Κ. και ότι δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 1637/2018 αναιρετική απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, η υπ' αριθμ. 742/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., επί προηγουμένης αναιρέσεως των αναιρεσιβλήτων, λόγω μη λήψεως υπ' όψιν φωτογραφιών του σημείου της συγκρούσεως.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπ' όψιν από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των προταθέντων υπό των διαδίκων μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., την υπ' αριθμ. 2825/7-12-2015 ένορκη βεβαίωση της Α.

Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., που ελήφθη νομίμως μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων Δ. Α. και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" (βλ. υπ' αριθμ. 6396 Β και 6397 Β/2-12-2015 εκθέσεις επιδόσεως δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Σ. Κ.) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ τvν οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας, οι φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, που προσκομίζονται από τους ενάγοντες της υπ' αριθμ. 118873/2014 αγωγής και οι υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 3α, 4, 4σ, 5, 6, 7 και 8 φωτογραφίες που προσαρτώνται στην από 18-11-2013 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν οι αρμόδιοι αστυνομικοί της τροχαίας Χαλκηδόνας, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, ...

αποδεικνύονται τα ακόλουθα: ...". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψιν όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την ανωτέρω υπ' αριθμ. 2825/2015 ένορκη βεβαίωση της Α. Κ., την οποία ρητώς αναφέρει και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και τις ανωτέρω φωτογραφίες, τις οποίες ρητώς μνημονεύει, σε συνδυασμό και με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, όπου, μάλιστα, κάνει ειδική αναφορά τόσον στην από 21-10-2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α.

Λ., όσον και στην από 30-4-2014 Τεχνική έκθεση - Πραγματογνωμοσύνη του Β. Λ. και το όλο περιεχόμενό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω, από τους αριθμούς 11γ' και 18 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., τρίτος αναιρετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και υπό τα δύο σκέλη του, είναι, κατά το μέρος του αυτό, αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το πρώτος σκέλος του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν διατυπώνουν παράπονο για την μη λήψη υπ' όψιν από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όπως απαιτεί για την θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονούνται, επειδή το Εφετείο, από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό, το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στην πραγματικότητα, ανάγονται σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες, όμως, απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα από τις εκατέρωθεν αιτήσεις, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι εκατέρωθεν αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντιστοίχων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματος των τελευταίων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις: 1) από 1-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 430/50/10-2-2022) και 2) από 3-2-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 338/21/4-2-2021) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 282/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ....

Α)

Απορρίπτει την από 1-2-2022 αίτηση αναιρέσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

Β)

Απορρίπτει την από 3-2-2021 αίτηση αναιρέσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα κάθε ομάδας των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800 €) για τους πρώτο, δεύτερο, τρίτη, τέταρτο και πέμπτη αναιρεσιβλήτους και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700 €) για την έκτη αναιρεσίβλητη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ