Supreme Court dismisses appeal due to lack of valid power of attorney and orders costs against indigent appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first and second-instance judgments. The court found the appellant legally absent because the lawyer who signed the appeal petition lacked valid power of attorney under Article 96 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was declared inadmissible regarding five parties, and the appellant was ordered to pay legal costs for the first, second, third, and sixth appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 96, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition signed by a lawyer without valid power of attorney renders the appellant legally absent, necessitating the dismissal of the appeal as inadmissible and the imposition of costs on the losing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1087 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1087/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για τον οποίο παραστάθηκε η μητέρα του Α. συζ. Δ. Κ., το γένος Γ. Γ., βάσει του με αριθμό … πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Ν. Μ., η οποία διόρισε πληρεξούσια δικηγόρο του την Μαρίνα Κροντήρη. Η δικηγόρος ταύτη έχει διορισθεί να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα με την με αριθμό 75/2023 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3226/2004 και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2.ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3.Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τον ..., της οποίας η άδεια έχει ανακληθεί, 4.
ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τον ..., νομίμως εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή της, 5.ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (...) και τον διακριτικό τίτλο "..." (...), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην "...") και 6.ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα ατομικώς και ως δικαιοπάροχος της τράπεζας με την επωνυμία "...".
Η πρώτη παραστάθηκε η ίδια για τον εαυτό της με την ιδιότητα της δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Το τρίτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μεταξία Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η τέταρτη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η πέμπτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτη Σαρρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις και η 6η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2016 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5836/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Με την από 23.5.2016 με αριθμ. κατάθεσης 29849/95/15.6.2016 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, δικηγόρος Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι το έτος 2001 ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων της ανέθεσε να διεκδικήσει όλες τις αξιώσεις του από ποινικές και αστικές δίκες από τροχαίο ατύχημα που του συνέβη στις 16.2.2001 με συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή ανερχόμενη σε ποσοστό 15% επί του εκάστοτε επιδικαζόμενου ποσού πλέον της δικαστικής δαπάνης και ότι συνετάγη προς τούτο το από 28.2.2002 εργολαβικό δίκης.
Ότι στα πλαίσια της εντολής αυτής συνέταξε και κατέθεσε τις από 12.9.2002, 12.2.2003 και 13.2.2006 αγωγές του εντολέως της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των αναφερομένων σ'αυτή φυσικών προσώπων και ασφαλιστικών εταιρειών, που αφορούσαν τραυματισμό αυτού (εντολέως της) σε τροχαίο ατύχημα στις 16.2.2001, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναφερόμενες σ'αυτή δικαστικές αποφάσεις και επιδικάσθηκαν στον εντολέα της τα επίσης αναγραφόμενα σ'αυτή (αγωγή) ποσά.
Ότι επιπρόσθετα αυτή κατέθεσε την από 27.7.2011 αγωγή του εντολέως της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα για τα έτη από 2013 έως 2057 το συνολικό ποσό των 1.503.728, 50 ευρώ . Ότι στις 8-7-2013 επιδόθηκε σ'αυτή εξώδικη διαμαρτυρία του εναγομένου με την οποία αυτός κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και ανακάλεσε την προς αυτήν εντολή, ότι η ανάκληση αυτής (εντολής) ήταν αδικαιολόγητη για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους, ότι, ακολούθως, ο εναγόμενος άσκησε εναντίον της από 18.9.2013 αναφορά του προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ζητώντας, μεταξύ των άλλων, να λάβει το φάκελο των υποθέσεών του και ότι με την υπ'αριθμ. ...
πράξη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών επιβλήθηκε στον εναγόμενο εγγυοδοσία ύψους 20.000 ευρώ, την οποία αυτός κατέβαλε στις 20.12.2013. Ζητούσε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως δικηγορική αμοιβή α) κατά την κυρία βάση της, από τη σύμβαση εργολαβικού δίκης το συνολικό ποσό των 246.518 ευρώ και πιο συγκεκριμένα αα) ποσό 20.959,5 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσοστό 15% επί του επιδικασθέντος στον εναγόμενο, με την υπ' αριθμ. 6772/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ποσού των 125.563,70 ευρώ, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης και ββ) ποσό 225.559,3 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό 15% επί του αιτηθέντος με την από 27.7.2011 αγωγή του εντολέως της ποσού 1.503.728,50 ευρώ, άλλως ότι οφείλει σ'αυτή το ως άνω ποσό των 20.959,5 ευρώ και ποσοστό 15% επί του επιδικαζόμενου στον αντίδικό της ποσού σε σχέση με την ασκηθείσα ως άνω αγωγή, β) κατά την πρώτη επικουρική της βάση, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που καθορίζουν τα ελάχιστα όρια αμοιβών (για τη σύνταξη δικογράφων, προτάσεων, παραστάσεων στα δικαστήρια κλπ) το συνολικό ποσό των 59.736,52 ευρώ, γ) κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση, από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 59.736,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 20.3.2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ'αριθμ. 45/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών από αμοιβές, με την οποία α) απορρίφθηκε ως αόριστη η κύρια βάση της αγωγής (από τη σύμβαση εργολαβικού δίκης), β) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής (από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού) και γ) και έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής (από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων περί ελάχιστης νόμιμης αμοιβής) και αναγνωρίσθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 57.945,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν προς το Μονομελές Εφετείο Αθηνών: α) η από 23.4.2019 με αριθμ. κατάθεσης 39455/2996/25.4.2019 έφεση της ενάγουσας, β) η από 24.4.2019 με αριθμ. κατάθεσης 39152/2943/24.4.2019 έφεση του εναγομένου. Περαιτέρω ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 31.10.2019 με αριθμ.
καταθ. 10274/837/31.10.2019 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του α) κατά της πρώτης των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας (...), β) του δεύτερου των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ), γ) της τρίτης των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (...), δ) της τέταρτης των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (... ...
ΑΕ), και στ) της πέμπτης των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη έκτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 5836/2020 απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις ως άνω εφέσεις και την προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων α) απέρριψε την από 31.10.2019 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαράδεκτη, β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 24.4.2019 έφεση του εναγομένου και γ) δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 23.4.2019 έφεση της ενάγουσας εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την τοκοφορία του επιδικασθέντος ποσού των 57.945,52 ευρώ και όρισε ότι οφείλεται στην ενάγουσα ο νόμιμος τόκος υπερημερίας επί του ως άνω ποσού από την επομένη της επίδοσης της από 18.3.2014 αγωγής στον εναγόμενο.
Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ο εναγόμενος-προσεπικαλών και παρεμπιπτόντως ενάγων Γ. Κ. άσκησε την ένδικη από 21.5.2021 με αριθμ. καταθ. 3612/499/21.5.2021 αίτηση αναίρεσης κατά α) της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Β. Κ., β) της πρώτης των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη μετονομασθείσας σε "...", γ) του δεύτερου των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", δ) της τρίτης των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ε) της τέταρτης των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ...
ΑΕ", στη δικονομική θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως οιονεί καθολική διάδοχος η παρασταθείσα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης τραπεζική εταιρεία "...", λόγω διάσπασης της πέμπτης αναιρεσίβλητης, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής της δραστηριότητας και σύστασης της ως άνω παρασταθείσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας που εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. ...
απόφαση της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων που καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. στις 20.3.2020, και στ) της πέμπτης των καθών η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη έκτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", στη δικονομική θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως οιονεί καθολική διάδοχος η παρασταθείσα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης τραπεζική εταιρεία "..." λόγω διάσπασής της έκτης αναιρεσίβλητης, με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και εισφοράς του στην ως άνω παρασταθείσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, που εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. ...
απόφαση της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων που καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. στις 16.4.2021. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, για την εκδίκαση της οποίας ορίσθηκε ως αρμόδιο το Β2 Πολιτικό Τμήμα του παρόντος Δικαστηρίου, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο στις 14.2.2023.
Κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά τη οποία εμφανίσθηκαν ο αναιρεσείων (μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ιωάννη Παυλόπουλου) και η πρώτη αναιρεσίβλητη δικηγόρος και εκπροσωπήθηκαν η πέμπτη αναιρεσίβλητη (δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Φωτίου Σαρρή) και η έκτη αναιρεσίβλητη (με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ), ενώ δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν η δεύτερη αναιρεσίβλητη, το τρίτο αναιρεσίβλητο και η τέταρτη αναιρεσίβλητη, η συζήτηση της αναίρεσης αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Τέλος, με την υπ' αριθ. 75/5.4.2023 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης του αναιρεσείοντος περί παροχής σε αυτόν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 και 9 του ν. 3226/2004, η δικηγόρος Αθηνών Μαρία Κροντήρη, προκειμένου να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα ενώπιον του αναιρετικού Β2 πολιτικού τμήματος του παρόντος Δικαστηρίου κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και με την οποία (πράξη) ο αναιρεσείων απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του Ν. 3226/2004.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).
Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 573/2019).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 992/2022, ΑΠ 306/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ.β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί.
Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωση του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 491/2022, ΑΠ 370/2021, ΑΠ 635/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ, εάν δεν εμφανισθεί στη δίκη και ο αντίδικος του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους εν λόγω διαδίκους ματαιώνεται (ΑΠ 393/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 318/2019, ΑΠ 1461/2018) Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 873/2021, ΑΠ 954/2020, ΑΠ 676/2020, ΑΠ 711/2019, ΑΠ 356/2019).
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ` αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερόμενου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 512/2022, ΑΠ 926/2021, ΑΠ220/2021, ΑΠ165/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 παρ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, "όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα", ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης και όποιος είναι ικανός για δικαιοπραξία διεξάγει τη δίκη με το δικό του όνομα, ενώ όποιος είναι ανίκανος εκπροσωπείται από τον νόμιμο αντιπρόσωπο του. Εξάλλου, και οι διατάξεις των άρθρων 116, 118 αριθμ. 5, 259 παρ. 2 και 310 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως πρόσωπα που μετέχουν στη δίκη, κατονομάζουν μόνο τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους (γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα, επίτροπο, σύνδικο, διαχειριστή πολυκατοικίας κ.λπ.) και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και δεν αναφέρουν τους εκούσιους αντιπροσώπους.
Μάλιστα, δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικά στη διεξαγωγή της δίκης οι διατάξεις των άρθρων 211 επ. του ΑΚ για εκούσια αντιπροσώπευση στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου. Η εκούσια αντιπροσώπευση στη διεξαγωγή της δίκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται ούτε με επίκληση της διάταξης του άρθρου 713 του ΑΚ, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον εντολοδόχο να διεξάγει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί από τον εντολέα, αφού ο εντολέας μπορεί να χορηγήσει απευθείας ο ίδιος δικαστική πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου και για εκπροσώπησή του στη δίκη, χωρίς τη μεσολάβηση του εντολοδόχου, η οποία, αν παρεμβληθεί, μόνο την αρχή της οικονομίας που διέπει κάθε δίκη πλήττει και δεν εξυπηρετεί κάποιο έννομο συμφέρον (ΑΠ 873/2021, ΑΠ 1953/2017, ΑΠ 1863/2017).
Με βάση αυτά, δεν συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκούσιου αντιπροσώπου για τη διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιο για να αναπληρώσει την ικανότητα (που του λείπει) να παρίσταται στο δικαστήριο. Συνέπεια του ανεπίτρεπτου της διεξαγωγής της δίκης από εκούσιο αντιπρόσωπο είναι το απαράδεκτο των διαδικαστικών πράξεων που αυτός ενήργησε, έστω και με πληρεξούσιο δικηγόρο, το οποίο ανάγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις και εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 73 του ΚΠολΔ (ΑΠ 873/2021, ΑΠ 1953/2017, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 37/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι την συζήτηση της από 21.5.2021 με αριθ. κατάθ. 3612/499/2021 αίτησης αναίρεσης δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, στη θέση του οποίου εμφανίσθηκε η μητέρα του Α. συζ. Δ. Κ., η οποία α) προσκόμισε το υπ'αριθμ. ...
πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Μ., με το οποίο ο αναιρεσείων, δηλώνει ότι διορίζει πληρεξούσια, αντιπρόσωπό του και αντίκλητό του τη μητέρα του Α. Κ. προκειμένου να παρίσταται και να τον αντιπροσωπεύει σε κάθε αστική, ποινική και διοικητική δίκη, να προβαίνει σε κατάθεση αίτησης παροχής νομικής βοήθειας και να διορίζει και άλλους δικηγόρους και β) δήλωσε, με την ως άνω ιδιότητά της, ότι διορίζει ως πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος τη δικηγόρο Αθηνών Μαρία Κροντήρη, που έχει διορισθεί, όπως προεκτέθηκε, με την υπ'αριθμ. 75/2003 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου να τον εκπροσωπήσει, στην παρούσα δίκη.
Πλην, όμως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος εκπροσώπησης του αναιρεσείοντος από τη μητέρα του, αυτός (αναιρεσείων) δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως ο νόμος ορίζει, αφού δε συγχωρείται στην πολιτική δίκη ο διορισμός εκουσίου αντιπροσώπου προς διεξαγωγή αυτής, έστω και αν ο τελευταίος διορίσει δικηγόρο για την αναπλήρωση της ελλείπουσας ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και συνεπώς θεωρείται δικονομικά απών, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων έχει χορηγήσει στην ως άνω δικηγόρο Μ. Κ. νόμιμη πληρεξουσιότητα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ να παραστεί και να τον εκπροσωπήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη από την πρώτη αναιρεσίβλητη υπ'αριθμ. ...
έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Θ. Ζ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 14.2.2023, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με επιμέλεια αυτής (πρώτης αναιρεσίβλητης), νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 122, 123,124,125, 128 παρ.4 και 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, εφόσον ο δικονομικά απών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (9.5.2023) αναιρεσείων κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, για τη αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (14.2.2023) και δεδομένου ότι η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευσή του, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει να δικασθεί ερήμην.
Περαιτέρω, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτή, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Δεδομένου, δε, ότι η ως άνω απολιπόμενη τέταρτη αναιρεσίβλητη δεν συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, αλλά με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτή και να κηρυχθεί ματαιωθείσα η συζήτηση κατά το μέρος που η αναίρεσή του δικονομικά απόντος αναιρεσείοντος στρέφεται κατά αυτής.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι η δικηγόρος Μαρία Κοντογιάννη, που υπογράφει την κρινόμενη ένδικη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ήταν νόμιμα διορισμένη πληρεξούσια δικηγόρος αυτού, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων έχει χορηγήσει στην ως άνω δικηγόρο νόμιμη πληρεξουσιότητα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα ούτε στην αρχικά ορισθείσα για τη συζήτησή της δικάσιμο στις 14.2.2023, ούτε στην μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο στις 9.5.2023).
Εφόσον λοιπόν ο φερόμενος ως ασκήσας την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας εκ μέρους του προς την υπογράφουσα την αίτηση αναίρεσης δικηγόρο, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, της δεύτερης αναιρεσίβλητης, του τρίτου αναιρεσίβλητου και της έκτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
Αντίθετα δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, που παρέστη και κατέθεσε το από 10.5.2023 υπόμνημα, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτής (ΑΠ 379/2022, ΑΠ 128/2021, ΑΠ 668/2018). Πρέπει, δε, να λεχθεί ότι η παροχή νομικής βοήθειας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν.3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος" και η οποία παρεσχέθη, όπως προεκτέθηκε, προς τον αναιρεσείοντα με την υπ' αριθ. 75/2023 πράξη της Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου έλαβε τη νομική βοήθεια, να επιβάλει εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 202, 203 παρ. 2 και 915 του ΚΠολΔ και 4 παρ. 2 του ν. 3226/2004 (ΑΠ 1401/2022, ΑΠ 1021/2022, ΑΠ 1104/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη.
Κηρύσσει ματαιωθείσα τη συζήτηση ως προς τον αναιρεσείοντα και κατά το μέρος που η από 21 Μαΐου 2021 και με αριθμό κατάθεσης 3612/499/21.5.2021 αίτησης αναίρεσής του στρέφεται κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης.
Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2021 αίτησης αναίρεσης της υπ'αριθμ. 5836/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, το τρίτο αναιρεσίβλητο, την πέμπτη αναιρεσίβλητη και την έκτη αναιρεσίβλητη.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, της δεύτερης αναιρεσίβλητης, του τρίτου αναιρεσίβλητου και της έκτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για έκαστο αναιρεσίβλητο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας
ο αρχαιότερος της σύνθεσης
Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ