Supreme Court dismisses appeal for vagueness, ruling it fails to cite specific legal provisions required by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Public Power Corporation's appeal against a labor court decision awarding back pay to a former employee. The appellant argued the lower court erred by applying regulations requiring a technical license for the disputed salary scale, but failed to cite the specific legal basis for this requirement. The court ruled the appeal inadmissible because the sole ground of attack was vague and did not reference the necessary statutory provisions, violating procedural requirements for appellate challenges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) para. a of the Code of Civil Procedure; Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds of attack are vague and fail to cite the specific legal provisions upon which the alleged error is based.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1087 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1087/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"(ΔΕΗ Α.Ε.),όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Του αναιρεσίβλητου: Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Περράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 795/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2283/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 28-1-2015 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 772/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 5315/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 7868/933/15.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 5315/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικά ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της ΔΕΗ Α.Ε., την από 6.12.2010 αγωγή. Εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 795/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη, και μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας, η υπ' αριθμ. 2283/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Μετά την άσκηση της από 28.1.2015 αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 772/2017 απόφαση του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι κακώς απορρίφθηκε η αγωγή λόγω αοριστίας, αφού ρητά αναφερόταν στην αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή λόγω μετατάξεως των προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1.1.2005 έως 31.12.2010, συνολικού ύψους 24.518,93 ευρώ, η ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων της κατηγορίας (Τ4) κατά την ένταξη του ενάγοντος στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 5315/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 , 3, 4 παρ. 1, 3, 4 και 8, 5 παρ. 1, 3 και 5, 6, 22 παρ.1, 2 και 3, 23 παρ. 1, 2 και 3 και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθμ. 2842/442 από 24/25 Οκτωβρίου 1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 210/1974, επέχει δε ισχύ ουσιαστικού νόμου, το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, ενώ έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών υπαγόμενο σε ορισμένες μόνο διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού κατά την παρ. 1 του άρθρου 42 αυτού και το οποίο μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως.
Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων. Ειδικότερα ο κλάδος των τεχνικών υποδιαιρείται σε κατηγορίες, στις οποίες περιλαμβάνεται εκείνη των τεχνολόγων (Τ3), της οποίας η τελευταία βαθμίδα (ε) περιλαμβάνει τρία μισθολογικά κλιμάκια (7-8-9), όπου απαιτείται ως τυπικό προσόν η κτήση πτυχίου αναγνωρισμένης σχολής Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισοτίμου αλλοδαπής και εκείνη των τεχνικών (Τ4), της οποίας η τελευταία βαθμίδα (στ) περιλαμβάνει έξι μισθολογικά κλιμάκια (9-10-11-12-13-14), όπου απαιτείται ως τυπικό προσόν πτυχίο αναγνωρισμένης Μέσης ή Κατώτερης Τεχνικής σχολής ή αντίστοιχο πτυχίο σχολής ΔΕΗ ή σχολής μαθητείας του Υπουργείου Εργασίας και τυχόν κατά νόμο απαιτουμένη επαγγελματική άδεια της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτήν εμπειρία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 στοιχείο β του ΚΚΠ/ΔΕΗ για την ένταξη μισθωτού στην Κατηγορία Προσωπικού Τ4, απαιτείται Πτυχίο ή Απολυτήριο αναγνωρισμένης Σχολής Μέσης Τεχνικής Εκπαίδευσης, περιλαμβανομένων και των αναγνωρισμένων Μέσων Τεχνικών Σχολών Εμπορικού Ναυτικού ή Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμης αλλοδαπής, επιπλέον δε:
Για μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 10-4: η τυχόν κατά νόμο απαιτούμενη επαγγελματική άδεια της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτή εμπειρία (ΑΠ 1892/2017, 614/2015, 1151/2007). Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσης.
Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης. Ο πριν την ένταξη διανυθείς χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για τη πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η ένταξη γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του διοικητή, κατόπιν πρότασης της ιεραρχίας. Μισθολογικές προαγωγές ενεργούνται κάθε φορά μόνο κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο και μέχρι του ανωτάτου μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο μισθωτός.
Η μισθολογική προαγωγή γίνεται μετά τη συμπλήρωση τριετίας στο κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, ο δε μισθωτός παραπέμπεται προς κρίση, εφόσον συμπληρώνει την τριετία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του χρόνου κρίσης. Για οποιαδήποτε μισθολογική προαγωγή εντός της ίδιας βαθμίδας απαιτείται ο μισθωτός, εκτός από τις λοιπές προϋποθέσεις, να έχει και τα τυχόν απαιτούμενα πρόσθετα προσόντα και υπηρεσιακή επίδοση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της επιχείρησης, ενώ για την προαγωγή σε ανωτέρα βαθμίδα απαιτείται επιπροσθέτως όπως υφίσταται κενή οργανική θέση και ο μισθωτός να έχει υπηρεσιακή επίδοση που υπερβαίνει σαφώς και καταδήλως τις βασικές απαιτήσεις της επιχείρησης, κατά την αιτιολογημένη κρίση των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 22 οργάνων.
Ουδείς μπορεί να προσληφθεί απ' ευθείας ως τακτικός, η δε πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη συμπλήρωση διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό. Για την πρόσληψη δε του άνω μισθωτού απαιτείται να πληροί ο τελευταίος τις αναγραφόμενες στη παρ. 5 του άρθρου 5 προϋποθέσεις.
Μετάταξη του προσωπικού από κατηγορία σε κατηγορία του ιδίου ή άλλου κλάδου είναι δυνατή για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας, εφόσον ο μετατασσόμενος έχει τα προσόντα που απαιτούνται από τη κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής όπου μετατάσσεται. Η μετάταξη λαμβάνει χώρα με απόφαση του διοικητή, μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως, ενώ ο χρόνος έναρξης της μετάταξης καθορίζεται με την απόφαση του διοικητή.
Τέλος με την από 28.2.1990 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "Για του όρους αμοιβής και εργασίας προσωπικού της ΔΕΗ" (πρακτικό κατάθεσης Υπ. Εργασίας 22/7.3.1990, πράξη κατάθεσης Ειρηνοδικείου Αθηνών 13/28.3.1990), που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' 227) έλαβε χώρα από 1.1.1990 ανακλιμάκωση της μισθολογικής εξέλιξης του ήδη υπηρετούντος στην ΔΕΗ τακτικού προσωπικού σε συνάρτηση με τη στάθμη του τίτλου σπουδών, εφόσον ο εν λόγω τίτλος απαιτείτο ως τυπικό προσόν για τη πρόσληψη, ένταξη, μισθολογική εξέλιξη ή μετάταξη στην κατηγορία στην οποία βρίσκεται κάθε τακτικός μισθωτός την υπόψη ημερομηνία.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΚΠ-ΔΕΗ συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της αναιρεσείουσας ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Η υποχρέωση αυτή της ΔΕΗ που αντιστοιχεί σε σχετική αξίωση του μισθωτού έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθ.288 ΑΚ). Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από τη ΔΕΗ, που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με την μη ένταξη του μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της, είτε με την ένταξη αυτού σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 698/2015, 244/2013, 1151/2007, 185/2005).
Περαιτέρω όμως από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και τη κατάταξη του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη (ΑΠ 698/2015, 1252/2008).
Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 5 του Κανονισμού Προσωπικού της ΔΕΗ, ορίζεται: Με αποφάσεις του Γεν. Δ/ντή καθορίζονται κάθε φορά, με βάση τα προσόντα της προηγούμενης παραγράφου 4, οι ειδικότητες που ανήκουν σε κάθε Κατηγορία ως και τα ειδικότερα, για την άσκηση των καθηκόντων, καθεμιάς απ' αυτές, απαιτούμενα προσόντα πρόσληψης ή ένταξης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 27/1998).
Επίσης, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 901/2010, 2173/2007).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, 19/2020).
Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης μεταξύ των οποίων και η προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού στις 14.7.1993 έως 31.8.1993, για να εργασθεί ως εργάτης στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης είτε σε άλλο τόπο.
Ότι η σύμβασή του ανανεώθηκε πολλές φορές μέχρι την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης. Ότι από την αρχή απασχολήθηκε ως τεχνικός υπάλληλος - επιτηρητής ταινιοδρόμων (τεχνικός ορυχείων) στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης και από την πρόσληψή του είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη ότι ήταν κάτοχος απολυτηρίου Τεχνικού Λυκείου, που ορίζεται από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ ως τυπικό προσόν για την ένταξη του προσωπικού στον τεχνικό κλάδο κατηγορία 4 (Τ4).
Ότι από 1.7.1997 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, στην κατηγορία ΓΥ5 του κλάδου Γενικών Υπηρεσιών και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 της βαθμίδας β', ταυτόχρονα προήχθη στο μισθολογικό κλιμάκιο 11,.. και από 1.7.1999 μετατάχθηκε στην κατηγορία / Ειδικότητα Τ4/Θ, (Τεχνικοί Ορυχείων) στο 10ο μ.κ. Ότι από την αρχή της πρόσληψής του ως έκτακτου υπαλλήλου απασχολήθηκε σε εργασία τεχνικού υπαλλήλου στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης και ουδέποτε ως απλός εργάτης, και ότι εργάστηκε σε εργασία τεχνικού υπαλλήλου και ποτέ ως χειρώνακτας εργάτης και συγκεκριμένα του ανατέθηκε η εργασία της κινητής επιτήρησης των Ταινιοδρόμων μεταφοράς του εξορυσσόμενου μεταλλεύματος, στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης, καθώς και η επαναφορά των χαλινοδιακοπτών, εργασίες δηλαδή που απαιτούσαν ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές γνώσεις και εμπειρία.
Επίσης εκτελούσε τοπικούς χειρισμούς στις αυτοκινούμενες κεφαλές, δηλαδή επέβλεπε την πορεία των ειδικών καροτσιών μεταφοράς λιγνίτη προς απόθεση στο εργοστάσιο και μεταφοράς άγονου υλικού με τη ρύθμιση των ειδικών διακοπτών. Οι ανωτέρω εργασίες, οι οποίες απαιτούν ειδικές τεχνικές γνώσεις και υπευθυνότητα δεν είναι εργασίες εργάτη κατηγορίας ΓΥ-5 γενικών καθηκόντων, αλλά εργασίες τεχνικού κατηγορίας Τ4/Θ, και ο ενάγων πραγματοποιούσε τις εν λόγω εργασίες από την αρχή της εργασίας του, γεγονός που συναρτάται και με την εν συνεχεία μετάταξή του στην ανωτέρω κατηγορία, γεγονός που προφανώς δεν θα είχε συμβεί αν από την αρχή της εργασίας του δεν είχε προσφέρει εργασία ως τεχνικός και αν δεν είχε την ανάλογη εμπειρία.
Επομένως, και στην αρχική, προ της εντάξεώς του, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπου αναγράφεται ότι ο ενάγων παρέχει εργασία εργάτη, δεν αποτυπώνεται ούτε η πραγματικότητα ούτε οι αληθείς δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η απασχόληση του ενάγοντος, συνεχώς σε τεχνικές εργασίες επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι στις σχετικές θέσεις υπήρχε έλλειψη προσωπικού και υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις.
Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε ως άνω, ο ενάγων είχε γνωστοποιήσει με την κατάθεση του σχετικού τίτλου σπουδών του, τις τεχνικές του γνώσεις, δεδομένου ότι ήταν κάτοχος του Τεχνικού - Επαγγελματικού Λυκείου Μεγαλόπολης και πράγματι απασχολήθηκε σε εργασία τεχνικού και όχι εργάτη, όπως αναγράφεται στη σχετική σύμβαση προσλήψεως και ακολούθως, με βάση αυτή εντάχθηκε στην κατηγορία ΓΥ-5 γενικών καθηκόντων.
Κατά συνέπεια και ο δεύτερος λόγος εφέσεως της της εναγομένης, με τον οποίο παραπονείται ότι ο ενάγων δεν είχε σχετική επαγγελματική άδεια και εμπειρία και δεν προσέφερε εργασία τεχνίτη, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη, όπως προαναφέρθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μόνο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.5 του ισχύοντος Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ ( ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος έχει ισχύ νόμου και ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν διέθετε για την ένταξή του στην Κατηγορία Προσωπικού Τ4 εκτός από τον απολυτήριο τίτλο Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, τον οποίο και κατείχε, επιπλέον και επαγγελματική άδεια τεχνικού της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων, σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτή εμπειρία.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ.α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι, ενώ επικαλείται την έλλειψη επαγγελματικής αδείας του αναιρεσιβλήτου για ένταξή του στο αιτούμενο μισθολογικό κλιμάκιο, δεν αναφέρει τις διατάξεις του νόμου βάσει των οποίων για την άσκηση των καθηκόντων του αναιρεσιβλήτου απαιτείται επαγγελματική άδεια.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και η αίτηση αυτή στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.10.2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ" για αναίρεση της 5315/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ