Legislator Case Law & Legislation
1087/2014 AI generated

1087/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1087/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1087/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, το δε απαράδεκτο της προβολής τους λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1087 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1087/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ASSET MANAGEMENT Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. συζ. Γ. Σ. το γένος Θ. Γ., 2. Γ. Σ. του Α. και 3.Ε. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πεχλιβάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαΐου 2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 39/2012 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 13 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 39/2012 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ως προς όλους τους λόγους της.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες οι πράξεις της προδικασίας (κλήση για συζήτηση, παραγγελία για επίδοσή της κλπ.). Το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 105, 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο δεν παρίσταται, καίτοι κλητεύτηκε νόμιμα, ο διάδικος, στο όνομα του οποίου φέρεται ότι ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης από δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί σ' αυτόν νόμιμα (με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή στην έκθεση), πληρεξουσιότητα για την άσκησή της, τότε η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν, όμως, δεν προκύπτει ότι αυτός κλητεύτηκε νόμιμα από τους αντιδίκους του ή από ομόδικο του, ο οποίος παρίσταται και εκπροσωπείται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, τότε κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον απολιπόμενο διάδικο (ΑΠ 1852/2007, ΑΠ 141/2003).

Από την επισκόπηση της κρινόμενης από 13-2-2013 αίτησης αναίρεσης, η οποία υπογράφεται από τον δικηγόρο Ροδόπης Ευάγγελο Φέτσιο και από τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασιλική Κιμπάρη, προκύπτει ότι με επίσπευση των αναιρεσειουσών προσδιορίστηκε η προαναφερόμενη δικάσιμος (20η Ιανουαρίου 2014) για τη συζήτηση αυτής, κατά την οποία έλαβαν μέρος και παραστάθηκαν νόμιμα η πρώτη αναιρεσείουσα "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και οι αναιρεσίβλητοι. Αντίθετα, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η δεύτερη αναιρεσείουσα "Εθνική Asset Management Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", για την οποία δεν προκύπτει ότι χορήγησε νόμιμα δικαστική πληρεξουσιότητα προς τους παραπάνω δικηγόρους για άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ούτε υπάρχει, ως προς αυτή, επίκληση και απόδειξη ότι κλητεύτηκε νόμιμα από την πρώτη αναιρεσείουσα ή από τους αναιρεσίβλητους, για να παραστεί, κατά την αναιρετική δίκη. Επομένως, πρέπει, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται η πραγματική βάση της αγωγής ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, β) αν αυτοί προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται με έγγραφο (χωρίς πλέον την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το δικαστήριο ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία, απαλείφθηκε με τον ν. 3994/2011).

Ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, το δε απαράδεκτο της προβολής τους λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο.

Ενώ έγγραφη απόδειξη του νέου ισχυρισμού υπάρχει όταν όλα τα πραγματικά στοιχεία που "τον θεμελιώνουν αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και "προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια. Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 752/2011).

Η δε σχετική παράβαση ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως απαράδεκτο αυτοτελή ισχυρισμό κατά παράβαση της οικείας δικονομικής διάταξης των άρθρων 269ν και 527 ΚΠολΔ, καθώς και με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου, εφόσον ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός και όλα τα θεμελιωτικά του στοιχεία προβλήθηκαν παραδεκτικά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, όταν η διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς είναι προφορική και γραπτή, για την παραδεκτή προβολή αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να περιέχονται στις προτάσεις και επιπλέον να γίνεται σχετική δήλωση πριν από την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο και καταχώριση αυτής στα πρακτικά, ενώ, κατά το άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ, με την προσθήκη των προτάσεων προβάλλονται παραδεκτά νέοι ισχυρισμοί (αντενστάσεις) μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών (ενστάσεων) που έχουν ήδη προβληθεί με τις προτάσεις (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 999/2010, ΑΠ 1253/2004). Από τον κανόνα του "άνευ επικουρίας δικάζεσθαι" εξαιρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο ή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης (προνομιακοί), η δε σχετική εξαίρεση ισχύει για τη δίκη στα δικαστήρια του πρώτου και δεύτερου βαθμού, αλλά όχι στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου (άρθρα 527 και 573 ΚΠολΔ). Επίσης η ένσταση παραγραφή της αξίωσης λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως μόνο υπέρ του Δημοσίου, και όχι υπέρ ιδιωτών, ενώ δεν ανήκει στις προνομιακές ενστάσεις αφού δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να προβλέπει τη δυνατότητα προβολής της σε κάθε στάση της δίκης, και, συνεπώς, υπόκειται και αυτή στους περιορισμούς παραδεκτής προβολής των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1275/2009, ΑΠ 1308/2006).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο., προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 κα1 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και την νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.

Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.

Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη την ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, την οποία αυτοί είχαν προβάλει με την προσθήκη των προτάσεών τους, που κατέθεσαν μέσα στην τριήμερη προθεσμία μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η οποία έπρεπε να γίνει δεκτή ως παραδεκτή, επειδή, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, ανήκει στις προνομιακές ενστάσεις που προτείνονται οποτεδήποτε, αλλά και επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε αυτή να προβληθεί με τις προτάσεις, καθόσον την προβολή της επέτρεψε η διαφοροποιημένη από την ιστορική βάση της αγωγής κατάθεση κατά την πρωτόδικη συζήτηση της μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, κατά την οποία τα χρήματα αυτών, που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο προστηθείς υπάλληλος της 1ης αναιρεσείουσας Ν.

Μ. (2ος εναγόμενος και μη αναιρεσείων), αφορούσαν το ίδιο ποσό που έδωσαν για επένδυση στο όνομά τους ήδη από το έτος 1999 και όχι κατά το έτος 2005 που αναφέρεται στην αγωγή. Επίσης οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η ένσταση παραγραφής ήταν παραδεκτή, επειδή αποδεικνυόταν εγγράφως με την από 29-9-2009 επιστολή της 1ης αναιρεσίβλητης, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στην οποία αναφέρεται ότι αυτή παρέδωσε το έτος 2000 στον Ν.

Μ. 12.000.000 δρχ. για επένδυση, των οποίων ζητήθηκε η απόδοση το έτος 2002 χωρίς αποτέλεσμα, στοιχείο το οποίο, κατά τις αναιρεσείουσες, αποδεικνύει γνώση από τότε των αναιρεσιβλήτων για τη σχετική ζημία τους και αντίστοιχη αφετερίαση της πενταετούς παραγραφής.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η προβολή της ένστασης παραγραφής για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων των αναιρεσειουσών μετά την πρωτόδικη συζήτηση ήταν απαράδεκτη και ότι ορθά απορρίφθηκε για τον ίδιο λόγο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επίσης το Εφετείο έκρινε ως απαράδεκτη και την ενώπιόν του προβολή της ίδιας ένστασης με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, επειδή οι αναιρεσείουσες - εκκαλούσες δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν κάποια από τις περιπτώσεις που να δικαιολογεί την βραδεία προβολή της, και ειδικότερα επειδή α) η ιστορική βάση αυτής δεν προέκυψε μετά τη συζήτηση της διαφοράς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, β) δεν αποδεικνύεται εγγράφως (από την προαναφερόμενη επιστολή ή από άλλο έγγραφο) ή με δικαστική ομολογία των αντιδίκων τους και γ) δεν συντρέχει δικαιολογημένη αιτία μη έγκαιρης προβολής της.

Η κρίση αυτή του Εφετείου, να αξιολογήσει και να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένσταση παραγραφής, επειδή δεν συνέτρεξε καμία από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις παραδεκτής βραδείας προβολής της, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν στοιχειοθετεί πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ως λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός αυτής δεν είχε προταθεί παραδεκτά και απορρίφθηκε ρητά γι' αυτόν τον λόγο με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες - εναγόμενες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συνιστούν, κατά τις αναιρεσείουσες νέα ιστορική βάση της αγωγής, καθώς και ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Ειδικότερα δε και κυρίως οι αναιρεσείουσες επικαλούνται σαν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής την παραδοχή από το Εφετείο των περιστατικών, που προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν αναφέρονται στην αγωγή, ότι δηλαδή το χρηματικό ποσό των 12.000.000 δρχ. (35.216 ευρώ), που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο Ν.

Μ., δόθηκε για επένδυση σ' αυτόν το έτος 1999, για να το επενδύσει στο όνομα των αναιρεσιβλήτων (και όχι το έτος 2005, που αναγράφεται στην αγωγή), καθώς και ότι το έτος 2005 φέρεται ότι έγινε απλώς λογιστική μεταφορά του ίδιου χρηματικού ποσού, προσαυξημένου με τους υποτιθέμενους επενδυτικές τόκους (ύψους 8.073 ευρώ) των ετών 1999-2005 για νέα επένδυση σε μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου της 2ης αναιρεσείουσας (και όχι πραγματική καταβολή του ποσού 43.290 ευρώ, όπως αναφέρεται στην αγωγή, χωρίς καμία διάκριση σε κεφάλαιο και τόκους απόδοσης του φερόμενου σαν επενδυμένου κεφαλαίου από το έτος 1999).

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, πράγματι δεν γίνεται σ' αυτή αναφορά του περιστατικού της παράδοσης του ποσού των 12.000.000 δρχ. κατά το έτος 1999 στον προστηθέντα υπάλληλο της 1ης αναιρεσείουσας Ν. Μ. για επένδυση από αυτόν στο όνομα των αναιρεσιβλήτων σε επενδυτικό προϊόν της τελευταίας. Επίσης δεν διευκρινίζεται ότι η νεότερη επένδυση του έτους 2005 (φέρεται ότι) επιχειρήθηκε με λογιστική μεταφορά, και όχι με πραγματική καταβολή του σχετικού ποσού. Γίνεται, όμως, ρητή αναφορά στην αγωγή (σελ. 2) ότι το ίδιο χρηματικό ποσό (φέρεται ότι) είχε επενδυθεί και στο παρελθόν μέσω του ίδιου τραπεζικού υπαλλήλου σε επενδυτικό προϊόν της1η" αναιρεσίβλητης ("... Στο εν λόγω κατάστημα (η πρώτη από εμάς) στο δεύτερο εναγόμενο που ήταν υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης, με την συμβουλή του οποίου είχαμε επενδύσει και στο παρελθόν σε άλλο επενδυτικό προϊόν της πρώτης εναγόμενης το ίδιο ως άνω ποσό...").

Η επίμαχη παράλειψη και η σχετική διασαφήνιση, μέσω της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι η φερόμενη νεότερη επένδυση σε μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου της 2ης αναιρεσείουσας κατά το έτος 2005 επιχειρήθηκε με λογιστική μεταφορά του χρηματικού ποσού που είχε καταβληθεί ήδη από το έτος 1999 για επένδυση σε άλλο επενδυτικό προϊόν της 1ης αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν υποκατάσταση της ιστορικής βάσης της αγωγής ή προσθήκη σ' αυτή ουσιωδών αυτοτελών γεγονότων, που να θεμελιώνουν, από κοινού με τα ιστορούμενα ή μόνα αυτά, τις αγωγικές απαιτήσεις. Αντίθετα, στα σχετικά περιστατικά συνάπτονται (με) και διασαφηνίζουν το βασικό βιοτικό συμβάν του ιστορικού της αγωγής, δηλαδή της απατηλής περιέλευσης του σχετικού χρηματικού ποσού των αναιρεσιβλήτων στην κατοχή και σφαίρα ελέγχου του προστηθέντος υπαλλήλου της 1ης αναιρεσείουσας για επένδυση στο όνομά τους, που τελικά δεν επενδύθηκε, αλλά έγινε αντικείμενο παράνομης ιδιοποίησης από αυτόν με αντίστοιχη ζημία των τελευταίων. Το συμβάν δε αυτό θεμελιώνει, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, τις οποίες δέχτηκε το Εφετείο και για τις οποίες δεν υπάρχει αναιρετική αιτίαση, τις αγωγικές απαιτήσεις που κρίθηκαν βάσιμες και επιδικάστηκαν. Επομένως, δεν πρόκειται για απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα "Εθνική Asset Management A.E. Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων".

Απορρίπτει, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 39/2012 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσια Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ