1087/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Legislator headnote
AI generated1087/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, για την οποία προσκομίζεται η υπ' αριθ. 951/2009 γνωμοδότηση του ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ήταν κατά το άρθρ. 12 του ν. 2298/1995 αναγκαία μέχρι την κατάργηση του άρθρου αυτού με το άρθρ. 13§9 του ν. 3790/ 2009,είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, στρεφόμενη κατά της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, αφού ο μοναδικός λόγος της αίτησης αυτής δεν την αφορά (άρθρ. 566§1 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1087 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1087/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Θ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 2. Α. συζ. Θ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σαπουντζάκη, 3. Β. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον ίδιο ως ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο και 4. Ά. - Θ. Κ. Κ., συμβολαιογράφου, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Απριλίου 2002 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 398/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26 Μαρτίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθ. 11824/30.10.2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ζακύνθου ... ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 398/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, το οποίο προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα (και) στην τέταρτη αναιρεσίβλητη, συμβολαιογράφο Ζακύνθου, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 28 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 15.4.2013, κατά την οποία η ως άνω αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 126§1α, 127§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως αυτή δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 398/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 8.9.2003 έφεση των τριών πρώτων των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 20/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και εξαφάνισε ως προς αυτούς την απόφαση αυτή, που είχε δεχθεί ως προς τους ίδιους και ως προς την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων την από 29.4.2002 ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του υπ' αριθ. .../2002 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος, που συνέταξε η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, συμβολαιογράφος Ζακύνθου, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την ένδικη ανακοπή και μεταρρυθμίζοντας τον ως άνω πίνακα απέβαλε απ' αυτόν για το ποσό των 16.339,69 ευρώ τις απαιτήσεις των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων και στη θέση των απαιτήσεών τους κατέταξε προνομιακά για το αυτό ποσό την απαίτηση του αναιρεσείοντος, που ανήγγειλε ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ.
Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, για την οποία προσκομίζεται η υπ' αριθ. 951/2009 γνωμοδότηση του ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ήταν κατά το άρθρ. 12 του ν. 2298/1995 αναγκαία μέχρι την κατάργηση του άρθρου αυτού με το άρθρ. 13§9 του ν. 3790/ 2009,είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, στρεφόμενη κατά της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, αφού ο μοναδικός λόγος της αίτησης αυτής δεν την αφορά (άρθρ. 566§1 ΚΠολΔ).
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
3. Κατά το άρθρ. 972§1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται.
Συνεπώς η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρ. 118 ΚΠολΔ (ΑΠ 1349/2011). Ειδικότερα η αναγγελία αποτελεί το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή και στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρ. 974 ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρ. 979 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.
Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.
Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι έτσι άκυρο, κατά το άρθρ. 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σε αυτό απαίτησης, όταν η αοριστία προκαλεί σ' αυτόν που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Αυτό συμβαίνει μόνον όταν η περιγραφή της απαίτησης στο αναγγελτήριο, καθώς και του τυχόν προνομίου της, είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο μεν οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους κατά τα άρθρ. 974 και 979 ΚΠολΔ , ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης και να προβεί στην κατάταξή της συγκριτικά και με τις λοιπές αναγγελλόμενες απαιτήσεις.
Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή η ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρ. 111 ΚΠολΔ (ΑΠ 387/2001, 119/2003), αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Αντίστοιχα αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρ. 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρ. 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (ΟλΑΠ 1 και 2/2010, ΑΠ 1349/2011).
Η αναγγελία, ειδικότερα, του Δημοσίου σε πλειστηριασμό επισπευδόμενο από τρίτο γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 55§1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), κατά τις οποίες ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ. χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη, περιλαμβάνει δε ο πίνακας αυτός το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επέσπευσαν οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων κατά του οφειλέτη τους Ι. Π., αναγγέλθηκε το Ελληνικό Δημόσιο για χρέη του οφειλέτη βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ.
Χαϊδαρίου Αττικής, ποσού 9.495.360 δραχμών, πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, όπως τα χρέη αυτά από Φ.Π.Α. και πρόστιμο Φ.Π.Α. περιγράφονται στον συνημμένο στην υπ' αριθ. 22835/21.12.2001 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χαϊδαρίου Αττικής πίνακα χρεών, ο οποίος μαζί με την αναγγελία επιδόθηκε στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ως υπάλληλο επί του πλειστηριασμού.
Στο έγγραφο της αναγγελίας, που έχει ενσωματωθεί στην ένδικη ανακοπή, αναφέρεται μόνο το όνομα του οφειλέτη Ι. Π. και παραπλεύρως αυτού ο Α.Φ.Μ. 007811180, ενώ στον συνημμένο στην αναγγελία ταυτόχρονο πίνακα χρεών ο ίδιος οφειλέτης εμφανίζεται ως διαχειριστής που συνδέεται με τον Α.Φ.Μ. ..., διευκρινίζεται δε για πρώτη φορά με την ένδικη ανακοπή ότι ο Α.Φ.Μ.
αυτός αφορά την εταιρεία J.P. CARPETS HELLAS Ε.Π.Ε., με την οποία ο Ι. Π. συνδέεται με διαχειριστική ιδιότητα. Το Εφετείο έκρινε ότι στην παραπάνω αναγγελία η περιγραφή της απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου "δεν γίνεται κατά τρόπο που να παρέχει ... στους εκκαλούντες (καθ' ων η ανακοπή) τη δυνατότητα αντίκρουσης, αφού αναφέρεται στον οικείο πίνακα χρεών μόνον η ιδιότητα του καθ' ου η εκτέλεση ως διαχειριστή, χωρίς να αναφέρεται αν ήταν διαχειριστής ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμού, ιδρύματος, δημόσιας ή δημοτικής επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κερδοσκοπικού χαρακτήρα, μόνη δε η αναγραφή στον πίνακα αυτό Α.Φ.Μ.
διαφορετικού εκείνου του Ι. Π. δεν αρκεί για να προσδώσει ταυτότητα έναντι τρίτων στο νομικό πρόσωπο ή στη δημόσια ή δημοτική επιχείρηση, που αφορά ο Φ.Π.Α. και το πρόστιμο Φ.Π.Α.".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με συνέπεια, αντίθετα προς την πρωτόδικη απόφαση, να αρνηθεί με βάση την παραπάνω αναγγελία τη μεταρρύθμιση του υπ' αριθ. .../2002 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, στον οποίο αυτή είχε επίσης αρνηθεί να κατατάξει τη σχετική απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, αφού και η ίδια θεώρησε ως αόριστη και άκυρη την αναγγελία της απαίτησης αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 972§1 ΚΠολΔ και 55§1 του ΚΕΔΕ και δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που εκτιμάται ως λόγος από τους αριθμούς συνδυαστικά 1 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), στους οποίους όμως η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 του ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.3.2009 αίτηση του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ για αναίρεση της υπ' αριθ. 398/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2013 και
δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ