Legislator Case Law & Legislation
1087/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to challenge lower court's evidence assessment at second instance.

Case Number 1087/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Court of Thessaloniki's judgment regarding a labor dispute. The appellant argued the appellate court ignored specific documents proving the company lacked necessary maritime licenses and union membership. The court rejected this claim, stating the lower court had properly considered all submitted evidence when forming its factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law or failure to consider evidence is inadmissible if the second-instance court explicitly states it examined and weighed all documents lawfully submitted by the parties.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment substantive law violation labor dispute maritime licensing court of second instance factual findings

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 59 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code
Article 652 of the Civil Code
Article 653 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 23(2) of Law 1264/1982
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340, and 346 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 31/2009
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1087 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1087/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MEDTAINER Ανώνυμος Μεταφορική και Ναυτιλιακή Εταιρία" (ΜΕΝΤΕΪΝΕΡ), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ - Κωνσταντίνο Σταθόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς το: Σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟ" (ΠΑΣΕΝΤ), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11944/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 988/2008 και 579/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2009 αίτησή της και τους από 9-2-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 4-3-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά της σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους των αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ελέγχεται η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση και των κανονιστικών όρων Σ.Σ.Ε., αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 7§1 ν. 1876/1990 και 22§2 του Συντάγματος, οι Σ.Σ.Ε.

ως προς το κανονιστικό μέρος τους έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθ. 3§1β, 8§2 και 11§§2 και 3 ν. 1876/1990 προκύπτει, ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. δεσμεύουν καταρχήν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εάν, όμως, κηρυχθούν γενικά υποχρεωτικές, η ισχύς τους επεκτείνεται και στους εργαζομένους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι, αλλά θα μπορούσαν να είναι, με βάση τις δραστηριότητές τους, μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων (ΟλΑΠ 3/2002).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 και υπό τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής" των Εθνικών Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΕΚΣΣΕ) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των Ναυτιλιακών Πρακτορείων και Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων όλης της χώρας" από 29-7-1998, 14-7-2002 (στην οποία προστίθεται "και Γραφείων Ταξιδίων"), από 17-7-2002 και από 29-7-2004, οι οποίες κηρύχθηκαν γενικά υποχρεωτικές με αντίστοιχες ΥΑ, νομίμως δημοσιευθείσες στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (από 13-8-1998 με την ΥΑ 12472/1998, ΦΕΚ Β' 1093/1998, από 31-7-2000 με την ΥΑ 11850/2000, ΦΕΚ Β' 1857/2000, από 31-7-2002 με την ΥΑ 12387/2002, ΦΕΚ Β' 1178/2002 και από 29-9-2004 με την ΥΑ 13490/2004, ΦΕΚ Β' 1868/2004), ορίζεται πανομοιότυπα ότι στις διατάξεις αυτών "υπάγονται οι πάσης φύσεως εργαζόμενοι όλης της χώρας, με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας στις πάσης φύσεως Ναυτιλιακές και Ακτοπλοϊκές Επιχειρήσεις, Ναυτικά Πρακτορεία καθώς και Γραφεία Ταξιδίων που εκδίδουν εισιτήρια ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και που είναι μέλη των παραπάνω Εργοδοτικών και Εργατικών οργανώσεων".

Από την διατύπωση της (κοινής) αυτής διάταξης των ως άνω ΕΚΣΣΕ, η ισχύς των οποίων από την κήρυξή τους ως υποχρεωτικών επεκτάθηκε και στους εργαζομένους και εργοδότες του ιδίου κλάδου μη μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων (σημειουμένου ότι στις δύο πρώτες απ' αυτές συμβλήθηκαν από την πλευρά των εργοδοτών η Ένωση Εφοπλιστών Επιβατηγών Πλοίων, η Ένωση Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας, η Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Ακτοπλοϊκών Φορτηγών Πλοίων και από την πλευρά των εργαζομένων ο Σύνδεσμος Πρακτορειακών και Ναυτιλιακών Υπαλλήλων Ελλάδας και ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ατμοπλοϊκών και Πρακτορειακών Υπαλλήλων, στις δύο δε επόμενες από την πλευρά των εργοδοτών η Ένωση Εφοπλιστών Επιβατηγών Πλοίων, η Ένωση Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας και η Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Ακτοπλοϊκών Φορτηγών Πλοίων και από την πλευρά των εργαζομένων ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στη Ναυτιλία και Τουρισμό), προκύπτει ότι αυτές ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις συλλήβδην και αδιακρίτως όλων των εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις πάσης φύσεως ναυτιλιακές και ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις και στα ναυτικά πρακτορεία, χωρίς άλλη ειδικότερη προϋπόθεση, διάκριση και περιορισμό για την εφαρμογή τους ως προς το αντικείμενο της δραστηριότητας των ως άνω επιχειρήσεων και το αντικείμενο της απασχόλησης των εργαζομένων σ' αυτές.

Η έκδοση εισιτηρίων ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών ως ειδικότερη προϋπόθεση εφαρμογής των ως άνω ΣΣΕ και μάλιστα μόνον ως προς το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εργοδοτών, απαιτείται, όπως προκύπτει από την ρητή διατύπωση της διάταξης αυτής (καθώς και Γραφεία ταξιδίων που εκδίδουν εισιτήρια ...) μόνο για τους εργαζομένους σε γραφεία ταξιδίων και όχι και για τους εργαζομένους στις λοιπές ως άνω επιχειρήσεις, ως προς τους οποίους, επομένως, εφαρμόζονται οι ως άνω ΣΣΕ, ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή και το αντικείμενο της απασχόλησής τους σ' αυτές και από το εάν η έκδοση εισιτηρίων αποτελεί αντικείμενο της δραστηριότητας των επιχειρήσεων αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης κρίνοντας, ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας, επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτών και την άκυρη καταγγελία της από την αναιρεσείουσα, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 579/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε την 1-5-2000 από την εδρεύουσα στην Θεσσαλονίκη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "MEDTAINER ΔΙΑΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ¬ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος γραφείου μέχρι τα τέλη Απριλίου 2004, ότι από 1-5-2004 συνέχισε να παρέχει την ίδια εργασία και με τους ίδιους όρους στην εδρεύουσα στον Πειραιά αναιρεσείουσα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (με την επωνυμία MEDTAINER ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ), η οποία διαδέχθηκε την πρώτη στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως εργοδότρια, ότι σύμφωνα με το καταστατικό της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος σκοπός αυτής, μεταξύ άλλων, ήταν και η αγοραπωλησία, ναύλωση, μεσιτεία αγοραπωλησιών, ναυλώσεων ή ασφαλίσεων, πρακτόρευση και ασφάλιση κάθε είδους πλοίων και σκαφών η εκτέλεση τουριστικών εργασιών, οι ναυτικές πρακτορεύσεις ή παρεμφερείς ναυτικές εργασίες, η ομαδοποίηση εμπορευμάτων για μεταφορά, καθώς και η διαλογή ομαδοποιημένων φορτίων, ότι την ίδια δραστηριότητα ασκεί και η αναιρεσείουσα - εναγομένη, διατηρώντας προς τούτο μισθωμένο από τον ΟΛΘ γραφείο μέσα στον λιμένα της Θεσσαλονίκης, όπου αναλάμβανε τη διεκπεραίωση διοικητικών διατυπώσεων (λιμενικών και τελωνειακών) που είναι απαραίτητες για την παράδοση φορτίων προς φόρτωση, την παραλαβή τους κατά την εκφόρτωση και την παράδοσή τους στους παραλήπτες, ότι τις διατυπώσεις αυτές, που αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο των καθηκόντων του, διεκπεραίωνε ο αναιρεσίβλητος - ενάγων, ο οποίος είχε τις κατάλληλες γνώσεις, ως έχοντας υπηρετήσει κατά το παρελθόν σε άλλη επιχείρηση με όμοιο αντικείμενο εργασιών, είναι δε και μέλος του (παρεμβάντος) σωματείου "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στη Ναυτιλία και στον Τουρισμό" και έχει λάβει Ειδικό Δελτίο Εξουσιοδότησης για την διενέργεια πρακτορειακών μεταφορτώσεων και ότι η εναγομένη διαφημιζομένη μέσω του διαδικτύου στην ιστοσελίδα του Ομίλου εταιρειών MEDGROUP προβάλλει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της μεταξύ άλλων, πρακτορεύσεις τακτικών ναυτιλιακών γραμμών, διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές, πωλήσεις και ενοικιάσεις εμπορευματοκιβωτίων και αναφέρει ότι με εκτελωνιστικό γραφείο εντός του χώρου του λιμένος είναι σε θέση να προβεί σε ταχύτατους εκτελωνισμούς προϊόντων προερχομένων από χώρες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς επίσης και από τρίτες χώρες.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας - εναγομένης, ότι ενόψει του προαναφερόμενου αντικειμένου δραστηριότητάς της, εφαρμοστέες στην ένδικη διαφορά ήταν οι ως άνω ΕΚΣΣΕ που εφάρμοσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα τις διαφορές μεταξύ των εν γένει αποδοχών που έπρεπε να καταβληθούν σ' αυτόν με βάση τις προαναφερόμενες εφαρμοστέες ΣΣΕ και των καταβαλλομένων από την εναγομένη κατ' εφαρμογή άλλων ΣΣΕ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, με έλλειψη αιτιολογιών, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη τις προαναφερόμενες ΕΚΣΣΕ και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, πρώτος κύριος από τους αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και πρώτος πρόσθετος κατά το πρώτο μέρος του από τις ίδιες διατάξεις, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αναιρετικές αυτές πλημμέλειες και ειδικότερα ότι προϋπόθεση εφαρμογής των ως άνω ΕΚΣΣΕ είναι η έκδοση απ' αυτήν εισιτηρίων ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και ή άσκηση τέτοιων καθηκόντων από τον ενάγοντα κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ότι κατά συνέπεια η αναιρεσιβαλλομένη όφειλε να διαλάβει (για την εφαρμογή των ως άνω ΣΣΕ) και αντίστοιχες παραδοχές, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η έκδοση εισιτηρίων ως προϋπόθεση εφαρμογής αυτών των ΣΣΕ αφορά μόνο τα πρακτορεία ταξιδίων και τους εργαζομένους σ' αυτά, περίπτωση που δεν ενδιαφέρει εδώ.

Ακολούθως, ο αυτός πρώτος πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτονται επίσης ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, επειδή το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του εφάρμοσε τις ως άνω ΣΣΕ χωρίς να διαλάβει, ως όφειλε, παραδοχές ότι η εναγομένη αποτελεί ναυτιλιακή ή ακτοπλοϊκή επιχείρηση ή ναυτικό πρακτορείο, αφού ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης που προαναφέρθηκαν ότι η εναγομένη ασκούσε την ως άνω επιχειρηματική δραστηριότητα (αγοραπωλησία, ναύλωση, μεσιτεία αγοραπωλησιών, ναυλώσεων ή ασφαλίσεων, πρακτόρευση και ασφάλιση κάθε είδους πλοίων και σκαφών, εκτέλεση τουριστικών εργασιών, ναυτικές πρακτορεύσεις κ.λπ.) αυτή υπαγόταν στις επίμαχες ΣΣΕ και ο μη ειδικότερος ως άνω χαρακτηρισμός της δεν ασκεί έννομη επιρροή.

Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, από τα άρθ. 669§2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθ. 281 ΑΚ, δηλ. της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθ. 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, άκυρη ως καταχρηστική είναι η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν διεκδίκησε νομίμως, δικαστικά ή εξώδικα, τα δικαιώματά του.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων προς θεμελίωση της αγωγή του περί καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εξέθεσε ειδικότερα σ' αυτήν, ότι λόγω της μη καταβολής των νομίμων αποδοχών του και της μη χορήγησης εξοφλητικών σημειωμάτων σ' αυτόν από την εναγομένη προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Δυτικού Τομέα Θεσσαλονίκης και κατά την εξ αναβολής συζήτηση της εργατικής αυτής διαφοράς την 12-4-2005 εξέθεσε όλες τις σχετικές διαμαρτυρίες του, ότι λόγω των καταγγελιών του αυτών η προϊσταμένη της Επιθεώρησης Εργασίας πραγματοποίησε την 25-4-2005 επιτόπιο έλεγχο στον χώρο εργασίας του, κατά τον οποίο διαπίστωσε πληθώρα παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας εκ μέρους της εναγομένης και συνέταξε σχετικό δελτίο ελέγχου, τάσσοντας προθεσμία στην εναγομένη για την παροχή εγγράφων εξηγήσεων, ότι την 26-4-2005, επομένη του ελέγχου, η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ότι η καταγγελία αυτή είναι καταχρηστική και επομένως άκυρη, καθόσον οφείλεται σε κακότητα, μίσος, εμπάθεια, έχθρα και εκδικητικότητα της εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων της, ως συνέπεια του γεγονότος ότι διεκδίκησε τα ως άνω νόμιμα δικαιώματά του καθώς και του γεγονότος ότι ύστερα από την καταγγελία του η Επιθεώρηση Εργασίας πραγματοποίησε έλεγχο στις εγκαταστάσεις της και διαπίστωσε παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας.

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε συναφώς, ότι λόγω μη αμοιβής του σύμφωνα με τις εφαρμοστέες ως άνω ΣΣΕ και έχοντας διαμαρτυρηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, προς την εναγομένη, ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Θεσσαλονίκης για την καταβολή των διαφορών αυτών και παραπονούμενος επίσης για την μη χορήγηση σ' αυτόν εξοφλητικών αποδείξεων από τον Δεκέμβριο του 2003, ότι ύστερα από την μετ' αναβολή συζήτηση την 12-4-2005 της εργατικής αυτής διαφοράς ενώπιον της ως άνω υπηρεσίας πραγματοποιήθηκε από την Επιθεώρηση Εργασίας την 25-4-2005 έλεγχος στην επιχείρηση της εναγομένης, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι πραγματικά δεν εχορηγούντο από την εναγομένη στον ενάγοντα αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών από το Νοέμβριο του 2003 καθώς και άλλες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας και γι' αυτό έγινε εισήγηση επιβολής προστίμου στην εναγομένη, ότι την επομένη ακριβώς της διενέργειας του ελέγχου, δηλ.

την 26-4-2005, η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ότι ενόψει κυρίως του χρόνου της απόλυσης, που έγινε την επομένη του ελέγχου από την Επιθεώρηση Εργασίας και μάλιστα Μεγάλη Πέμπτη, η εναγομένη προέβη στην απόλυση του ενάγοντος όχι για επιχειρησιακούς ¬ οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά από εχθρότητα προς αυτόν και προς εκδίκησή του, λόγω του ότι η διαμαρτυρία του προς την Επιθεώρηση Εργασίας, ότι δεν του εχορηγούντο αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών από την εναγομένη, έγινε αιτία να υποβληθεί αυτή σε έλεγχο και να της επιβληθεί χρηματικό πρόστιμο για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη του "πράγμα" μη προταθέν και δη ανύπαρκτη αγωγική βάση (απόλυση του ενάγοντος λόγω επιβολής προστίμου στην εναγομένη για εργατικές παραβάσεις), αφού η ως συνέπεια της προσφυγής του ενάγοντος προκύψασα επιβολή προστίμου δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά ο προταθείς πράγματι αγωγικός ισχυρισμός ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από εχθρότητα προς τον ενάγοντα και προς εκδίκησή του λόγω της νόμιμης, αλλά μη αρεστής στην εναγομένη, συμπεριφοράς του και δη της διεκδίκησης δικαιωμάτων του από την σύμβαση εργασίας με την προσφυγή του στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνακολούθως δε και κατά το δεύτερο από τον αριθ. 19 του αυτού άρθρου για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, λόγω μη αναφοράς στην προσβαλλομένη απόφαση, εάν και πότε επεβλήθη πρόστιμο στην εναγομένη.

Με τον τρίτο (και τελευταίο) κύριο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, μη διαλαμβάνοντας σχετικές αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθ. 59, 648, 652, 653, 656, 914 και 932 ΑΚ και του άρθ. 23§2 ν. 1264/1982, καθόσον επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία και κατά παράβαση των διατάξεων αυτών η εναγομένη υποχρεώθηκε ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την έφεση της αναιρεσείουσας και τις επ' αυτής προτάσεις της (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα - εναγομένη δεν είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση με λόγο έφεσης, κύριο ή πρόσθετο, ως προς το κεφάλαιο αυτό, ως προς το οποίο η υπόθεση δεν μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο σχετικός δε ισχυρισμός δεν ανήκει σ' αυτούς που κατ' εξαίρεση και κατά περιοριστική αναφορά λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθ. 562§2 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο (και τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν έγγραφα που η αναιρεσείουσα νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιον αυτού και συγκεκριμένα:

α) τη με αριθμό 211.19.1./2007 βεβαίωση του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν φέρει άδεια Ναυτικού Πρακτορείου, β) τη με αριθμό 310/2-5-2007 διεθνούς Ναυτικής Ένωσης, γ) τις από 3-5-2007 βεβαιώσεις του Συλλόγου πρακτόρων Θεσσαλονίκης για το ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε υπήρξε μέλος του εν λόγω σωματείου και δ) το με αριθμό 2113.7/41/07 έγγραφο του κεντρικού λιμεναρχείου Πειραιά για το ότι δεν έχει εκδοθεί άδεια ασκήσεως επαγγέλματος πράκτορα στο όνομα της αναιρεσείουσας.

Από την περιεχομένη όμως στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ενώ θέμα καταβολής δικαστικής δαπάνης στον αναιρεσίβλητο δεν τίθεται αφού δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "MEDTAINER Ανώνυμος Μεταφορική και Ναυτιλιακή Εταιρία (ΜΕΝΤΕΪΝΕΡ)" και τους από 9-2-2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 579/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ