Legislator Case Law & Legislation
1087/2008 AI generated

1087/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1087/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 9/5/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως του Παν. Παντίσκα για αναίρεση της 45/2004 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1087/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που όρισε ότι "καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται" αφορά βεβαίως όλα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα που τελούν υπό την εγγύηση και την προστασία του κράτους, τα οποία όμως περιορίζει όχι χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά μόνο εφόσον από την καταχρηστική άσκησή τους βλάπτεται το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (βλ.

Keywords

AI generated
occupational migration commuting expenses transfer of employment relationship posted workers detachment disciplinary transfer wages and movements of workers
AI generated
1366/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
1371/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
1546/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34127/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1987/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/2/2004 αίτησή του.
1371/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
386/2011
Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ΄ αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Εργοδότης θεωρείται παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπερ χρησιμοποιεί την εργασίαν άλλων φυσικών προσώπων, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτός δε ο παρέχων εις εργοδότην εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης, είτε κατά χρονικήν διάρκειαν, είτε κατά μονάδα ή κατ΄ αποκοπήν ή ποσοστά.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1087 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1087/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ταξιάρχη Γαλανό, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης μεταλλευτικής εταιρίας, που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΔΕΛΦΟΙ-ΔΙΣΤΟΜΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 9/5/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως του Παν. Παντίσκα για αναίρεση της 45/2004 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ως χρόνος εργασίας νοείται ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου ο εργαζόμενος μπορεί αλλά και οφείλει να παράσχει την εργασία του. Στο άρθρο 14 παρ. 1 του π.δ/τος της 2716/1932 ορίζεται ότι ως ώρες εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι διακοπές ή τα διαλείμματα εργασίας. 'Ετσι ο χρόνος που απαιτείται για τη μετάβαση του εργαζόμενου από την κατοικία του στον τόπο παροχής της εργασίας και επιστροφής, δεν αποτελεί κατά κανόνα, χρόνο εργασίας, δηλαδή της εκπλήρωσης από αυτόν της συμβατικής του υποχρέωσης έναντι του εργοδότη του, κατά την έννοια του άρθρου 652 ΑΚ, αλλά χρόνο διατιθέμενο από τον εργαζόμενο προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσής του προς παροχή της συμφωνημένης εργασίας του.

Συνεπώς αυτός (ο εργαζόμενος) καθορίζει και τη διάρκεια του εν λόγω χρόνου, με την επιλογή της κατάλληλης προς τούτο κατοικίας, εφόσον τουλάχιστον, δεν επιβάλλονται από τον εργοδότη δεσμεύσεις, με τις οποίες χάριν αυτού ο άνω χρόνος παρατείνεται, ούτε υφίσταται συμφωνία μεταξύ των μερών (άρθρο 361 ΑΚ) να καταβάλλεται και για την απασχόληση αυτή (δηλαδή για τη μετάβαση στο τόπο εργασίας και επιστροφή στην κατοικία) αμοιβή.

Δεν μπορεί, επομένως, χωρίς συμφωνία να τεθεί ζήτημα υπερωριακής απασχόλησης, στην περίπτωση αυτή. Περαιτέρω ο εργοδότης, κάνοντας χρήση του διευθυντικού του δικαιώματος, συναγόμενο από το προαναφερόμενο άρθρο 652 ΑΚ, δικαιούται να καθορίζει, επιδιώκοντας την οργάνωση της επιχείρησής του κατά τον προσφορότερο τρόπο, την έκταση της προς εργασίας υποχρέωσης του εργαζόμενου στην επιχείρησή του, και ειδικότερα να προσδιορίζει το είδος, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας, επομένως και να μεταθέτει τον εργαζόμενο σε άλλο τόπο, αν η επιχειρηματική δραστηριότητα σε περισσότερου τόπους, εφόσον το δικαίωμά του τούτο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιορίζεται είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την εργασιακή σύμβαση.

Εξάλλου, η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ προϋποθέτει ύπαρξη δικαιώματος και άσκηση του δικαιώματος αυτού. Η άρνηση του δικαιώματος από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται δεν συνιστά άσκηση, ούτως ώστε να τεθεί ζήτημα παραβίασης ή μη των ορισμών του άρθρου 281 ΑΚ. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι για να θεωρηθεί ο χρόνος μετάβασης από τον τόπο κατοικίας του εργαζόμενου στον τόπο παροχής της εργασίας του ως χρόνος εργασίας απαιτείται θετική δήλωση των βουλήσεων των μερών, η οποία στηρίζεται στη φυσική ευχέρεια κάθε προσώπου, που έχει ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, να καταρτίζει με τρίτους συμβάσεις ή ν' αποκρούει την κατάρτισή τους.

Η εξουσία αυτή, που αποτελεί έκφανση του κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ατομικού δικαιώματος για ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελεύθερη επαγγελματική και οικονομική δράση, ως εκ της φύσεώς της, δεν υπόκειται σε περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, παρεχόμενου στον δικαιούχο από θετική διάταξη δικαίου και αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος.

Τέλος το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που όρισε ότι "καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται" αφορά βεβαίως όλα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα που τελούν υπό την εγγύηση και την προστασία του κράτους, τα οποία όμως περιορίζει όχι χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά μόνο εφόσον από την καταχρηστική άσκησή τους βλάπτεται το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (βλ.

ΑΠ 33/1987). Επομένως, ο εργαζόμενος, ο οποίος αφιερώνει αρκετό από τον χρόνο του για την μετάβαση από την κατοικία του στον τόπο εργασίας και για την επιστροφή του, για τον οποίο η εργασιακή σύμβασή του ρητώς δεν τον συμπεριλαμβάνει στον χρόνο της εργασίας ή για τον οποίο δεν προβλέπεται ή δεν υπάρχει όρος στη σύμβαση, δεν έχει δικαίωμα, επικαλούμενος ότι ο εργοδότης άσκησε καταχρηστικώς τη φυσική ευχέρεια που είχε ν' αρνηθεί την αναγνώριση του εν λόγω χρόνου ως χρόνου υπερωριακής εργασίας, ν' αξιώσει αποζημίωση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν.2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων της εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού δικαιώματός του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο όμως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 258, 648 και 652 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή τω όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικώς τις εξής δυνατότητες :

α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.

Η μεταβολή των όρων της εργασίας παύει να είναι μονομερής εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτής ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, και έτσι ο εργαζόμενος δε μπορεί ν' ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχ. β' και γ' αξιώσεις. Σιωπηρή αποδοχή συνιστά η επί μακρόν χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας.

Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως αυτή προκύπτει, τ' ακόλουθα πραγματικά γεγονότα : Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΒΩΞΙΤΑΙ ΔΙΣΤΟΜΟΥ ΑΕ" την ..... με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως β' αποθηκάριος, προκειμένου να εργαστεί στην εκμετάλλευση των μεταλλείων του βωξίτη που βρίσκονταν στην επαρχία Λιβαδειάς (με κέντρο το Δίστομο) και στο νομό Φωκίδας (με κέντρο εκμετάλλευσης το χωριό Δεσφίνα), όπως αναγραφόταν σαφώς στη σύμβαση πρόσληψης.

Επίσης στη σύμβαση αναγραφόταν ότι "ο απαιτούμενος χρόνος δια μεταφοράν εις τους τόπους εργασίας δεν αποτελεί χρόνον εργασίας" και ότι "Η εταιρία, κατά τας ανάγκας της δύναται να χρησιμοποιεί τον μισθωτό εις οιονδήποτε εκ των εργοταξίων της.... εις άπασαν την περιφέρειαν, εν ή ευρίσκονται τα υπό εκμετάλλευσιν μεταλλεία (άρθρο στ').

Από τους παραπάνω όρους της σύμβασης εργασίας συνάγεται ότι είχαν συμφωνηθεί συμβατικά ορισμένοι τόποι παροχής της εργασίας του αναιρεσείοντος και ήταν μόνο αυτοί που αναγράφονταν στη σύμβαση ως κέντρα εκμετάλλευσης και όχι οποιοσδήποτε άλλος τόπος μεταφοράς της εκμετάλλευσης σε άλλη περιοχή. Η αναιρεσίβλητη εταιρία το έτος 1989 απορρόφησε την ανωτέρω εργοδότιδα εταιρία και ο αναιρεσείων έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη, εργαζόμενος συνεχώς, από την πρόσληψή του, στην περιοχή Διστόμου, όπου υπήρχαν επτά εργοτάξια και όπου κατοικούσε και κατοικεί.

Αφού εξαντλήθηκαν τα αποθέματα βωξίτη της περιοχής Διστόμου η αναιρεσίβλητη, από το μήνα Αύγουστο του έτους 1995, στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εταιρία "......", αποφάσισε να μεταφέρει τη μεταλλευτική της δραστηριότητα στη θέση "'Ανω Κουνουκλιά" Φωκίδας, σε απόσταση περίπου 55 χιλιομέτρων από το Δίστομο.

Προς τούτο η αναιρεσίβλητη εταιρία ανακοίνωσε νωρίτερα και δη στις 25-11-1994 με το .... υπηρεσιακό σημείωμα στους εργαζόμενούς τους (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) ότι όποιος θα συνεχίσει την εργασία του στη νέα θέση του άλλου νομού και επιθυμεί να κατοικήσει στην Ιτέα ή την 'Αμφισσα του νομού Φωκίδας, θα ελάμβανε ως βοήθημα ειδικής αποστέγασης το ποσό των 45.000 δραχμών περίπου, όποιος δεν επιθυμούσε να κατοικήσει στις ανωτέρω πόλεις θα μεταφερόταν με λεωφορείο της αναιρεσίβλητης από το Δίστομο στο νέο τόπο εργασίας, ενώ, όποιος μισθωτός δεν επιθυμούσε καμία από τις ανωτέρω δύο προτεινόμενες λύσεις, θ' απολυόταν.

Η μεταφορά αυτή της εκμετάλλευσης της επιχείρησης είναι προφανές ότι οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και αποτελούσε νόμιμο δικαίωμα της αναιρεσίβλητης (αφού αν δεν υπήρχε η μετακίνηση θα έπαυε τη μεταλλευτική δραστηριότητά της στην περιοχή) και ότι οι ανωτέρω όροι γνωστοποιήθηκαν και δόθηκαν ως κίνητρο για την παραμονή των εργαζομένων στην επιχείρηση και με σκοπό τη συνέχιση της εργασίας τους στη νέα έδρα, ενώ η γνωστοποίησή τους δεν αποτελούσε ούτε εκβιαστικό δίλημμα ούτε παράνομη συμπεριφορά.

Το μήνα Ιούλιο του 1995 έγινε η μεταφορά της έδρας εκμετάλλευσης βωξίτη από το Δίστομο Βοιωτίας στην 'Ανω Κονουκλιά Φωκίδας και όλοι οι εργαζόμενοι της αναιρεσίβλητης αποδέχθηκαν σιωπηρά τη μεταφορά αυτή. Ειδικότερα, τρεις εργαζόμενοι ζήτησαν και έλαβαν το βοήθημα ειδικής αποστέγασης, ενώ περίπου τριάντα εργαζόμενοι (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) προτίμησαν να μεταφέρονται με λεωφορεία της αναιρεσίβλητης από το Δίστομο Βοιωτίας στο νέο τόπο εργασίας, που απέχει 55 χιλιόμετρα και για τη μετάβαση και την επιστροφή απαιτείται συνολικό χρόνος δύο ωρών και 15 λεπτών.

Από τ' ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αφού δεν ορίστηκε συμβατικά είτε με την αρχική σύμβαση είτε μεταγενέστερα, ότι ο χρόνος μεταφοράς στον τόπο εργασίας θ' αποτελεί χρόνο εργασίας, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται ν' αξιώσει τα αιτούμενα με την αγωγή του ποσά για υπερωριακή απασχόληση, με βάση την εργασιακή σύμβαση.

Περαιτέρω προκύπτει ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης έναντι των εργαζομένων στην επιχείρησή της καθώς και η άρνησή της ν' αποδεχθεί τον χρόνο μεταφοράς στον τόπο εργασίας και επιστροφής στην κατοικία του αναιρεσείοντος ως χρόνο εργασίας, δεν αντίκειται σε διάταξη νόμου και δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Και εφόσον ο αναιρεσείων μέσα σε χρονικό διάστημα 5,5 ετών δεν άσκησε κάποιο από τα δικαιώματά του που προαναφέρθηκαν και δεν είχε διαμαρτυρηθεί είναι προφανές ότι είχε αποδεχθεί σιωπηρά την πρόταση της αναιρεσίβλητης για παροχή της εργασίας του στο νέο τόπο εργασίας και ως εκ τούτου η αρχική σύμβαση εργασίας μεταβλήθηκε συμβατικά κατά περιεχόμενο με το νέο αυτό όρο.

Με βάση αυτά, κατέληξε το Εφετείο, ο αναιρεσείων δεν δικαιούται να ζητήσει με αγωγή ν' αναγνωριστεί ότι ο χρόνος μετάβασης και επιστροφής στην εργασία αποτελεί χρόνο εργασίας ή υπερωριακή απασχόληση και ν' αξιώσει αντίστοιχες αποδοχές, λόγω μη ύπαρξης συμβατικού όρου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288 ΑΚ και 7 εδ.

α' του ν. 2112/1920, διότι η μεταβολή του τόπου εργασίας του αναιρεσείοντος δεν έγινε από την αναιρεσίβλητη κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και καθ' υπέρβαση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματός της, ούτε η άρνηση αυτής να θεωρήσει τον χρόνο μετάβασης και επιστροφής από την εργασία ως χρόνο παροχής εργασίας αντίκειται στις αρχές των διατάξεων των προαναφερόμενων άρθρων 281 και 288 ΑΚ.

Επίσης το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλά, αντίθετα, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες στηρίζει το διατακτικό του, δηλαδή την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντα.

Συνεπώς οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2005 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 45/2004 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ