1087/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1087/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.11 περ.γ΄ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την τελευταία, ως άνω, διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, η ανάγκη δε επικλήσεως ισχύει και για την ομολογία.
Full text
Απόφαση 1087 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1087/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...... και 2. ....., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλαφογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σχινά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5540/1998, 280/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1235/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2002 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 12-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης. Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων μπορούσε να γίνει.
Περαιτέρω, από το άρθρο 522 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής προσβαλλομένων κεφαλαίων της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ειδικότερα, όταν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής ενώνονται, σύμφωνα με το άρθρο 218 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερευνήσει μία ή μερικές μόνον απ' αυτές και παραλείψει να ερευνήσει τις υπόλοιπες, η μεταβίβαση στο Εφετείο των μη ερευνηθεισών αιτήσεων και η εξουσία αυτού προς έρευνά τους προϋποθέτει αναγκαίως έφεση του ενάγοντος ως προς αυτές διότι διαφορετικά οι εν λόγω αιτήσεις δεν μεταβιβάζονται στο Εφετείο και το τελευταίο αυτό δεν μπορεί να τις εξετάσει, ούτε μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή λόγου έφεσης του ενάγοντος για ερευνηθείσα και απορριφθείσα, αντικειμενικώς σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής, αίτηση αυτού.
Eν προκειμένω, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.1 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες α) της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 70 ΚΠολΔ, 974, 984 παρ.1, 987, 989, 1000, 1033, 1094 και 1108 του ΑΚ, που συντελέστηκε με την παράλειψη εφαρμογής τους, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και β) ότι άφησε αδίκαστες αιτήσεις των αναιρεσειόντων, που συνίστανται (οι πλημμέλειες) στο ότι, ενώ στο δικόγραφο της ένδικης από 20-11-1997 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης είχαν ενωθεί περισσότερες αιτήσεις, ήτοι 1) περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου των εναγόντων επί ολόκληρης της επίδικης εδαφικής λωρίδας, 2) περί αναγνωρίσεως της συννομής των εναγόντων επί της ιδίας λωρίδας, 3) περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητας των εναγόντων επί τμήματος της ίδιας λωρίδας και αποδόσεως τούτου σ' αυτούς, 4) περί αναγνωρίσεως της, αμφισβητούμενης από την εναγόμενη, συγκυριότητας των εναγόντων επί του υπολοίπου, μη αφαιρεθέντος ή κατακρατηθέντος, τμήματος της ίδιας λωρίδας και άρσεως της διατάραξης της συγκυριότητάς τους και παραλείψεως αυτής στο μέλλον, 5) περί αποδόσεως της συννομής των εναγόντων επί τμήματος της εδαφικής λωρίδας, από τη συννομή του οποίου παράνομα αποβλήθηκαν από την εναγόμενη, και 6) περί παύσεως της παράνομης διατάραξης της συννομής των εναγόντων εφ' όλης της επίδικης εδαφικής λωρίδας και παράλειψής της στο μέλλον, το Εφετείο, κατόπιν ασκηθείσας από τους ενάγοντες εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης (με την οποία απορρίφθηκαν ως αόριστες οι ως άνω με αριθ.1 και 3 αιτήσεις περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητας των εναγόντων επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και αποδόσεως σ' αυτούς του κατεχομένου από την εναγόμενη τμήματος της εν λόγω εδαφικής λωρίδας), αποφάνθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μόνο επί των ως άνω υπ' αριθ.1 και 3 αιτήσεων, τις οποίες, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν, παραλείποντας να δικάσει τις υπόλοιπες, σωρευόμενες στην ένδικη αγωγή, αιτήσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες στηρίζονται στις προαναφερθείσες διατάξεις, με αποτέλεσμα αφενός μεν να παραβιάσει (το Εφετείο) με την παράλειψη εφαρμογής τους τις εν λόγω διατάξεις, αφετέρου δε να αφήσει αδίκαστες τις ως άνω υπόλοιπες αιτήσεις των αναιρεσειόντων.
Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί, πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσειόντων, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), οι τελευταίοι δεν επανέφεραν μ' αυτήν, ως όφειλαν, στο Εφετείο τις ως άνω υπόλοιπες, σωρευόμενες στην ένδικη αγωγή, αιτήσεις, που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ και στις οποίες στηρίζονται οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ. Επειδή ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.1 και 8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται στο ότι α) εσφαλμένα δέχθηκε ως "επίδικο" το τμήμα του εδάφους μήκους 9,88 μ. και πλάτους 0,25μ., το οποίο αποτυπώνεται με τα γράμματα ΔΕ στο σχεδιάγραμμα πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα Πέτρου Στεφάνου, ενώ το πράγματι επίδικο τμήμα είναι αυτό που έχει μήκος 12μ. και πλάτος 0,25μ. και αποτυπώνεται στο ως άνω σχέδιο με τα γράμματα ΓΔ, παραβιάζοντας έτσι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 1094 ΑΚ, και β) με την παραπάνω παραδοχή δεν έλαβε υπόψη το προτεινόμενο με την αγωγή ως επίδικο εδαφικό τμήμα, είναι απορριπτέος, ως προς αμφότερα τα μέρη αυτού, ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως της παραβίασης του άρθρου 1094 ΑΚ πλήττεται η ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1995), αφετέρου δε διότι το προτεινόμενο με την αγωγή, ως επίδικο, εδαφικό τμήμα δεν συνιστά "πράγμα", ήτοι αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσειόντων.
ΙΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.11 περ.γ΄ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την τελευταία, ως άνω, διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, η ανάγκη δε επικλήσεως ισχύει και για την ομολογία.
Συνεπώς, ο τέταρτος από τον αριθμό 11 περ.γ΄ (και όχι από τον εσφαλμένα αναγραφόμενο στο αναιρετήριο αρ.12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της δικαστικής ομολογία της αναιρεσίβλητης περί της συγκυριότητας των αναιρεσειόντων επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, η οποία (ομολογία) περιέχεται τόσο στα υπ' αριθ. 5540/1998 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και στις κατατεθείσες ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου προτάσεις της, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρει ότι έγινε επίκληση της ως άνω ομολογίας ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου.
Εξάλλου, η ως άνω αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης δεν ιδρύει τον από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφού η διάταξη του άρθρου 352 παρ.1 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου τοιαύτη, ούτε αυτόν από τον αριθ.8 περ.β΄ του ίδιου άρθρου, αφού η δικαστική ομολογία είναι αποδεικτικό μέσο κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ και όχι "πράγμα" δηλαδή αυτοτελής ισχυρισμός, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.
IV. Επειδή με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι από τους αριθ.11 περ.γ΄, 12 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, "δεν έλαβε υπόψη του τα δημόσια έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση ενώπιόν του ως αποδεικτικά μέσα, παραβίασε δε και τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον, ενώ τα δημόσια αυτά έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη κατ' άρθρο 438 του ΚΠολΔ, εντούτοις δεν προσέδωσε σε αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την τοιαύτη αποδεικτική αξία και δύναμη, με συνέπεια να ερμηνεύσει και εφαρμόσει εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε (1033, 1192, 1094 και 1045 ΑΚ) και εσφαλμένα και παράνομα απέρριψε την αγωγή μας ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ από το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..... ....
το 24439/1956 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαριλάου Βλαβιανού και το προσαρτημένο σε αυτό από 14-9-1956 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..... ..... τις από 18-9-1956 δύο έγγραφες δηλώσεις του τότε πωλητή .... προς τον τότε αγοραστή ..... (ήτοι από τον απώτατο προς τον απώτερο δικαιοπάροχό μας), προκύπτει και αποδεικνύεται ότι ο επίδικος μανδρότοιχος ανήκει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία μας .....
παρά το στοιχεία αυτά ο διορισθείς πραγματογνώμων παραποίησε την προκύπτουσα πραγματική κατάσταση, συντάσσοντας έτσι ψευδή πραγματογνωμοσύνη, την οποία δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά να λάβει υπόψη του τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα και να υπαγάγει ορθά τα αποδειχθέντα αληθή γεγονότα στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου".
Όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, οι μεν από τους αριθ.11 περ.γ΄ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω της αντιφατικότητας αυτών, διότι δεν είναι νοητό το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση δημόσια έγγραφα και παράλληλα να παραβιάσει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη τούτων, ο δε από τον αριθ.1 του ίδιου ως άνω άρθρου διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττεται η ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1995).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2002 αίτηση αναιρέσεως της 1235/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ