Legislator Case Law & Legislation
1087/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague payment defense and arbitrary cost allocation.

Case Number 1087/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a lower court ruling. The appellant argued that the appellate court improperly declared a payment defense inadmissible due to vagueness and arbitrarily assigned excessive legal costs. The court found the defense was indeed vague as it lacked specific breakdowns of paid amounts and rejected the cost allocation claim as a matter of fact review not subject to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(14) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appeal regarding the inadmissibility of a payment defense fails if the defense lacks specific details on amounts paid, and cost allocation claims based on partial victory are inadmissible as they fall within the appellate court's discretion on factual matters.

Keywords

AI generated
inadmissible defense vague payment claim legal costs allocation partial victory procedural appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 262(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 416 of the Civil Code
Art. 178 of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 12 of Law 2298/1995
Art. 28(3) of Law 2579/1998
Art. 42 of Law 2721/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1087 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1087/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου κατ' άρθρον 33 του ν. 2937/2001 του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ», το οποίο καταργήθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση με το άρθρο 13 του ν. 2628/1998, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη, πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: ....(αναφέρονται 5 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 491/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3486/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-5-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 12 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε επίσης την απόρριψη της αιτήσεως, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, για το παραδεκτό της ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, προσκομίζεται η 714/2003 θετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 άρθρου 12 του ν. 2298/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση -όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ)- πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Ειδικά η κατά το άρθρο 416 ΑΚ ένσταση της καταβολής (εξόφλησης) ποσών που γίνεται για την απόσβεση αξιώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν σε αποδοχές, για να είναι σαφής και ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε και την αιτία της καταβολής τους.

Διαφορετικά η ένσταση αυτή, έστω και αν αναφέρεται το συνολικώς καταβληθέν ποσό, είναι αόριστη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, αφού έκρινε ότι οι διάδικοι συνδέονταν με απλή σχέση εργασίας, λόγω ακυρότητας των μεταξύ τους επίδικων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επιδίκασε στις ήδη αναιρεσίβλητες, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τον νόμο, τα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για αξιώσεις τους κατά του εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ» (ΕΛΚΕΠΑ), στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως ειδικός διάδοχος κατά το άρθρο 33 του ν. 2937/2001.

Ειδικότερα οι ένδικες αξιώσεις, κατά τις διακρίσεις που γίνονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση για καθεμία ενάγουσα, αφορούσαν διαφορές αποδοχών και αμοιβής για πρόσθετη εργασία και για υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση καθώς και για επιδόματα εορτών και άδειας και αποδοχές άδειας του χρονικού διαστήματος των ετών 1986 έως 1998.

Με την έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως το εναγόμενο είχε ισχυριστεί ότι εξόφλησε τις ένδικες αξιώσεις και ότι αυτό προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις αμοιβών για τις οποίες οι ενάγουσες εξέδιδαν δελτίο παροχής υπηρεσιών, αναφέρει όμως απλώς το συνολικό ποσό που κατέβαλε σε καθεμία από αυτές κατά τα έτη 1991 έως 1998, χωρίς μνεία των επιμέρους ποσών που απαρτίζουν το συνολικό αυτό ποσό ούτε της αιτίας της καταβολής τους και ειδικότερα των απαιτήσεων για τις οποίες καταβλήθηκε κάθε επιμέρους ποσό.

Με βάση όσα προεκτέθηκαν, η παραπάνω ένσταση καταβολής είναι αόριστη. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα απέρριψε ως αόριστη την προαναφερόμενη ένσταση, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από το άρθρο 178 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 2915/2001 (1-1-2002), συνάγεται ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, αν η ήττα ή η νίκη είναι ίσης έκτασης, το δικαστήριο συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα, ενώ αν είναι διαφορετικής έκτασης τα κατανέμει ανάλογα με την έκταση, μπορεί δε να επιβάλει το σύνολο αυτών σε βάρος του ενός μόνο διαδίκου, εφόσον το απορριφθέν μέρος της αιτήσεως του άλλου είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν αυτά. Δηλονότι συνάγεται ότι η ρύθμιση του αντίστοιχου θέματος των δικαστικών εξόδων και ειδικότερα η επιβολή μέρους αυτών λόγω μερικής ήττας, ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι απαράδεκτος και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, καταδικάζοντας το εναγόμενο -ενόψει της εκατέρωθεν νίκης και ήττας- σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγουσών, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, χωρίς αιτιολογία προσδιόρισε αυτό στο δυσανάλογα υψηλό ποσό των 760.000 δραχμών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2003 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3486/ 2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ