Supreme Court dismisses appeal on ship nationality registration, ruling no new transfer occurred upon dissolution of sale contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Port Authority and State against the Court of First Instance's decision regarding a ship's nationality certificate. The shipowner argued that dissolving the sale contract automatically restored the previous ownership status without requiring a new transfer or registration. The Court agreed that this situation constituted a change of owner rather than a new transfer, meaning the original registration remained valid without further procedural steps.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13(1)(a) and (c) of Law 187/1973; Upon dissolution of a ship sale contract, the automatic restoration of the prior ownership regime constitutes a change of owner rather than a new transfer, thereby exempting the issuance of a new nationality certificate from the requirement of registering a new transaction in the ship registry.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1086 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1086/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Νηολόγου και Ναυτικής Υποθηκοφύλακος του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει εντός του Λιμένα Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΤΣΙΠΟΥΡΑΣ ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΕΣ ΕΠΙΒΑΤΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΘΑΛΑΜΗΓΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στο Πλαγιάρι Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Μανώλογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2017 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1305/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1356/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 6-6-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1658/190/7-6-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1356/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθρο 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με άρθρο 791 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Αναφορικώς με το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ναυτιλιακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την υπ' αριθμ. καταθ. 109809/14358/13-9-2017 αίτησή της, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ισχυρίσθηκε ότι είναι πλήρης και αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του περιγραφόμενου στην αίτηση επιβατηγού τουριστικού πλοίου, με αριθμό νηολογίου 681 και ότι, δυνάμει του από 10-6-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταχωρίσθηκε νομίμως στο νηολόγιο του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης την 13-6-1997, πώλησε και μεταβίβασε το ως άνω πλοίο στον Μ.
Κ., αντί τιμήματος καταβλητέου σε έξι δόσεις, με το ίδιο δε συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι η ως άνω σύμβαση τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση της εξοφλήσεως του τιμήματος. Ότι την 14-6-1997 εκδόθηκε έγγραφο εθνικότητας του ως άνω πλοίου στο όνομα του αγοραστή Μ. Κ.υ. Ότι λόγω της μη εξοφλήσεως του τιμήματος από τον ανωτέρω αγοραστή κατά τα συμφωνηθέντα, πληρώθηκε η ως άνω διαλυτική αίρεση και ανατράπηκαν τόσον η ενοχική σύμβαση πωλήσεως, όσον και η εμπράγματη σύμβαση μεταβιβάσεως της κυριότητας του πλοίου, με αποτέλεσμα να καταστεί εκ νέου η ίδια κυρία του πλοίου.
Ότι με την υπ' αριθμ. 15328/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ίδια είναι κυρία του πλοίου και υποχρεώθηκε ο Μ. Κ.ς να της αποδώσει το πλοίο, ενώ με την υπ' αριθμ. 2108/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκαν οι αντίθετες εφέσεις που ασκήθηκαν κατά της ως άνω αποφάσεως, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη.
Ότι με την από 3-3-2017 αίτηση που κατέθεσαν η ίδια και ο Μ. Κ.ς στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης, ζήτησαν να καταχωρισθούν οι δύο προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις στο νηολόγιο και να εκδοθεί στο όνομα της αιτούσας έγγραφο εθνικότητας του πλοίου, καθώς και ότι η καθής η αίτηση Νηολόγος και Ναυτική Υποθηκοφύλακας του ως άνω Λιμεναρχείου αρνήθηκε να προβεί στις παραπάνω ενέργειες, συντάσσοντας έκθεση στην οποία εξέθετε τους λόγους απορρίψεως της εν λόγω αιτήσεως.
Με βάση αυτό το ιστορικό, η αιτούσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον λόγω της ιδιότητάς της ως κυρίας του πλοίου, ζήτησε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 791 του Κ.Πολ.Δ., να διαταχθεί η καθής η αίτηση να καταχωρίσει την υπ' αριθμ. 15328/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθμ. 2108/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης στο νηολόγιο του ως άνω Λιμεναρχείου και να προβεί στην έκδοση εγγράφου εθνικότητας του ως άνω πλοίου στο όνομα αυτής, χωρίς την προσκόμιση των δικαιολογητικών που απαιτούνται επί μεταβιβάσεως κυριότητας πλοίου.
Κατά την συζήτηση της αιτήσεως το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθής η αίτηση, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, ζητώντας την απόρριψη της αιτήσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 1305/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση, αφού απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αίτημα για την καταχώρηση στο νηολόγιο των ανωτέρω δύο αποφάσεων και δέχθηκε το δεύτερο αίτημα, υποχρεώνοντας την καθής η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσα να εκδώσει νέο έγγραφο εθνικότητας για το προαναφερθέν πλοίο, χωρίς την προσκόμιση από την αιτούσα των δικαιολογητικών, που απαιτούνται από τον νόμο επί μεταβιβάσεως της κυριότητας πλοίου.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση η καθής η αίτηση και το υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνον. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 553/2023, Α.Π. 1673/2022).
Από τις διατάξεις των άρθρων 202, 204, 361 και 513 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι, αν στην σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητος ακινήτου, προστεθεί διαλυτικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση που ο αγοραστής, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια μέσα σε τακτή προς τούτο προθεσμία, δεν προέβη στην εκπλήρωση αυτής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος, θα εκπίπτει από κάθε δικαίωμά του, που απορρέει από την πώληση και το πωληθέν θα καθίσταται αναγόραστο και θα επιστρέφεται χωρίς άλλη διατύπωση στην κυριότητα του πωλητή, αν η διαλυτική αυτή αίρεση πληρωθεί, επέλθει δηλαδή το μελλοντικό και αβέβαιο αυτό γεγονός, τότε ανατρέπονται αυτοδικαίως τα αποτελέσματα της συμβάσεως και επανέρχεται η προηγουμένη κατάσταση, με συνέπεια τα μέρη να υποχρεούνται να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν παροχές, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (Α.Π. 1616/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.Δ. 187/1973 (Κ.Δ.Ν.Δ.) "1. Υπό της αναγνωρισάσης το πλοίον Αρχής εκδίδεται έγγραφον εθνικότητος περιλαμβάνον τα κύρια χαρακτηριστικά εξειδικεύσεως του πλοίου (όνομα, χωρητικότης, αριθμός και λιμήν νηολογήσεως κλπ.), στοιχεία πλοιοκτήτου ως και άλλα στοιχεία διά Π. διατάγματος οριζόμενα, αναγόμενα εις την τεχνικήν περιγραφήν τού πλοίου. 2.
Το έγγραφον εθνικότητος φυλάσσεται πάντοτε επί του πλοίου", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 13 του παραπάνω Ν.Δ., "1. Νέον έγγραφον εθνικότητος εκδίδεται: α) λόγω μεταβολής στοιχείων εκ των διαλαμβανομένων, κατά το άρθρον 7, εν τω εγγράφω εθνικότητος. Εν τη περιπτώσει ταύτη επιστρέφεται το παλαιόν εις την Λιμενικήν Αρχήν του λιμένος νηολογήσεως.
β) λόγω απωλείας, καταστροφής ή φθοράς του προηγουμένως εκδοθέντος, βεβαιουμένης ενόρκως υπό του πλοιοκτήτου ή του πλοιάρχου ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου ή Λιμενικής ή Προξενικής Αρχής. γ) επί πάσης μεταβιβάσεως της κυριότητος του πλοίου, μερικής ή ολικής".
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 202 του Α.Κ., 7 παρ. 1 και 13 παρ. 1, περ. α' και γ' του Ν.Δ. 187/1973, 4 παρ. 1 εδάφ. α' και 2 και 19 παρ. 1 του Ν. 27/1975, 88 του Π.Δ. 913/1978 και 1, 7 και 13 του Ν. 1587/1950, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την νομική εκτίμηση της από 11-9-2017 αιτήσεως, με το να δεχθεί, εσφαλμένα κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ότι εν προκειμένω υπάρχει μεταβολή των στοιχείων του πλοιοκτήτη και όχι μεταβίβαση του πλοίου, εσφαλμένα ερμήνευσε τους ανωτέρω κανόνες δικαίου, τις οποίες διατάξεις η προσβαλλόμενη παραβίασε ευθέως.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του για το ανωτέρω ζήτημα που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 10-6-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ της αιτούσας ναυτιλιακής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Τσιπούρας Κρουαζιέρες Επιβατικών Τουριστικών και Θαλαμηγών Πλοίων Ναυτιλιακή Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης" και του Μ.
Κ.υ, η πρώτη πώλησε και μεταβίβασε στον δεύτερο κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ένα επιβατηγό τουριστικό πλοίο, με το όνομα "ΜΕΝΙΑ -ΜΑΡΙΑ", Νηολογίου Θεσσαλονίκης (αριθ. 681), κατασκευασμένο από χάλυβα, με δύο προωστήριες μηχανές τύπου 8V71 7982-7000 (DIESEL ALLISON), ιπποδύναμης 2 X 239 = 478 ΒΗΡ, χωρητικότητας ολικής ΚΟΧ 73,40 και καθαρής ΚΚΧ 34,21, ολικού μήκους 23 μ, μήκους νηολόγησης 21 μ., πλάτους νηολόγησης 6,85 μ.
και βάθους νηολόγησης 2,11 μ., αντί τιμήματος 45.000.000 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικώς από τον αγοραστή σε έξι (6) δόσεις. Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό περιλήφθηκε ο όρος ότι "προς εξασφάλιση της απαίτησης της πωλήτριας το πλοίο τελεί υπό διαλυτική αίρεση μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως του τιμήματος".
Το εν λόγω συμφωνητικό καταχωρίστηκε την 13-6-1997 στο νηολόγιο Θεσσαλονίκης με αριθ. 681 και την 14-6-1997 εκδόθηκε στο όνομα του αγοραστή το έγγραφο εθνικότητας του πλοίου. Λόγω της μη πλήρους εξόφλησης του τιμήματος από τον αγοραστή κατά τα συμφωνηθέντα, πληρώθηκε η ως άνω διαλυτική αίρεση και ως εκ τούτου ανατράπηκε τόσο η ενοχική σύμβαση πώλησης, όσο και η εμπράγματη σύμβαση της μεταβίβασης της κυριότητας του πλοίου, με συνέπεια να επανέλθει αυτοδικαίως η κυριότητα του πλοίου στην πωλήτρια (αιτούσα).
Τα ανωτέρω κρίθηκαν με την υπ' αριθ. 15328/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, μεταξύ άλλων, η αιτούσα αναγνωρίστηκε κυρία του ως άνω πλοίου και ο αγοραστής υποχρεώθηκε να της το αποδώσει, ενώ με την υπ' αριθ. 2108/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκαν οι αντίθετες εφέσεις που ασκήθηκαν κατά της ως άνω· απόφασης, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη.
Μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων, το πλοίο παρέμεινε στην κατοχή του Μ. Κ.υ, με τη συναίνεση της απούσας, έως την 29-3-2017, οπότε και η τελευταία το παρέλαβε από το λιμάνι του Πλαταμώνα, όπου ήταν ελλιμενισμένο. Περαιτέρω, η αιτούσα και ο Μ. Κ.ς κατέθεσαν την από 3-3-2017 κοινή αίτησή τους στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης, απευθυνόμενη προς τη Νηολόγο του ως άνω Λιμεναρχείου, ζητώντας την καταχώριση στο οικείο νηολόγιο των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων και την εγγραφή του πλοίου στο νηολόγιο με ταυτόχρονη αλλαγή του ονόματος του πλοιοκτήτη στο έγγραφο εθνικότητας του πλοίου, εκθέτοντας ότι σε αυτό αναγραφόταν ως πλοιοκτήτης ο Μ.
Κ.ς, ενώ η κυριότητα του πλοίου είχε ήδη επανέλθει στην αιτούσα με την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η πώληση και η μεταβίβαση του πλοίου. Η καθής η αίτηση Νηολόγος και Ναυτική Υποθηκοφύλακας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης απέρριψε την ανωτέρω αίτηση με την υπ' αριθ. 1/2017 απορριπτική της έκθεση, στην οποία εξέθετε ότι αφενός δεν προβλέπεται από το νόμο η καταχώριση των συγκεκριμένων δικαστικών αποφάσεων στο νηολόγιο και αφετέρου ότι, σε κάθε περίπτωση, για μια τέτοια καταχώριση είναι αναγκαία η προσκόμιση των δικαιολογητικών που απαιτούνται επί συμβατικής μεταβίβασης κυριότητας πλοίου.
Η άρνηση της τελευταίας κατά το σκέλος που αφορά την καταχώριση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων στο νηολόγιο, είναι άνευ αντικειμένου στο παρόν στάδιο, καθόσον κατά το μέρος της αυτό η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν εκκαλείται, πλην όμως η καθής η αίτηση παρά το νόμο αρνήθηκε να προβεί στην έκδοση νέου εγγράφου εθνικότητας του πλοίου στο όνομα της αιτούσας, δεδομένου ότι με την πλήρωση της ως άνω διαλυτικής αίρεσης επήλθε αυτοδικαίως μεταβολή στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη του πλοίου, αφού η κυριότητα του τελευταίου επανήλθε στην αιτούσα, γεγονός το οποίο αποτελεί λόγο έκδοσης νέου εγγράφου εθνικότητας του πλοίου στο όνομα του νέου πλοιοκτήτη, δηλαδή της αιτούσας, σύμφωνα με τα άρθρα 202 ΑΚ, 7 παρ. 1 και 13 παρ. 1 περ.
α' του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973). Εξάλλου, για την έκδοση του εν λόγω εγγράφου εθνικότητας δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων πού προβλέπονται επί μεταβίβασης της κυριότητας πλοίου από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. α' και 2 και 19 παρ. 1 του ν. 27/1975, 88 του π.δ. 913/1978 και 1, 7 και 13 του ν. 1587/1950, αφού η μεταβολή στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη στην προκειμένη περίπτωση έλαβε χώρα με την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης και την επάνοδο στο προηγούμενο καθεστώς κυριότητας (η πλήρωση δηλαδή της αίρεσης επιφέρει αυτοδικαίως και χωρίς καμιά ενέργεια την ανατροπή τόσο της ενοχικής σύμβασης της πώλησης όσο και της εμπράγματης μεταβίβασης της κυριότητας στην προηγούμενη νομική κατάσταση), η οποία δεν συνιστά μεταβίβαση κατά την έννοια των αμέσως παραπάνω διατάξεων, ούτε η έκδοση του εγγράφου εθνικότητας προϋποθέτει την καταχώριση κάποιας πράξης στο νηολόγιο, αφού δεν πρόκειται για μια νέα σύμβαση αγοραπωλησίας, οπότε και θα είχε εφαρμογή η περ.
γ' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.δ. 187/1973, αλλά για την αναδρομική (ex tunc) αναβίωση της νομικής κατάστασης που προϋφίστατο, ήτοι επανέρχεται αυτοδικαίως η κατάσταση που υφίστατο στο προ της πωλήσεως καθεστώς". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 202 του Α.Κ., 7 παρ. 1 και 13 παρ. 1, περ.
α' και γ' του Ν.Δ. 187/1973, 4 παρ. 1 εδάφ. α' και 2 και 19 παρ. 1 του Ν. 27/1975, 88 του Π.Δ. 913/1978 και 1, 7 και 13 του Ν. 1587/1950, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται περί μεταβιβάσεως πλοίου, με την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 περ. γ' του Ν.Δ. 187/1973, αλλά για μεταβολή στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη και, έτσι, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 13 παρ. 1 περ.
α' του ανωτέρω Ν.Δ. Με την πλήρωση της ως άνω διαλυτικής αιρέσεως και την αυτοδίκαιη ανατροπή της συμβάσεως πωλήσεως του πλοίου δεν επήλθε εκ νέου μεταβίβαση αυτού, ώστε να απαιτείται η προσκόμιση των σχετικών δικαιολογητικών, προκειμένου να εκδοθεί νέο έγγραφο εθνικότητας αυτού, αλλά μεταβολή στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη του, πλέον του ότι για την έκδοση του εγγράφου εθνικότητας του πλοίου δεν απαιτείται η καταχώρηση κάποιας πράξεως στο νηολόγιο.
Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ. και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν. Κατόπιν τούτου, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, μειωμένα, όμως, κατ' άρθρον 22 του Ν. 3693/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (Α.Π. 55/2021, Α.Π. 339/2020, Α.Π. 251/2017), διότι, κατά την παράγραφο 3 της ανωτέρω διατάξεως, αυτή εφαρμόζεται και σε δίκες στις οποίες διάδικος είναι πρόσωπο, του οποίου η Νομική Υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση για την αναιρεσείουσα Νηολόγο - Υποθηκοφύλακα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1356/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ