Legislator Case Law & Legislation
1086/2022 AI generated

Supreme Court overturned lower court ruling on equal pay for equal work, dismissing claims based on constitutional articles.

Case Number 1086/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially overturned the first-instance judgment regarding a claim for equal pay for equal work. The plaintiff argued that the defendant public entity violated constitutional principles by offering an apprentice contract instead of a permanent one. The court ruled that the lower court erred in applying these constitutional provisions because the employer lacked the legal capacity to sign indefinite-term contracts without following specific selection procedures.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 22(1) of the Constitution; The principle of equal pay for equal work presupposes employment under the same legal regime, which was absent here as the employer could not legally conclude indefinite-term contracts without adhering to statutory selection procedures.

Keywords

AI generated
equal pay for equal work apprentice contract validity public entity selection procedures indefinite term employment constitutional principle application

Cited Legislation

AI generated
Articles 4(1) and 22(1) of the Constitution
Article 103 of the Constitution
Article 21 of Law 2190/1994
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 5/2001
Case 891/2014
Case 594/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1086 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1086/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ-ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΔΗΜΟΥ ΙΩΑΝΝΙΤΩΝ (Ο.Κ.Π.Α.Π.Α.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Ιωάννινα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γιαννάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 320/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζήτησε το αναιρεσείον με την από 31-8-2017 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 976/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, με σκοπό να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση το αναιρεσείον με την από 3-6-2021 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των (ισχυόντων) άρθρων 294, 295, 296, 299, 96, 98, 68, 73, 513, 552, 573 παρ. 1, 553 παρ .1 στοιχείο (β), 556 παρ.2, 566 παρ.1, 309 εδ. (α), 495 παρ. 1, 577 ΚΠολΔ και 238 ΑΚ προκύπτουν (και) τα εξής: Σε αναίρεση υπόκειται η δικαστική απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη δηλ. εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ ΑΠ 5/2001, ΑΠ 891/2014).

Δικαίωμα εφέσεως έχουν, εφ` όσον νικήθηκαν, ολικά ή εν μέρει, στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων και ο εναγόμενος, επίσης, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφ` όσον έχει έννομο συμφέρον. Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης (ή μη), κρίνεται, τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017).

Η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ` ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της αποφάσεως, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των τριών (3) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρα 518 παρ.2 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015) ή των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 501 και 502 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως το πρώτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2145/1993, ανακοπή κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας, δικαίωμα δε ανακοπής ερημοδικίας, έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ή εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση, εφόσον δικάσθηκαν ερήμην, οι καθολικοί διάδοχοί τους, καθώς και οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοί τους, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 503 παρ. 1 και 518 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, αν δε δεν επιδοθεί η απόφαση η προθεσμία της έφεσης είναι τρία ή δύο χρόνια, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διακρίσεις, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι επί ερήμην αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η προθεσμία της εφέσεως αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και συντρέχει με την προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η προθεσμία της εφέσεως εκπνέει με την πάροδο τριετίας ή διετίας από τη δημοσίευσή της, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν αρχίζει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία είναι πάντοτε γνησία και δεν αρχίζει χωρίς την προηγουμένη επίδοση της ερήμην αποφάσεως (ΑΠ 1719/2013, 1534/2005).

Τέλος, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα για άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ), η έλλειψη όμως αυτής μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, 9/1996 και 626/1980, ΑΠ 329/2019,938/2018, 779/2017, 243/2017, 2066/2014, 180/2014, 1261/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι της υπ' αριθ. 320/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου στις 31.8.2012, ασκήθηκε στις 31.8.2017, πριν δηλαδή την εκπνοή της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα εναγόμενο την 10.9.2017, εφόσον επιδόθηκε στο τελευταίο στις 26.7.2017 και από την 1η μέχρι την 31η Αυγούστου αναστέλλεται μεταξύ άλλων και η δεκαπενθήμερη προθεσμία του άρθρου 503 ΚΠολΔ.

Η αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος δικηγόρο Κωνσταντίνο Γιαννάκη του Δημητρίου, ο οποίος προσκομίζει το μετά την άσκηση της αναίρεσης συνταχθέν υπ' αριθ. 19825/14.2.2019 "Δικαστικό Πληρεξούσιο" του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Παππά του Βασιλείου. Από το πληρεξούσιο αυτό προκύπτει ότι το αναιρεσείον, νομίμως εκπροσωπούμενο, διόρισε τον ως άνω δικηγόρο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του για να παραστεί και να τον αντιπροσωπεύσει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την δικάσιμο 19.2.2019 και σε οποιαδήποτε άλλη δικάσιμο μετά από αναβολή, και να υποστηρίξει την αναίρεσή του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, δήλωσε δε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από τότε όλες τις πράξεις του παραπάνω πληρεξουσίου, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παραπάνω εντολών ως νόμιμες, ισχυρές και απρόσβλητες και νομικά δεσμεύουσες αυτό και επομένως και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Η έγκριση αυτή, που ενεργεί αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση.

Συνεπώς, η ένδικη αίτηση, που κατατέθηκε στις 31.8.2017, ήτοι μετά την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με την σιωπηρά παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής εντός του δεκαπενθημέρου από της επιδόσεώς της την 26.7.2017 ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, 780/2017).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ` επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ` αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ` εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται : α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ. 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α` 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ` εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ` όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1441/2019, 513/2019, 653/2019, 1805/2017, 260/2012).

Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα από το νόμο και, κυρίως, από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ή, κάποτε, και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ` αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο η αγωγή είναι απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1383/2010, 1728/2009, 1582/2008). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 Α.Κ. προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλλει σε αυτόν τον συμφωνημένο μισθό (ΑΠ 1261/2014, ΑΠ 800/2014).

Συνήθως ο εργοδότης είναι και το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας προσλαμβάνοντας αυτόν, τούτο όμως δεν είναι πάντοτε απαραίτητο, αφού την άνω ιδιότητα του εργοδότη έχει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου παρέχει την εργασία του ο μισθωτός (ΑΠ 352/2016, 873/2009).

Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης, όπου απασχολείται ο μισθωτός, και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (ΑΠ 352/2016, 1261/2014, 873/2009).

Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 1002/2017, 352/2016, 449/2016, 519/2015).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό λόγο, ότι είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος και 7 του π.δ. 164/2004, και ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος η αγωγή στην οποίαν εκτίθεται ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση συμβάσεων μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage) πρόσφερε στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και με την οποίαν ζήτησε με βάση έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να της καταβάλει, κατά τους ειδικότερους στην αγωγή υπολογισμούς, για μισθολογικές διαφορές, επιδόματα εορτών και αδείας, σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης, το συνολικό ποσό των 30.123 ευρώ.

Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε εξ αρχής, για τα επίδικα χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενη αλλά επιτρεπόμενη από το νόμο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μαθητευόμενου, παραταθείσα με παρόμοια σύμβαση και ότι δικαιούται η ενάγουσα με βάση τις αρχές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.

ιβ Συντάγματος που καθιερώνουν την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε η ίδια και αυτών που λάμβαναν οι υπάλληλοι του εναγομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο στο δημόσιο τομέα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ.

οικ. 2/7093/002/5-2-2004 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 215/2004), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 3205/2003 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με την υπ' αριθ. οικ. 2/13917/0022/17-2-2012 (ΦΕΚ Β' 414/23-2-2012, με ισχύ από 1.1.2011), και σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12,13 ,15, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, του άρθρου 27 παρ. 2 και του άρθρου 28 του ν. 3205/2003 "περί μισθολογικών ρυθμίσεων λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. κλπ." επεκτάθηκαν και είχαν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 28.936,05 ευρώ. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, καθόσον η ένδικη σύμβαση εργασίας καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ΔΗΜΟΥ ΙΩΑΝΝΙΤΩΝ.

Ωστόσο, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας της, δυνάμει των οποίων παρείχε τις υπηρεσίες της ως βρεφονηπιοκόμος, είχαν όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, "με γνήσιο, πραγματικό και αληθινό εργοδότη το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΚΑΙ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ του Δήμου ΙΩΑΝΝΙΤΩΝ....", καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, ο οποίος και καθόριζε τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της, ασκούσε εποπτεία και αυστηρό έλεγχο και γενικότερα είχε κάθε εργοδοτική εξουσία.

Επομένως, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής περιλαμβάνονται τα απαραίτητα για την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος στοιχεία, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος εκτιμάται ότι είναι από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, όπως εκτιμάται, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 103 του Συντάγματος, 20 παρ. 4 ν. 2738/1999, 21 ν. 2190/1994, π.δ. 164/2004, 648 επ.

ΑΚ, καθώς και της συνταγματικής αρχής της ίσης αμοιβής για ίση παρεχόμενη εργασία των άρθρων 4 και 22 Σ δεν απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα ως άνω αιτήματά της. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που έκρινε νόμιμη και περαιτέρω ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή ως προς τα εν λόγω αιτήματά της, εσφαλμένα, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθότι η συνταγματική αρχή των προαναφερόμενων άρθρων του Συντάγματος προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον η ενάγουσα είχε προσληφθεί, υπό τα ιστορούμενα στην αγωγή, ως μαθητευόμενη και με σκοπό απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, εφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, αφού οι επίδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ακόμα και στην περίπτωση, που η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο ν.π.δ.δ., στο οποίο πρόσφερε τις υπηρεσίες της, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί και στη συνέχεια επειδή δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' ό μέρος έκρινε νόμιμη και κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς τα ως άνω αιτήματά της, τα στηριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί των δικαστικών εξόδων, και να απορριφθεί ως προς αυτά ως μη νόμιμη.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας δίκης, καθότι αυτό δεν παρέστη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Δεν επιβάλλονται δε μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 320/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.10.2010 και αριθ. κατάθ. 1314/29.10.2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά το ως άνω μέρος. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ