Supreme Court dismisses appeal on procedural timeliness and rejects distortion of evidence claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Larissa. The appellant argued the lower court distorted a specific document regarding a payment order, but the court found the appeal procedurally untimely and the substantive claim of distortion unfounded. The court ruled that the lower court's evaluation of evidence was not subject to appellate review and thus the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArt. 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if filed after the statutory deadline, and a claim of document distortion is rejected when the lower court merely evaluates evidence differently rather than misreading the text.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1086 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1086/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήρη Μανιαδάκη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Σπανού. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε προς εκδίκαση την αγωγή στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, 157/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 63/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-1-2018 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 5-2- 2018 κατά της δημοσιευθείσας στις 17-2-2015 και μη επιδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, είναι εμπρόθεσμη και συνεπώς παραδεκτή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 564παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (Ολ. ΑΠ 10/2018),και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί περί του αντιθέτου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.
Κατ' άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 2668/1998 οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται σε κάθε μορφής δραστηριότητα δημοσίων και ιδιωτικών φορέων στον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΑΠ 1244/2010). Ο νόμος αυτός, πλην των άρθρων 23, 26, 27, 28 και 29, καταργήθηκε με το ν. 4053/2012, ωστόσο ο τελευταίος νόμος, αν και ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, δεν είναι εφαρμοστέος στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον τα παραγωγικά γεγονότα του δικαιώματος που αποτέλεσε το αντικείμενο της παρούσας δίκης είχαν συντελεσθεί πριν την έναρξη της ισχύος του.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 2 ΑΚ, ο ως άνω νόμος δεν καταλαμβάνει το δικαίωμα αυτό και η ένδικη διαφορά εξακολουθεί να ρυθμίζεται από το ν. 2668/1998 (ΑΠ 1464/2017). Η υποχρέωση αποζημίωσης των επιχειρήσεων που παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες εσωτερικού ρυθμίζεται καταρχήν από τη διάταξη του άρθρου 24 του ανωτέρω νόμου 2668/1998, σύμφωνα με την οποία, η πλημμελής παροχή υπηρεσιών ή η αδικαιολόγητη άρνηση παροχής υπηρεσιών προς τους χρήστες γεννά δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της γενικής ή ειδικής άδειας.
Η ανωτέρω διάταξη δεν ισχύει σε όσες περιπτώσεις με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), καθορίζεται κατ'αποκοπή αποζημίωση για πλημμελή παροχή υπηρεσιών. Πράγματι με την 29030/816/16.5.2000 Απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών ορίσθηκε κατ'αποκοπή αποζημίωση για πλημμελή παροχή υπηρεσιών προς τον χρήστη.
Η κατ'αποκοπή αποζημίωση έχει την έννοια ότι περιορίζει την αξίωση του χρήστη για μεγαλύτερη αποζημίωση, ενώ ταυτόχρονα απαλλάσσει τον χρήστη από την υποχρέωση να αποδείξει το ύψος της ζημίας του. Η προβλεπόμενη στην ανωτέρω υπουργική απόφαση αποζημίωση αναφέρεται σε ταχυδρομικά αντικείμενα ειδικής διαχείρισης, δηλαδή αντικείμενα που αποστέλλονται ως συστημένα ή δηλωμένης αξίας.
Ειδικότερα, ο νόμος 2668/1998,όπως τροποποιήθηκε με το ν.3185/2003,στο άρθρο 1 παρ.2 περ.ι' ορίζει, ότι, "συστημένη αποστολή" είναι η "Υπηρεσία που συνίσταται στη, με κατ'αποκοπή, εγγύηση έναντι των κινδύνων κλοπής, απώλειας ή καταστροφής και η οποία παρέχει στον αποστολέα, εφόσον το ζητήσει, απόδειξη της κατάθεσης του ταχυδρομικού αντικειμένου και ενδεχομένως, της επίδοσής του στον παραλήπτη", ενώ στην περίπτωση ια' ορίζει, ότι "Αποστολή με δηλωμένη αξία" είναι "η υπηρεσία που συνίσταται στην ασφάλιση του ταχυδρομικού αντικειμένου για την αξία που δηλώνεται από τον αποστολέα, σε περίπτωση απώλειας, κλοπής ή καταστροφής".
Από την ως άνω διατύπωση του νόμου προκύπτει, ότι ο αποστολέας, για την ασφαλέστερη αποστολή του αντικειμένου, για το οποίο ενδιαφέρεται, έχει να επιλέξει μεταξύ της "συστημένης αποστολής", οπότε σε περίπτωση απώλειας αποζημιώνεται με το οριζόμενο κατ' αποκοπήν ποσόν, και της "αποστολής με δηλωμένη αξία", οπότε αποζημιώνεται για ποσόν ίσο προς την αξία, η οποία δηλώνεται από εκείνον.
Οι ως άνω ρυθμίσεις ως ειδικές αποκλείουν τις γενικές περί ευθύνης διατάξεις του αστικού δικαίου, η εφαρμογή των οποίων είναι δυνατή μόνο συμπληρωματικά και εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ειδικότερες διατάξεις του ταχυδρομικού δικαίου. Όμως το καθοριζόμενο με τις πιο πάνω διατάξεις περιορισμένο ποσό αποζημίωσης για τον αποστολέα, δεν αποκλείει αξιώσεις του τελευταίου για περαιτέρω ζημία και χρηματική ικανοποίηση με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (914, 298, 299 AK), όταν τα επικαλούμενα περιστατικά δόλιας συμπεριφοράς προστηθέντων της ταχυδρομικής επιχείρησης και χωρίς τους όρους της σύμβασης συνιστούν αυτοτελώς τους όρους της αδικοπραξίας και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη γένεση της εξ αδικοπραξίας αξίωσης.
Απαιτείται δε δόλος για την στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης, διότι η υπαίτια από αμέλεια παράλειψη της οφειλέτιδας ταχυδρομικής επιχείρησης ή των προστηθέντων υπαλλήλων της να εκπληρώσει την συμβατική της υποχρέωση δεν νοείται χωρίς την καταρτισθείσα σύμβαση ταχυδρομικών υπηρεσιών και επομένως δεν συνιστά αδικοπραξία παρέχουσα στον αποστολέα αξίωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 2144/2013, 1052/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011, 7/2006).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/ 2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 574/2010, 832/2009).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 80/2004, 557/2004).Η κρίση εξάλλου του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/2016).
Για να είναι δε ορισμένος ο ίδιος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο (μεταξύ άλλων) ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 451/2014, 574/2010).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα ,αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Περαιτέρω, η τυχόν εσφαλμένη παράθεση των διατάξεων στις οποίες βασίζεται το αγωγικό αίτημα δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης.
Συγκεκριμένα ως "αιτιολογίες" στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται ή μνημονεύονται εσφαλμένα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, ή αντικαταστήσει κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 176/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει,ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα), με την από 25-11-2004 ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αγωγή της, αφού εκθέτει, ότι στις 11-2-2004 ανέθεσε στην εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) ταχυδρομική εταιρία, την μεταφορά από τον ...., όπου εδρεύει, φακέλου που περιείχε μία τραπεζική επιταγή ποσού 83.047,77 ευρώ, της οποίας ήταν νόμιμη κομίστρια, προκειμένου να την παραδώσει σε κατοικούντα στην ....
παραλήπτη και ότι η επιταγή ουδέποτε παραδόθηκε, "ένεκα δόλου" της εναγομένης, ζητεί λόγω της αντισυμβατικής και οφειλόμενης σε δόλο αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς να της καταβάλει ως αποζημίωση το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από 26-6-2004. Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση ως καθ'ύλην αρμόδιο, δικάζον, κατά την διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, με την 157/2012 απόφαση του, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς την από τη δικαιοπραξία βάση της λόγω παραγραφής, την έκανε δεκτή κατά την συρρέουσα από αδικοπραξία βάση και δεχόμενο ότι από αμέλεια της εναγόμενης δεν κατέστη δυνατή η αποστολή της επιταγής στον παραλήπτη της με αποτέλεσμα να "προσβληθεί το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας", επ'αυτής, υποχρέωσε την εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 83.047,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 26-6-2004.
Με την προσβαλλόμενη περαιτέρω, απόφαση, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας από 17-7-2012 έφεσης της εναγομένης, με την οποία επλήττετο η πρωτοβάθμια απόφαση, κατά την εκ της αδικοπραξίας βάση της, κατά την οποία άλλωστε είχε γίνει δεκτή, η αγωγή, έγιναν δεκτά, τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., είναι μεταφορική εταιρία-ταχυδρομική επιχείρηση, που αναλαμβάνει αντί συμφωνηθέντος κομίστρου να παρέχει ταχυδρομικές υπηρεσίες και δη, μεταξύ άλλων, και τη μεταφορά δεμάτων, εγγράφων, κ.λπ.
στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Στα πλαίσια αυτά, έχοντας προγενέστερη σχετική μακρά και επιτυχή συνεργασία με την εφεσίβλητη, (ήδη αναιρεσείουσα) που είναι άλευρο βιομηχανία με έδρα τον .... κλήθηκε τηλεφωνικώς από την τελευταία την 11.02.2004 στις εγκαταστάσεις της στον ..., για να μεταφέρει στην Κω και παραδώσει στο δικηγόρο Γ.
Χ., ένα φάκελο, που περιείχε: α) το σώμα της υπ' αριθμ. ...645-2 τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την εμπορία ειδών ζαχαροπλαστικής και αρτοποιίας, ποσού 83.047,77 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 25.06.2004 και τόπο έκδοσης την ..., η οποία ήταν πληρωτέα από την ...
στο Κατάστημα ..., σε διαταγή της ίδιας της εκδότριας εταιρίας. Η επιταγή αυτή είχε οπισθογραφηθεί (με λευκή οπισθογράφηση) από την εκδότρια (και λήπτρια) της επιταγής, ενώ κάτω από την πρώτη αυτή οπισθογράφηση στο οπίσθιο τμήμα του σώματος της επιταγής υπήρχε και έτερη οπισθογράφηση από πρόσωπο, η ταυτότητα του οποίου δεν διευκρινίστηκε από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία και β) αντίγραφο του υπ' αριθμ. ...66/26.01.1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μ.
Π. Κ., με το οποίο η αναφερόμενη σε αυτό τρίτη μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως το περιγραφόμενο στο ίδιο συμβόλαιο ακίνητο ... στον Ε. Μ. του Γ.. Πράγματι υπάλληλος της εκκαλούσας μετέβη στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης στον ... και παρέλαβε το φάκελο, προκειμένου να τον μεταφέρει η εκκαλούσα, μέσω του δικτύου της, στην Κω και να τον παραδώσει στον προαναφερθέντα δικηγόρο.
Από τον παραδώσαντα το φάκελο υπάλληλο της εφεσίβλητης γνωστοποιήθηκε προς τον υπάλληλο της εκκαλούσας, ότι ο κλεισμένος φάκελος, που παρέλαβε προς αποστολή και παράδοση περιείχε και την άνω επιταγή. Η συγκεκριμένη αποστολή έλαβε αριθμό POD: ...512, ενώ δεν επρόκειτο για αποστολή με δηλωμένη αξία....
Ο φάκελος, όμως, αυτός ουδέποτε έφθασε στην ....., αλλά απωλέσθη και μάλιστα στις εγκαταστάσεις της εκκαλούσας είτε στη .... είτε στην .....και παρά τις έρευνες και αναζητήσεις αυτής (εκκαλούσας) δεν ανευρέθη. Η εκκαλούσα γνωστοποίησε την απώλεια στην εφεσίβλητη και η τελευταία υπέβαλε προς την αντίδικο της την από 05.03.2004 διαμαρτυρία - αίτηση αποζημίωσης.
Στην τελευταία, αφού αναφέρονται τα στοιχεία της αποστολής και τα πιο πάνω αντικείμενα που περιείχε ο φάκελος, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται, ότι έστελνε τα άνω αντικείμενα στο δικηγόρο Γ. Χ. στην Κω, προκειμένου να εξακριβώσει την αξία του ακινήτου (που αφορά το άνω συμβόλαιο), του οποίου ιδιοκτήτης ήταν ο Ε.
Μ. του Γ., νόμιμος εκπρόσωπος της "... Α. Ε." και "οπισθογράφος της επιταγής και να προβεί στις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες". Επίσης, στην ίδια αίτηση αναφέρεται, ότι η εταιρία "... Α.Ε." κατέβαλε προς την εφεσίβλητη (σε χρόνους προ της επίδικης αποστολής του φακέλου) τα παρακάτω ποσά: στις 20.07.2003 6.000 ευρώ, στις 23.09.2003: 2.000 ευρώ, στις 25.09.2003: 1.850 ευρώ, στις 26.09.2003: 1.900 ευρώ, την 01.10.2003: 250 ευρώ, στις 17.11.2003: 1.486,21 ευρώ, στις 24.11.2003: 724,07 ευρώ και στις 24.11.2003: 384,40 ευρώ, ήτοι συνολικά 14.594,68 ευρώ και απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο από (83.047,77 - 14.594,68 =) 68.453,09 ευρώ, καθώς και ότι, κατά δήλωση της εκκαλούσας ο φάκελος που περιείχε το σώμα της επιταγής και το συμβόλαιο απωλέσθηκε - κλάπηκε.
Ζητούσε δε με την αίτησή της αυτή, όπως προχωρήσει η εκκαλούσα άμεσα τις διαδικασίες αποζημιώσεώς της για το ποσό των 68.453,09 ευρώ, δεδομένου ότι "η εταιρία "... Α.Ε." δεν μας καταβάλει χρήματα από την 24.11.2003 ημερομηνία που έγινε η τελευταία καταβολή και με την απώλεια της παραπάνω επιταγής απωλέσαμε νόμιμα δικαιώματα".
Νέα επιστολή διαμαρτυρίας απέστειλε η εφεσίβλητη στην εκκαλούσα στις 30.03.2004, με την οποία ζητούσε ομοίως να αποζημιωθεί με το ποσό των 68.453,09 ευρώ λόγω της απώλειας του φακέλου και της επιταγής που περιείχε αυτός. Η εκκαλούσα προσέφερε ως αποζημίωση της εφεσίβλητης το ποσό των 73,37 ευρώ, με βάση το περιορισμένο ποσό που προβλεπόταν στους γενικούς όρους ανάληψης μεταφοράς της (εκκαλούσας) και δη στο άρθρο 7 αυτών, ως αποζημίωση για την απώλεια κατά την αποστολή εγγράφων, εκδίδοντας σχετικώς το .......90/14.04.2004 ένταλμα πληρωμής και την ...070-1 δίγραμμη επιταγή της ..., ποσού 73,37 ευρώ, τα οποία όμως, εν τέλει ακύρωσε, διότι η εφεσίβλητη αρνήθηκε να εισπράξει το άνω ποσό.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν αποδεικνύεται από οιοδήποτε στοιχείο, ότι η επίδικη επιταγή εμφανίσθηκε οποτεδήποτε στην πληρώτρια ή άλλη Τράπεζα προς πληρωμή. Περαιτέρω, όμως, δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο (και δη ούτε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων), ότι η απώλεια του άνω φακέλου οφείλεται σε δόλια συμπεριφορά κάποιου από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εκκαλούσας, όπως αβάσιμα διατείνεται η εφεσίβλητη, τη στιγμή μάλιστα που ουδείς από τους υπαλλήλους της εκκαλούσας ή ακόμη και η ίδια δεν είχαν λόγους να "αφαιρέσουν" το φάκελο με το περιεχόμενο του και να μην ολοκληρωθεί η αποστολή και παράδοσή του στον άνω δικηγόρο στην Κω, με δεδομένο και ότι, όπως προαναφέρθηκε, η επιταγή αυτή δεν εμφανίστηκε προς πληρωμή.
Επιπλέον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι η εφεσίβλητη υπέστη ζημία, έστω ποσού 68.453,09 ευρώ (σημειουμένου πως η εφεσίβλητη, ενώ και η ίδια αναφέρει στην άνω αίτηση - διαμαρτυρία της ότι είχε προεισπράξει το ποσό των 14.594,68 ευρώ από την εκδότρια της επιταγής, προδήλως από τη συνδέουσα αυτούς βασική υποκείμενη σχέση - τίμημα πώλησης αλεύρων, δεν αφαιρεί το ποσό αυτό από την επικαλούμενη ζημία της από την απώλεια της επιταγής), καθώς δεν αποδεικνύεται, ότι η εφεσίβλητη δεν ικανοποιήθηκε κατ' άλλο τρόπο εν όλω ή εν μέρει από την εκδότρια της επιταγής εταιρία (βάσει της συνδέουσας αυτές υποκείμενης σχέσης πώλησης κ.λπ.).
Σημειώνεται, πως, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας (πράγμα που δεν επικαλείται η εφεσίβλητη και δεν προκύπτει ότι έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση).
Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός, ότι, εφόσον η εκκαλούσα ήταν, όπως ισχυρίζεται, κατά το χρόνο της απώλειας της επιταγής η νόμιμη κομίστρια αυτής, θα μπορούσε να ακολουθήσει τη διαδικασία κηρύξεως του άνω αξιογράφου ως ανίσχυρου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 845, 848, 850 παρ. 1, 853, 854 και 857 του ΚΠολΔ, η δε δικαστική απόφαση, η οποία κηρύσσει ανίσχυρο το αξιόγραφο υποκαθιστά αυτοδικαίως τον τίτλο που απωλέσθηκε και νομιμοποιεί εκείνον που υπέβαλε την αίτηση έκδοσης απόφασης σαν να ήταν κομιστής του αξιόγραφου, ο οποίος δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του από αυτό...
και μάλιστα να ζητήσει και τόκους επί του ποσού της επιταγής για τον από την έκδοση αμετάκλητης απόφασης που κήρυξε το χαμένο τίτλο (επιταγή) ανίσχυρο και εφεξής χρόνο...,. Η δε εφεσίβλητη δεν εξηγεί, γιατί, εφόσον ήταν δυνατή η κατά την προπεριγραφείσα διαδικασία ικανοποίησή της μέσω της επιταγής, δεν άσκησε με τον τρόπο αυτό τα δικαιώματά της, τα οποία ασφαλώς θα είχε ασκήσει, εάν είχε πράγματι υποστεί κάποια ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με την απώλεια της επιταγής.
Με βάση τα ανωτέρω, η αγωγή αποδεικνύεται αβάσιμη από ουσιαστική άποψη (και μάλιστα σε κάθε περίπτωση τόσο ως προς την αδικοπρακτική όσο και την ενδοσυμβατική ευθύνη), δοθέντος, ότι δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη με αυτήν δόλια συμπεριφορά των προστηθέντων της εκκαλούσας συνδεόμενη με την απώλεια του φακέλου και της επιταγής, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται η επέλευση της επικαλούμενης με την αγωγή βλάβης.
Όπως δε προαναφέρθηκε,..., για την πλημμελή παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών προς το χρήστη οφείλεται μόνον η κατ' αποκοπήν οριζόμενη αποζημίωση (τέτοια βάση με την οποία να ζητείται η κατ' αποκοπή αποζημίωση δεν περιέχεται στην αγωγή), εφόσον δεν συντρέχει, όπως εν προκειμένω, περίπτωση δόλιας συμπεριφοράς της ταχυδρομικής επιχείρησης (διά των οργάνων ή των προστηθέντων της) και δεν πρόκειται (στην προκείμενη περίπτωση) για άλλη περαιτέρω ζημία (όπως οποιαδήποτε άλλη θετική ζημία από την κυκλοφορία της επιταγής μετά την απώλειά της (τέτοια κυκλοφορία μάλιστα μετά την απώλεια της επιταγής δεν υπήρξε εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε), διαφυγόν κέρδος, κ.λπ.], τούτο δε πέραν του ότι στην αγωγή γίνεται επίκληση μόνο δόλιας συμπεριφοράς της εκκαλούσας διά των προστηθέντων υπαλλήλων της και όχι και αμελούς τοιαύτης".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας.
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, ότι δεχόμενο πως η απωλεσθείσα επιταγή δόθηκε χάριν καταβολής και όχι προς εξόφληση, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το απαραίτητο για το ορισμένο αυτού ,ότι το δικαστήριο, διαπίστωσε κενό, ασαφές ή αμφίβολο σημείο και ποιό, ώστε να υποχρεούται να προσφύγει στην ανωτέρω διάταξη.
Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, εφόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε, έστω και με έμμεσο τρόπο κενό ή αμφίβολα σημεία ως προς την αιτία έκδοσης της επίμαχης επιταγής, ώστε να ανακύψει ανάγκη ερμηνείας της σχετικής δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών.
Εξάλλου, με αυτό που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν επρόκειτο για αποστολή με δηλωμένη αξία, ορθά εφάρμοσε το νόμο 2668/1998, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποστολέας εδικαιούτο μόνο την κατ'αποκοπή αποζημίωση, την οποία και δεν αποδέχθηκε αυτή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η τελευταία με τον πρώτο, υπό στοιχείο β λόγο της κρινόμενης αίτησης από το άρθρο 559 αριθμό (κατ'εκτίμηση) 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οποία ο ανωτέρω νόμος δεν ήταν εφαρμοστέος, επειδή είχε γνωστοποιηθεί στην αναιρεσείουσα το περιεχόμενο του παραληφθέντος προς μεταφορά φακέλου, είναι αβάσιμα.
Εξάλλου, οι διατάξεις του ανωτέρω νόμου, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 914, 298 ΑΚ και 27 ΠΚ δικαιολογούν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της.
Συνεπώς, έστω και με την εσφαλμένη αναφορά στη μείζονα σκέψη της περί εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και των διατάξεων του μη έχοντος εφαρμογή νομού 4053/2012 σε ορθή, κατ'αποτέλεσμα κρίση κατέληξε το Εφετείο, και πρέπει, κατ'αρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμη η επίσης περιλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης υπό στοιχείο α, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ.(κατ'εκτίμηση) 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Με τον πρώτο εξάλλου λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι, 1) οι παραδοχές, πως στον υπάλληλο της αναιρεσίβλητης που παρέλαβε τον προς αποστολή φάκελο είχε γνωστοποιηθεί ότι περιείχε την επίμαχη επιταγή, και ότι αυτή απωλέσθηκε στις εγκαταστάσεις της τελευταίας, η οποία για το λόγο αυτό της προσέφερε το περιορισμένο ποσό της αποζημίωσης των 73,37 ευρώ, είναι αντιφατικές με αυτή περί μη απόδειξης δόλιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, συνδεόμενη με την απώλεια του φακέλου και της επιταγής και 2)η παραδοχή της περί έλλειψης δόλου είναι ανεπαρκής αφού έπρεπε να εκθέτει επιπλέον "ότι δεν έχει καμία σημασία η ενημέρωση-γνωστοποίηση του περιεχομένου του προς μεταφορά φακέλου στην αναιρεσίβλητη", ενώ και η παραδοχή της για μη απόδειξη επέλευσης βλάβης από την απώλεια της επιταγής είναι ανεπαρκής, λόγω έλλειψης "συγκεκριμένων γεγονότων και στοιχείων" από τα οποία να προκύπτει.
Ο ανωτέρω λόγος, κατά την με αριθμό 1 αιτίαση, είναι αβάσιμος, εφόσον δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της απόφασης περί γνώσης της αναιρεσίβλητης της επιταγής που είχε αναλάβει να μεταφέρει και της έλλειψης δόλου των προστηθέντων υπαλλήλων της, ο οποίος να συνδέεται αιτιωδώς με την απώλειά της, ούτε υφίσταται και αντίφαση μεταξύ της παραδοχής περί ανάληψης της συμβατικής ευθύνης λόγω της πλημμελούς από αμέλεια εκπλήρωσης της συμβατικής της υποχρέωσης (περί της οποίας δεν πρόκειται εν προκειμένω, αφού το Εφετείο εξέτασε την υπόθεση μόνο στα πλαίσια της αδικοπραξίας, παρά την ως εκ περισσού αναφορά του, ότι η αγωγή είναι αβάσιμη και ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη) και αυτής περί έλλειψης δόλιας συμπεριφοράς αυτών, ήτοι περί εκ προθέσεως ενέργειάς τους, συνεπεία της οποίας να επήλθε η απώλεια του φακέλου, η οποία και μόνο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την υποχρέωσή της για καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης.
Ο ίδιος λόγος κατά την με αριθμό 2 αιτίαση είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, εφόσον είναι σαφές το πόρισμα του Εφετείου, ότι δεν αποδείχθηκε δόλια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, ούτε και η επέλευση της επικαλούμενης με την αγωγή βλάβης.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν οφείλει να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ851/2θ15).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, μέμφεται το Εφετείο, πως δέχθηκε ότι: α)η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την υπαιτιότητά της και για το λόγο αυτό προσφέρθηκε να την αποζημιώσει με προσχηματική προσφορά, β)στον υπάλληλο της γνωστοποίησε το περιεχόμενο της επιταγής και το ποσό της και εκείνος φερόμενος αντισυμβατικά χαρακτήρισε την απόδειξη παραλαβής ως φάκελο μηδενικής αξίας και αντιφατικά δεν δέχθηκε δόλο, γ)η εκδότρια της επιταγής μετά την απώλειά της σταμάτησε τις τμηματικές καταβολές και το γεγονός αυτό απαράδεκτα δεν το συνδύασε με την απώλεια αυτής από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης και με την ζημία της, δ) η αναιρεσίβλητη ομολόγησε την ευθύνη της για την απώλεια της επιταγής, την διαβεβαίωνε ότι θα την αποζημιώσει και μετά την πάροδο του χρόνου παραγραφής της ευθύνης της, λόγω της παραπειστικής τακτικής της, της προσέφερε μόνο 73,37 ευρώ και ε) η επιταγή δόθηκε χάριν καταβολής, αυθαίρετα, χωρίς να προταθεί και πολύ περισσότερο χωρίς να αποδειχθεί, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα και με αυθαίρετες παραδοχές να μη δεχθεί δόλο της τελευταίας και ύπαρξη ζημίας.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον, εκτός του ότι δεν επικαλείται αν τα υπό στοιχεία α έως και δ περιστατικά προτάθηκαν ή όχι (ώστε να στοιχειοθετηθεί η επικαλούμενη αναιρετική παράβαση) οι ανωτέρω επισημάνσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν πράγματα κατά την προαναφερθείσα έννοια του νόμου (ούτε το υπό στοιχείο ε που αποτελεί αρνητικό περιστατικό στην επικαλούμενη ζημία), αλλά ανάλυση και αιτιολόγηση με επιχειρήματα του αποδεικτικού υλικού στην οποία προέβη το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο η αναιρεσείουσα, με την κατ'επίφαση επίκληση της αναιρετικής από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττει, επιχειρώντας απαράδεκτα στο παρόν στάδιο την επανεκδίκαση της ουσίας της υπόθεση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 104/2014).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 717/2016), ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 45/2014, 259/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δέχθηκε μεν, ότι δεν αποδείχθηκε η εμφάνιση της επιταγής στην πληρώτρια ή άλλη Τράπεζα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ζημιώθηκε από αδικοπραξία ,ότι καίτοι δέχθηκε επίσης ότι η ίδια γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη ότι η οφειλέτιδά της μετά την απώλεια της επιταγής δεν της καταβάλει χρήματα, δεν δέχθηκε ότι απωλέσθηκε η δυνατότητα είσπραξης των οφειλομένων από την επιταγή χρημάτων και ότι καίτοι αποδείχθηκε πλήρως ο δόλος της αντιδίκου της με αυθαίρετες παραδοχές δεν το αποδέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος ,διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ'αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ'αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι: α)καίτοι δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ενημερώθηκε για την περιεχόμενη στον προς αποστολή φάκελο επιταγή των 83.047,77 ευρώ, απαράδεκτα δέχθηκε ότι σωστά χαρακτηρίστηκε η αποστολή ως "μηδενικής αξίας" και β) "αυθαίρετα χαρακτήρισε την επιταγή ότι δόθηκε χάριν καταβολής", παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενο του εγγράφου.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου των προαναφερθέντων εγγράφων, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιανουαρίου 2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της 63/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ