1086/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Η σχετική αξίωση των αναιρεσιβλήτων ερείδεται στην αρχή της ισότητας, που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία παραβίασε ο νομοθέτης, με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002, κατά το μέρος του με το οποίο παρέλειψε, αδικαιολογήτως, να χορηγήσει και σ' αυτούς το άνω επίδομα, καίτοι παρείχαν την εργασία τους υπό τις αυτές δυσμενείς συνθήκες, δηλαδή σε θέσεις εργασίας ανθυγιεινές και επικίνδυνες, όπως οι εργαζόμενοι με σχέση δημοσίου δικαίου και ειδικά, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στους οποίους έχει χορηγηθεί το εν λόγω επίδομα, εισάγοντας έτσι εξαίρεση και κάνοντας διάκριση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, παρεχόντων την εργασία τους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δίχως τούτο να επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Legislator headnote
AI generated1086/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1086 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Η σχετική αξίωση των αναιρεσιβλήτων ερείδεται στην αρχή της ισότητας, που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία παραβίασε ο νομοθέτης, με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002, κατά το μέρος του με το οποίο παρέλειψε, αδικαιολογήτως, να χορηγήσει και σ' αυτούς το άνω επίδομα, καίτοι παρείχαν την εργασία τους υπό τις αυτές δυσμενείς συνθήκες, δηλαδή σε θέσεις εργασίας ανθυγιεινές και επικίνδυνες, όπως οι εργαζόμενοι με σχέση δημοσίου δικαίου και ειδικά, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στους οποίους έχει χορηγηθεί το εν λόγω επίδομα, εισάγοντας έτσι εξαίρεση και κάνοντας διάκριση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, παρεχόντων την εργασία τους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δίχως τούτο να επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Αριθμός 1086/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Χ., έως και 49) Ά. Ζ. του Σ., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 1ου (Δ. Χ. Α.) και της 22ης (Κ. - Σ. Β. Β.) των αναιρεσιβλήτων που δεν παραστάθηκαν, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 1ος αναιρεσίβλητος Δ. Χ. Α. απεβίωσε στις 23-5-2009 και κληρονομήθηκε από τους Χ. Δ. Α., Ε. συζ. Χ. Α. και Π. Χ. Α., οι οποίοι δεν συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και β) το όνομα πατρός της 25ης αναιρεσίβλητης Ε. Γ. γράφτηκε στο αναιρετήριο εκ παραδρομής "Α." αντί του ορθού "Α.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, του ήδη αποβιώσαντος Δ. Α. του Χ. και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1129/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5797/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι, πρώτος και 22η, δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την 145/21-3-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., τις 5540γ', 5541γ' και 5542γ'/21-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι παραστάντες αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της, από 18-6-2010, αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, της, από 10-2-2012, βεβαίωσης αναβολής της εκδίκασης της, για τη δικάσιμο της 22-5-2012 και της κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν (22-5-2012), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα 1) στην 22η αναιρεσίβλητη Κ. - Σ.
Β. του Β. και 2) στους α) Χ. Α. του Δ., β) Ε. σύζυγο Χ. Α. και γ) Π. Α. του Χ., μοναδικούς, εξ αδιαθέτου, κληρονόμους του ήδη, κατά την 23-5-2009, αποβιώσαντος 1ου αναιρεσίβλητου Δ. Α., (βλέπε τα παρακάτω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ειδικότερα α) τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του, με αρ. 171, συνταχθείσα την 26/05/2009 ενώπιον της Ληξιάρχου lωαννίνων ..., β) τα 5954 και 5956/2012 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του Δήµου Πωγωνίου, γ) το 15458/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) το 3139/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ε) το 1404/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Διαθηκών του Πρωτοδικείου lωαννίνων, περί µη δηµοσίευσης διαθήκης του, στ) την 9415/2012 βεβαίωση πλησιεστέρων συγγενών του Δηµάρχου Πωγωνίου Ν. lωαννίνων, από την οποία προκύπτει ότι ο Δ.
Α. του Χ. και Ε., που απεβίωσε στις 23/05/2009 στην Αίγινα κατέλειπε, ως πλησιέστερους συγγενείς του, τον πατέρα του Χ. Α., την µητέρα του Ε. Α. και την αδελφή του Π. Α., ζ) το 6803/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί µη αποποίησης της κληρονοµιάς από τους ανωτέρω αναφερθέντες κληρονόµους του, η) το 578/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί µη αποποίησης της κληρονοµιάς από τους ανωτέρω αναφερθέντες κληρονόµους του, θ) το 6802/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών περί µη αµφισβήτησης του κληρονοµικού δικαιώµατος των ανωτέρω αναφερθέντων κληρονόµων του και ι) το 3228/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί µη προσβολής του κληρονοµικού δικαιώµατος των ίδιων κληρονόµων του).
Επομένως, η 22η αναιρεσίβλητη και οι υπεισελθόντες στη θέση του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσίβλητου, παραπάνω αποκλειστικοί κληρονόμοι του, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.
Η διάταξη του αρθρ. 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσον ενώπιον του Νόμου" και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επόμ.
και 87 επόμ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει την δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", γιατί νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (Ολ.ΑΠ 13/1991, ΑΠ 60/1992). Ειδικά δε όσον αφορά το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και τα συναφή προς αυτό επιδόματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την παροχή της εργασίας κάθε αυτήν, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή παρέχεται, έχει εφαρμογή η ως άνω αρχή, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, αρκεί ότι παρέχουν την εργασία τους κάτω από τους αυτούς δυσμενείς όρους.
Εξάλλου, με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002 ορίστηκαν τα ακόλουθα: "Στο µόνιµο και µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό όλων των κατηγοριών (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) των κλάδων και ειδικοτήτων Συντηρητών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και των εποπτευόµενων από αυτό υπηρεσιών, αλλά και των Χηµικών, βοηθών Χηµικών, Μουσειακών Γλυπτών, οι οποίοι απασχολούνται στον τοµέα της Συντήρησης Αρχαιοτήτων, χορηγείται µηνιαίο επίδοµα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, οριζόμενο σε 90 ευρώ από 1.7.2002 και αναπροσαρμοζόμενο µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού".
Στην προκειμένη υπόθεση το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την ερευνώμενη υπόθεση, περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, μέσω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από το έτος 1993 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής, εργαζόμενοι ως συντηρητές αρχαιοτήτων, κατέχοντας, προς τούτο, πτυχίο συντηρητή μνημείων και παρέχοντας την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους εργαζόμενους με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Το εναγόμενο από 1-7-2002 και εφεξής χορήγησε στους εργαζομένους συντηρητές αρχαιοτήτων, οι οποίοι συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το προβλεπόμενο από το άρθρο 80 παρ. 10 Ν. 3057/2002 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, αλλά αρνείται να χορηγήσει τούτο στους ενάγοντες, με την αιτιολογία ότι αυτοί συνδέονται με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου.
Ωστόσο, οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδομα, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, διότι αυτοί προσφέρουν την ίδια ακριβώς εργασία με τους συναδέλφους τους, που εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχοντας άπαντες πτυχίο συντηρητή µνηµείων και κάτω από τις ίδιες δυσμενείς συνθήκες εργασίας, ενώ η εξαίρεσή τους από την καταβολή του επιδόματος δεν δικαιολογείται από λόγους δηµοσίου συμφέροντος.
Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και αφού, για άλλη πλημμέλεια, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους, τα ποσά που αναφέρονται στην απόφασή του. Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους το επίδικο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, η σχετική αξίωση των αναιρεσιβλήτων ερείδεται στην αρχή της ισότητας, που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία παραβίασε ο νομοθέτης, με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002, κατά το μέρος του με το οποίο παρέλειψε, αδικαιολογήτως, να χορηγήσει και σ' αυτούς το άνω επίδομα, καίτοι παρείχαν την εργασία τους υπό τις αυτές δυσμενείς συνθήκες, δηλαδή σε θέσεις εργασίας ανθυγιεινές και επικίνδυνες, όπως οι εργαζόμενοι με σχέση δημοσίου δικαίου και ειδικά, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στους οποίους έχει χορηγηθεί το εν λόγω επίδομα, εισάγοντας έτσι εξαίρεση και κάνοντας διάκριση σε βάρος των αναιρεσίβλητων, παρεχόντων την εργασία τους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δίχως τούτο να επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Συνεπώς, οι ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων, αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18-6-2010, αίτηση για την αναίρεση της 5797/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ