Legislator Case Law & Legislation
1086/2011 AI generated

1086/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1086/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1086/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού το Πολυμελές Πρωτοδικείο στήριξε την ως άνω κρίση του στο παραχθέν από την 342/2008 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου δεδικασμένο, με την οποία διαγνώσθηκαν η έννομη σχέση και το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων ότι δικαιούνται την επίδικη αποζημίωση κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 4§1 του Συντ.

Keywords

AI generated
educational training allowances benefit for course attendance freedom of teaching and research european Higher Education Area higher education public institution user fee
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1086 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1086/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤOΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία " ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ -Τ.Ε.Ι ΛΑΡΙΣΑΣ" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα.Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Δημηνίκο.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ:1)Ι. Τ. του Β., 2) Δ. Κ. του Π.,3)Δ. Μ. του Χ. 4)Β. Α. του Ν., 5)Γ. Δ. του Μ., 6)Κ. Κ. του Α. 7) Δ. Μ. του Γ. 8)Ε. Ν. του Χ. 9) Κ. Π. του Κ. 10) Κ. Σ. του Κ. 11) Ε. Τ. του Γ., 12) Α. Β. του Π.,13) Χ. Β. του Γ. 14) Ό. Β. του Δ. ,15) Α. Γ. του Χ.,16) Μ. Δ. του Κ.,17) Α. Κ. του Χ.,18)Α. Κ. του Χ.,19) Δ. Κ. του Γ. 20) Μ. Κ. του Χ., 21) Γ. Ν. του Δ. ,22) Κ. Τ. του Β., 23) Α. Τ. του Ν.,24) Γ. Χ. του Λ., 25)Β. Ζ. του Β., όλοι κάτοικοι .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καραμανέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων , που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 99/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 56/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 12-05-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη , καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στον συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής ή μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ή η μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείoν Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα από 9-4-2004 οι υπό στοιχ. 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 14, 16 και 19, από 4-12-2002 οι υπό στοιχ. 4 και 23, από 1-8-2001 ο υπό στοιχ. 5, από 1-2-2003 οι υπό στοιχ. 12, 15, 17, 18, 20, 22 και 25, από 25-2-2004 ο υπό στοιχ. 13, από 1-8-2002 ο υπό στοιχ. 21 και από 1-5-2002 ο υπό στοιχ. 24.

Ειδικότερα, απασχολούνται έκτοτε και μέχρι σήμερα ως διοικητικό προσωπικό και ανήκουν ο 1ος στην κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης [ΠΕ], η 2η έως και η 11η στην Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης [ΤΕ], οι 12ος έως και 24ος στην Κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης [ΔΕ] και η 25η στην Κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης [ΥΕ].

Οι αναιρεσίβλητοι με την ιδιότητά τους ως διοικητικό προσωπικό του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, κατ' έτος και μετά από σχετική εντολή του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ., συμμετείχαν, μεταξύ άλλων και κατά το έτος 2008, εκτός των άλλων καθηκόντων τους, στην προετοιμασία και διεξαγωγή των ανά έτος διεξαγόμενων Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Ειδικότερα κάθε χρόνο, τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο και μετά από σχετική εντολή του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ., αναλαμβάνουν, μαζί με άλλους συναδέλφους τους, την υποχρέωση να συντάξουν πρόταση σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών - σπουδαστών στα τμήματα του αναιρεσείοντος. Η πρόταση αυτή συντάσσεται, αφού πρώτα ελεγχθεί πόσοι φοιτητές - σπουδαστές οφείλουν και ποια από τα μαθήματα τους, πιθανολογείται το ποσοστό αυτών από τους φοιτητές που θα διαγωνισθεί επιτυχώς και θα έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κενά που θα αναπληρώσουν οι νέοι φοιτητές, ποια εργαστήρια είναι ελεύθερα και τι αριθμό φοιτητών μπορούν να αναλάβουν, ποια είναι η δυναμικότητα του ιδρύματος σε αίθουσες (δεδομένου ότι κατ' έτος αυτές αυξάνονται, λόγω της κτιριακής επέκτασης του αναιρεσείοντος) κ.λ.π.

Δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι ενεργούν συμπληρωματικά σε σχέση με την προετοιμασία των Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων, με τους διοικητικούς υπαλλήλους του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ., οι οποίες εξετάσεις δεν είναι γεγονός που εξαντλείται στις δέκα ημέρες που λαμβάνουν χώρα αυτές και που άλλωστε αφορούν μόνο τη Δ/νση Εισαγωγής της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ.

και όχι όλους τους υπαλλήλους του και μάλιστα ανεξαρτήτως της κατηγορίας στην οποίαν ανήκουν, αλλά απαιτούν προετοιμασία τόσο από πλευράς του Υπουργείου (ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ), όσο και από την πλευρά των εργαζομένων υπαλλήλων στα Α.Ε.Ι και Τ.Ε.Ι, η οποία επιτυγχάνεται με τη συνεργασία όλων των παραγόντων, όπως προκύπτει και από τα Ε5/2221/23.11.1999, Ε5/2283/21.11.2000, Ε5/3016/ 30.10.2001, Ε5/110128/15.10.2002, Ε5/118220/24.10.2003, Ε5/123232/2.11.2004, Ε5/135632/25.11.2005, Ε5/117952/ 10.8.2006, Ε5/139408/5.12.2007 και Φ2511443941Β6/ 9.4.2008 έγγραφα του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ.

Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, οι αναιρεσίβλητοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση, κατ' εντολή του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ., να εκτελέσουν τις προαναφερόμενες εργασίες, δεδομένου ότι το ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ. αδυνατεί να ανακοινώσει τον συγκεκριμένο αριθμό των εισακτέων σπουδαστών στο αναιρεσείoν Τ.Ε.Ι. Λάρισας εάν το σύνολο του διοικητικού προσωπικού του αναιρεσείοντος συμπεριλαμβανομένων και των αναιρεσιβλήτων δεν συντάξει σχετική πρόταση, ύστερα από την προεκτεθείσα προετοιμασία, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι υπηρεσιακές ανάγκες του αναιρεσείοντος σχετικά με την παραπάνω προετοιμασία για τις γενικές εξετάσεις έχει παύσει ή μειωθεί ώστε να είναι πλέον περιτή η από τους αναιρεσιβλήτους παρεχόμενη ως άνω εργασία.

Περαιτέρω, με το άρθρο 10 παρ. 12 του Ν. 2327/1995, ορίστηκε ότι "στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών, χορηγείται μηνιαίο ειδικό επίδομα ποσού δραχμών 15.000 για την απασχόληση τους στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Γενικών Εξετάσεων.

Το παραπάνω ποσό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1.1.1996". Με τη διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 2413/1996, η χορήγηση του ειδικού αυτού επιδόματος επεκτάθηκε και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ορίζοντας ότι "το μηνιαίο ειδικό επίδομα που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 10 του Ν. 2327/1995, καταβάλλεται από 1.1.1996 και στο μόνιμο και με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου διοικητικό, τεχνικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αυτοτελών και μη υπηρεσιών και εκπαιδευτικών μονάδων αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και υπαλλήλους των ΝΕΛΕ, καθώς και σε όλα τα μέλη ΕΔΤΠ των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και Ε.Τ.Π.

των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και στους τεχνικούς εργαστηρίων των Τ.Ε.Ι. Περαιτέρω, με το άρθρο 19 παρ. 4 του Ν. 247011997 περί αναμόρφωσης μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις - Ενιαίο Μισθολόγιο, ο οποίος αντικατέστησε τους νόμους 1505/1984 και 1810/1998, περιορίστηκαν και πάλι οι κατηγορίες των υπαλλήλων του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ.

που δικαιούνται το επίδομα Γενικών Εξετάσεων και ορίστηκε ότι "Στο Διοικητικό προσωπικό αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών Εξετάσεων, καταβάλλεται εφάπαξ αμοιβή το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών (Οικον.

και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων". Με βάση την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκαν στη συνέχεια τα έτη 1997, 1998, 1999 και 2000 αντίστοιχες κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθόριζαν το ύψος της ως άνω εφάπαξ αμοιβής και κατηγορία υπαλλήλων. Το έτος 2001 εκδόθηκε η 2/36964/0022/22.6.2001 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικον.

και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων σύμφωνα με την οποία ορίζεται ότι "Τροποποιούμε την υπ' αριθμ. 2/47477/022/25.7.2000 κοινή υπουργική απόφαση, η οποία έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 998/Β/00 τεύχος Β και χορηγούμε εφάπαξ αμοιβή στο διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη συμμετοχή του στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών εισαγωγικών Εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ η οποία καθορίζεται και κλιμακώνεται ανάλογα με τις κατηγορίες του προσωπικού αυτού ως εξής:

α] υπάλληλοι κατηγορίας υποχρεωτικής εκπαίδευσης Υ.Ε 337.500 δρχ. β] υπάλληλοι κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δ.Ε 352.500 δρχ., γ] υπάλληλοι κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης Τ.Ε 375.000 δρχ. και δ] υπάλληλοι κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης Π.Ε 390.000 δρχ. Ακολούθως, με τη 2/1514/0022/8.10.2003 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χορηγήθηκε στις ως άνω κατηγορίες υπαλλήλων εφάπαξ αμοιβή κατά τα προαναφερθέντα 990,46 για τους ΥΕ, 1.034,48 για τους Δ.Ε, 1.100,51 για τους Τ.Ε και 1.144.53 για τους Π.Ε.

Το ποσό της αποζημιώσεως για τα έτη 2002 και 2003 παρέμεινε το ίδιο με αυτό του έτους 2001. Με το άρθρο 17 παρ. 4 του Ν. 3205/22.12.2003. ο οποίος κατήργησε τα άρθρα 1 έως και 27 και 29 έως 33 του Ν. 2470/1997 και ισχύει από 1.1.2004, περιορίσθηκαν εκ νέου οι κατηγορίες των υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που δικαιούνται το ειδικό επίδομα Γενικών Εξετάσεων και ορίστηκε ότι "με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους εκπαιδευτικούς και λοιπό προσωπικό που συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών και ειδικών ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και έκδοση των αποτελεσμάτων επιλογής, καθώς και στις εξετάσεις ιδιωτικών, Γενικών και Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών και στις αναβαθμολογήσεις γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Με όμοια απόφαση καθορίζεται εφάπαξ αμοιβή για το διοικητικό προσωπικό του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που συμμετέχει στις ανωτέρω διαδικασίες". Ακολούθως, εκδόθηκε η 2/249445/0022/10.5.2004 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων σύμφωνα με την οποία χορηγήθηκε στο διοικητικό προσωπικό της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για τη συμμετοχή στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι.

εφάπαξ αμοιβή, η οποία καθορίζεται για τους Υ.Ε στα 991 ευρώ, για τους Δ.Ε στα 1.035 ευρώ, για τους Τ.Ε στα 1.100 ευρώ και για τους Π.Ε στα 1.145 ευρώ.

Εκδόθηκε δε η 2/41818/0022/5.9.2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών -Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων σύμφωνα με την οποία ορίζεται ότι "καθορίζουμε εφάπαξ αμοιβή στο διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για τη συμμετοχή του στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι., η οποία καθορίζεται και κλιμακώνεται ανάλογα με τις κατηγορίες του προσωπικού αυτού ως εξής:

για τους ΥΕ 1.056 ευρώ, για τους Δ.Ε 1.103 ευρώ, για τους Τ.Ε 1.173 ευρώ και για τους Π.Ε 1.221 ευρώ". Για το 2007 και το 2008 ουδεμία ΚΥΑ εκδόθηκε περί αυξήσεως της εν λόγω αποζημίωσης, συνεπώς το ποσό αυτής παραμένει το ίδιο με εκείνο του έτους 2006. Δηλαδή, η επίδικη αποζημίωση εξακολουθεί να χορηγείται σε όλους αδιακρίτως τους (υπαλλήλους - διοικητικό προσωπικό - του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ ανάλογα με τις κατηγορίες του προσωπικού αυτού, πλην του διοικητικού προσωπικού των ΑΕΙ και ΤΕΙ και με τον τελευταίο νόμο 3205/2003 που ισχύει από 1.1.2004.

Εφόσον δε, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ο δικαιολογητικός λόγος της δια νόμου χορηγήσεως του επιδόματος αυτού στο διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας και των περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ. είναι η καθ' οιονδήποτε τρόπο προσφορά εργασίας τους, για την επιτυχή οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των Εισαγωγικών Εξετάσεων στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, πρέπει, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, να δοθεί και στους αναιρεσιβλήτους το εν λόγω επίδομα, διότι αποδείχθηκε ότι αυτοί απασχολήθηκαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο στην υποστήριξη και προετοιμασία των γενικών εξετάσεων, ενώ ουδείς λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος για τη μη χορήγησή του και σε αυτούς αποδείχθηκε και συνεπώς ο αποκλεισμός τους από την καταβολή του συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση του νομοθέτη σε βάρος τους σε σχέση με το διοικητικό προσωπικό όλων των κατηγοριών των υπηρεσιών Κεντρικής και Περιφερειακών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αφού και οι αναιρεσίβλητοι τελούν υπό τις αυτές πραγματικές συνθήκες εργασίας με τους υπαλλήλους του εποπτεύοντος και το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Προς αποκατάσταση, έτσι, της κατ' αυτόν τον τρόπο παραβιασθείσας αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί η ευνοϊκή διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 και στους αναιρεσίβλητους η οποία αντικατέστησε την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2470/1997.

Όλα τα παραπάνω είπε το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων από την επίδικη εργασιακή σχέση, τη νομική αιτία του δικαιώματός τους αυτού και τα πραγματικά περιστατικά, έχουν ήδη κριθεί τελεσιδίκως με δύναμη δεδικασμένου δυνάμει της 342/2008 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία απέρριψε στην ουσία έφεση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των αυτών ως άνω αναιρεσιβλήτων και επικύρωσε την 73/2008 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία και έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την 6/2008 αγωγή των, με την οποία επικαλούμενοι ότι δεν έλαβαν το επίδικο επίδομα των Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων για τα έτη 2006 - 2007 και ότι συνεπώς εισάγεται με τον τρόπο αυτό σε βάρος τους αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει σε έκαστο αυτών τα ποσά που εκθέτουν ότι δικαιούνται ως ειδικό επίδομα για την απασχόληση τους στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Γενικών Εξετάσεων κατά τα έτη 2006 - 2007, δηλαδή για το αμέσως προηγούμενο από το επίδικο χρονικό διάστημα.

Εφόσον λοιπόν, κατέληξε το Πολυμελές Πρωτοδικείο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, δεν έχει επέλθει μεταβολή του νομικούς καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται το επίδικο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτό κρίθηκε τελεσίδικα με την ανωτέρω 342/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, δοθέντος ότι, όπως έχει προαναφερθεί, και το έτος 2008 απασχολήθηκαν με την, αναλυτικά ως άνω προεκτεθείσα, προετοιμασία των Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων και εφόσον στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει ταυτότητα τόσο διαδίκων όσο και ιστορικής και νομικής αιτίας, η παραπάνω, 342/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας παράγει δεδικασμένο ως προς την κριθείσα έννομη σχέση και το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων έναντι του αναιρεσείοντος το οποίο δεδικασμένο δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο.

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε επιδικάσει τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά ως εφάπαξ αμοιβή για τη συμμετοχή τους στη διεξαγωγή και υποστήριξη των εισαγωγικών εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ του έτους 2008.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, εκτιμώμενους από το άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις του άρθρ. 17§4 του Ν. 3205/2003 αυτοτελώς και σε συνδυασμό με το άρθρ. 4§1 του Συντ., διότι οι αναιρεσίβλητοι δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία των δικαιουμένων την επίδικη αποζημίωση υπαλλήλων ούτε μπορεί να εφαρμοσθεί στην περίπτωσή τους η διάταξη του άρθρ. 4§1 του Συντ., αφού η εργασία τους δεν παρέχεται υπό τις ίδιες συνθήκες και κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς με εκείνο των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Παιδείας, καθώς οι τελευταίοι συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, ενώ οι αναιρεσίβλητοι με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού το Πολυμελές Πρωτοδικείο στήριξε την ως άνω κρίση του στο παραχθέν από την 342/2008 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου δεδικασμένο, με την οποία διαγνώσθηκαν η έννομη σχέση και το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων ότι δικαιούνται την επίδικη αποζημίωση κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 4§1 του Συντ.

σε συνδυασμό με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 17§4 του Ν. 3205/2003 απόφασης 2/41818/0022/5-9-2006 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Επειδή η διάταξη του άρθρ. 4§1 του Συντ., η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87§§1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δε δεν αντίκειται στο αρθρ. 80§1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη [ΑΠ (Ολ) 28/1992, 13/91]. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 4§2 του Συντ. "οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 22§1β, που αποτελεί ειδικότεροι έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας, "όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίση αμοιβής για παρεχόμενη εργασίας ίσης αξίας".

Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη που απασχολεί έναντι αμοιβής, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα πρόσωπα που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση ίδιας κατηγορίας αναγκών, ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο προσλήφθηκε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και να μην εξαιρεί ορισμένα από αυτά από παροχές, είτε μονομερώς είτε συμβατικώς χορηγούνται αυτές, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο, η συνδρομή του οποίου διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του ευνοηθέντος προσώπου.

Ακόμη, κατά το άρθρ. 116§1, "διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρ. 4 παράγραφος 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982" και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρ. 22 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν έως την αντικατάστασή τους, που συντελείται το αργότερο μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος".

Αντίστοιχες διατάξεις σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχείρισης αδιακρίτως φύλου περιέχονται και στον Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου και κατά το άρθρ. 15 του οποίου "οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, ΣΣΕ, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων, καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού καταργούνται".

Κατά την έννοια των παραπάνω συνταγματικών διατάξεων [άρθ. 4§2, 22§1β, 116§§ 1 και 3] απαγορεύεται κάθε διάκριση στην αμοιβή των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, όταν παρέχουν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, διατάξεις δε που όφειλαν, ως αντίθετες προς το άρθρ. 22§1β' του Συντ., να αντικατασταθούν μέσα σε τρία έτη από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος και δεν αντικαταστάθηκαν, θεωρούνται πλέον καταργημένες, ενώ κατά την έννοια των διατάξεων του Ν.1414/1984, απαγορεύονται οι υπέρ και κατά του ενός φύλου αυθαιρεσίες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις, τυχόν δε υφιστάμενες με βάση το φύλο, ως αντίθετες με όσα προαναφέρθηκαν, θεωρούνται καταργημένες.

Οι ρυθμίσεις αυτές όμως δεν έχουν σχέση με την υποχρέωση που επιβάλλεται από το άρθρ. 4§1 του Συντ. στον κοινό νομοθέτη να μην εισάγει αδικαιολόγητα δυσμενή μεταχείριση σε ορισμένη κατηγορία προσώπων, οπότε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην αρχή του σκεπτικού, εάν η δυσμενής αυτή ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή παροχή, τα δικαστήρια επιδικάζουν αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν.

Εν προκειμένω, με τον υπό στοιχ. 3 λόγο αναιρέσεως, εκτιμώμενο από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια: α] κατά το πρώτο του μέρος ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 22§1β και 116§3 του Συντ., διότι η διάταξη του νόμου [άρθρ. 17§4 του Ν. 3205/2003] και η κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ, που καθόρισε το ύψος της εφάπαξ αμοιβής των δικαιουμένων αυτή προσώπων, έπαυσαν να ισχύουν, αφού ήταν αντίθετες προς την πιο πάνω συνταγματική διάταξη και δεν τροποποιήθηκαν μέσα στην οριζόμενη από το άρθ. 116§3 προθεσμία και β]κατά το δεύτερο μέρος του ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 116§1 του Συντ. και εκείνες του άρθρ. 15 του Ν. 1414/1984, από τις οποίες συνάγεται γενικότερη αρχή του δικαίου, ότι διατάξεις που είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα καταργούνται άλλως είναι ανίσχυρες και δεν μπορούν να αποτελέσουν νόμιμο έρεισμα για ικανοποίηση ατομικών αξιώσεων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-3-2010 αίτηση του "Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος - ΤΕΙ Λάρισας" κατά της 56/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ