Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds due to subsequent changes in labor law regime.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding unpaid wages. The appellant argued that the lower court erred by applying the 1988 labor regime instead of the 1981 regime, claiming a violation of the principle of res judicata. The court ruled that res judicata does not apply when the legal framework governing the employment relationship changes after the initial judgment, thereby invalidating the claim of legal identity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply to subsequent claims based on the same legal relationship if the legal regime governing the relationship has changed since the initial judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1086 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1086/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 502/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7241/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, εάν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν απ' αυτήν, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτουμένη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης, από την οποία πηγάζουν περισσότερες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της διαρκούς αυτής έννομης σχέσης τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παραμένει αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλ.
αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α.. οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθ. 9 και 16 §3 ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη. Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσίδικα αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύσασες Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Περαιτέρω, με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολουμένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ.
του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της ΕΓΣΣΕ (1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν στο σύνολο τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το ν. 1810/1988, στους εργαζομένους, πλην ιατρών, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ, και καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα αυτών ανεξάρτητα από την ονομασία και τον τρόπο καταβολής τους.
Με το άρθ. 9 της ως άνω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με την συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται, τούτο, όμως, έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 3/2003, 10/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (Α) Με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως αυτή παραδεκτά διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε με τις προτάσεις της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αφού εξέθεσε ότι προσελήφθη την 21-8-1981 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως καθαρίστρια, εργαζομένη έκτοτε με την ειδικότητα αυτή και αποδοχές τις καθοριζόμενες από το νόμο και τις ισχύουσες για τους εργαζομένους στα δημόσια νοσοκομεία σχετικές ΣΣΕ και ΔΑ, ζήτησε για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-8-2000 τις διαφορές αποδοχών, αμοιβών για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και αμοιβών για νόμιμη υπερωριακή εργασία συνολικού ύψους 31.726.425 δρχ., που προκύπτουν από τον μη υπολογισμό των καταβαλλομένων σ' αυτήν αποδοχών σύμφωνα με τις ΔΑ 42/1981 και 74/1982 και τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές σχετικές διατάξεις, και δη λόγω του μη υπολογισμού του 8ώρου της εργασίας της και της μη χορήγησης του επιδόματος συζύγου και της αμοιβής των 2 ωρών ημερησίως του ν. 201/1975 και μη εφαρμογής ως εκ τούτου του άρθ. 9 της από 22-12-1998 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, επί του προβλεπομένου από τις ισχύουσες κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 18-5-1998 και 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ κατωτάτου ορίου ημερομισθίου (ημερομισθίου ασφαλείας), ισχυρισθείσα περαιτέρω ότι ως προς το δικαίωμα της ν' αμείβεται με βάση το προηγούμενο ως άνω μισθολογικό καθεστώς και όχι το νέο της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ υφίσταται δεδικασμένο από τις αναφερόμενες αποφάσεις που έκριναν τελεσίδικα επί προηγουμένων συναφών αγωγών της για την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών προγενεστέρου χρονικού διαστήματος. (Β) Το Εφετείο Αθηνών, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, έκρινε με την προσβαλλομένη 7241/2005 απόφασή του ότι η ενάγουσα υπαγόταν στο μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ (που είχε κηρυχθεί υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους, πλην ιατρών, των νοσοκομείων του ν.δ. 2592/1953 με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας) , δηλ.
στις διατάξεις του ν.1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και όχι στο προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς και ως εκ τούτου το εναγόμενο ορθά υπολόγισε τις αποδοχές της για την χρονική αυτή περίοδο (1-1-1998 έως 31-8-2000) σύμφωνα με την ως άνω ΕΣΣΕ, καθόσον οι επίδικες αξιώσεις συνιστούν διαφορές μεταξύ των εκάστοτε καταβλητέων ανώτερων αποδοχών με βάση το προϊσχύσαν μισθολογικό καθεστώς, το οποίο σύμφωνα με την ενάγουσα, εσφαλμένα όμως, εξακολουθούσε να ισχύει και μετά την κατά την 1-7-1988 έναρξη της ισχύος της ως άνω ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, και των εκάστοτε καταβαλλομένων, ως εκ τούτου δε η ενάγουσα μη σύννομα υπολογίζει τις μηνιαίες αποδοχές της του επιδίκου χρονικού διαστήματος σύμφωνα με το παλαιότερο αυτό μισθολογικό καθεστώς, κατά τα ειδικότερα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα.
Έτσι, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ παράλληλα δέχθηκε ότι από τις αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών 5663/1994, 3807/1995, 469/1997, 9054/1997, 4912/2000 (που επικυρώθηκε με την ΑΠ 244/2002) και 1361/2001 (μετ' αναίρεση αντίθετης με την ΑΠ 504/2000), που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, οι οποίες εκδόθηκαν επί προηγουμένων συναφών αγωγών της για επιδίκαση σ' αυτήν μισθολογικών διαφορών για το προηγούμενο (συνολικό) χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 31-12-1997 και με τις οποίες κρίθηκε τελεσίδικα ότι η σχέση εργασίας της ενάγουσας δεν διέπεται από το νέο μισθολογικό καθεστώς, δηλ.
από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά το προηγούμενο αυτής με βάση την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιά και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις, δεν παράγεται δεδικασμένο για τις ασκηθείσες με την ένδικη αγωγή όμοιες αξιώσεις της αναιρεσείουσας του εδώ επιδίκου διαστήματος από 1-1-1998 έως 31-8-2000, διότι οι νέες αυτές αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέο νομικό καθεστώς και συγκεκριμένα στις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ΕΓΣΣΕ, τις οποίες και η ίδια η ενάγουσα επικαλείται για τον προσδιορισμό των αποδοχών της (από 18-5-1998 και από 23-5-2000).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για το δεδικασμένο, καθόσον το δεδικασμένο που παρήχθη από τις μνημονευόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη ως άνω αποφάσεις περιορίζεται στα κριθέντα ζητήματα και για τις χρονικές περιόδους, στις οποίες αυτές αναφέρονται (από 1-1-1989 έως 31-12-1997) και δεν εκτείνεται σε γεννηθείσες μετά τις περιόδους εκείνες αξιώσεις, αφού αυτές θεμελιώνονται σε νέες διατάξεις, δηλ.
στις προαναφερθείσες Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τις οποίες επικαλείται και η αναιρεσείουσα στην αγωγή της για τον προσδιορισμό των αποδοχών της. Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της 42/1981 ΔΑ παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη εργασιακή σχέση έννομες συνέπειες. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας ορθώς δέχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι από τις παραπάνω αποφάσεις δεν υφίσταται δεδικασμένο περί του διέποντος τις αποδοχές της αναιρεσείουσας κατά το επίδικο διάστημα μισθολογικού καθεστώτος.
Απορριπτέος, επίσης, είναι ο λόγος αυτός ως προς τις αποδιδόμενες πλημμέλειες (α) από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κρίνοντας ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά την ως άνω επίδικη χρονική περίοδο διέπονταν από το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, με την οποία, κηρυχθείσα υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του ν.1505/1984 (όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988) στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, και όχι από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιά κλπ. (ως προς το οποίο και δεν γίνεται επίκληση συμβατικής παραπομπής), απορρίπτοντας συνακόλουθα την στηριζομένη σ' αυτό αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, αφού οι επίδικες διαφορές αποδοχών θεμελιώνονται στην μη διαμόρφωση των αποδοχών της με βάση τον καθοριζόμενο από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ βασικό μισθό και στην μη καταβολή των διαφόρων προβλεπομένων από το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς αλλά καταργηθέντων επιδομάτων, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε αυτή του άρθ. 6 §1 της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται το δικαίωμα του προσώπου για δίκαιη δίκη, ως προς την οποία πάντως δεν αποδίδεται συγκεκριμένη παραβίαση, ούτε του άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί σεβασμού της περιουσίας των προσώπων με την εφαρμογή της ως άνω ΕΣΣΕ, αφού με αυτήν νομίμως καθορίζεται διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς από τον χρόνο της έναρξης ισχύος της (β) από τον αριθμό 8 του αυτού άρθρου επίσης ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε με μακρές σκέψεις για ουσιαστικό λόγο (γ) από τον αριθ. 14 της ίδιας διάταξης ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή αναφέρεται σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις από δικαιώματα που προέρχονται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι ουσιαστικού δικαίου, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα εξειδικεύοντας την πλημμέλεια αυτή ως παρά το νόμο κήρυξη έκπτωσης, με την απόρριψη της αγωγής της, από το δικαίωμα ν' αμείβεται με βάση το προϊσχύσαν (της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ) μισθολογικό καθεστώς.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, μη τεθεί, όμως, διάταξη για δικαστικά έξοδα, ελλείψει σχετικού αιτήματος του νικώντος αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 7241/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ