Legislator Case Law & Legislation
1086/2007 AI generated

1086/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1086/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1086/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Keywords

AI generated
principle of accession acquisition of real estate rural land rights right of habitation common property unlawful entry
AI generated
340/2024
Α. συζ. Σ.. Λ., το γένος Κ../νου Μ., κατοίκου Ν.. Λ. Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Κ../νου Μ., κατοίκου Α. Α., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μάρθας Δεμουρτζίδου, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ε. Β.. Κ., κατοίκου Γ. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ε. Μ. Π., κατοίκου Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Χ.
1126/2013
Δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
1115/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1507/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1474/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με : α) την από 21-11-1995 αγωγή β) την από 10-10-1996 προσεπίκληση των Παναγιώτας συζ. Νικ. Βασιλαδιώτου, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και Βασιλικής συζ. Βασιλείου Πετρόπουλου ήδη αναιρεσίβλητη, και γ) την από 2-5-1996 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2922/1998 προδικαστική, 2413/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3209/2004 προδικαστική, 7495/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των 3209/2004 και 7495/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-2-2007 αίτησή τους και με τους από 24-3-2008 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 7495/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης 3209/2004 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1086 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1086/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1......, 2. ....., και 3. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Σπυριδάκη και Δημήτριο Βερβεσό.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Βάθη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 148/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2006 αίτησή τους και τους από 12-12-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος, ανέγνωσε την από 8 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του ογδόου, κατά τα τρία πρώτα μέρη αυτού, κυρίου λόγου της από 20-6-2006 αίτησης αναίρεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης της 148/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή κατά την παρ.2 εδ.α΄ του άρθρου 569 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, ως τοιαύτης νοουμένης της κατ' άρθρο 568 παρ.2 του ίδιου Κώδικα από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου οριζομένης αρχικώς και όχι μεταγενεστέρως μετ' αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΟλΑΠ 143 και 654/1984). Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/1984).

Εν προκειμένω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει (ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται) ότι οι πρόσθετοι λόγοι επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου.

ΙΙ. Επειδή, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και καθεμιά από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Και η μεν πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μη προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη διάταξη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Έτσι κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων και στην περίπτωση αυτή παραβιάζονται είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα : "Με το 11458/1-11-1927 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρασιών Μιχαήλ Τσούχλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο Χ1, πατέρας της ενάγουσας, αγόρασε ένα οικόπεδο, εκτάσεως μισού στρέμματος, που βρίσκεται εντός της κτηματικής περιφερείας της Κοινότητας Πουλήθρων και στη συνοικία ".....ι" στη παραλία ...., οριζόμενο γύρω με ιδιοκτησία κληρονόμων ...., ....., ...... , με δρόμο και αιγιαλό.

Στο οικόπεδο αυτό ο ίδιος έκτισε μια διώροφη οικοδομή και δύο συνεχόμενα με αυτή δωμάτια, το ένα από αυτά με πρόσωπο προς ανατολάς, προς τον αιγιαλό και το άλλο προς το νότο. Η προαναφερθείσα οικοδομή στο σημείο επαφής της με τα δύο δωμάτια σχηματίζει ορθή γωνία προς τον νότο, όπου υπάρχει προαύλιο επιφανείας 150 τ.μ.

περίπου, που εκτείνεται από δυσμάς και την εκεί υπάρχουσα επαρχιακή οδό, προς ανατολάς, (τον αιγιαλό). Κατά το έτος 1955 ο Χ1 μεταβίβασε στον αδελφό του Ψ1, πατέρα της δεύτερης εναγομένης, πεθερό του πρώτου και παππού του τρίτου εναγομένου, με το 3441/11.8.1955 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρασιών Σαράντου Γρηγοράκου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, το δωμάτιο που έχει πρόσωπο προς ανατολάς (τον αιγιαλό), μετά της ιδιαιτέρας αυτού εισόδου και του κοινού προαυλίου, ενώ δυνάμει του 284/10.9.1962 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Πρασιών Αναστασίου Ταλιαδώρου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, παραχώρησε το υπόλοιπο ακίνητό του μαζί με την διώροφη οικοδομή και το άλλο, προς νότο συνεχόμενο δωμάτιο μαζί με το προαύλιο αυτής (οικοδομής) στον σύζυγο της ενάγουσας ως προίκα.

Από το προαναφερόμενο, όμως, συμβόλαιο 3441/1955 δεν προκύπτει με σαφήνεια το σημείο που τοποθετείται η ιδιαίτερη είσοδος και το κοινό προαύλιο του πωληθέντος στον Ψ1 δωματίου και συνεπώς γεννάται ζήτημα ερμηνείας της εν λόγω συμβάσεως πωλήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ. Έτσι από την ερμηνεία της συμβάσεως αυτής, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σε συνδυασμό και με τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν, ως ιδιαίτερη είσοδος πρέπει να νοηθεί εκείνη μέσω της οποίας εισέρχονται και εξέρχονται οι χρησιμοποιούντες το ως άνω δωμάτιο, ενώ ως κοινό προαύλιο νοείται αυτό που υπήρχε κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου, ήταν γνωστό στους συμβαλλόμενους και εξυπηρετούσε τις ανάγκες τους ανάλογα με την επιφάνεια των κτισμάτων τους.

Κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως του εν λόγω δωματίου, δεν υπήρχε προς την θάλασσα το παράθυρο και η πόρτα, ούτε και βεράντα, αλλά ένα στενό περβάζι, πλάτους 0,30 μ. Τούτο χρησίμευε για την στήριξη ξύλινων μαδεριών, στα οποία πατούσαν και κινούνταν οι εργάτες που μετέφεραν τα προϊόντα του κυρίου του δωματίου Ψ1 απ' αυτό στα καΐκια.

Επομένως η ιδιαίτερη είσοδος και το κοινό προαύλιο που συμμεταβιβάσθηκαν μαζί με το παραπάνω δωμάτιο στον τελευταίο (Ψ1), ήταν προς νότον, το δε προαύλιο, το οποίο θέλησε ο πωλητής και όρισε να είναι κοινό, είναι αυτό που εκτείνεται σε νοητή προέκταση του δωματίου και προς νότον αυτού, καταλαμβάνει έκταση 50 τ.μ.

περίπου και συνορεύει ανατολικά με αιγιαλό, δυτικά με το υπόλοιπο προαύλιο, βόρια με το πιο πάνω δωμάτιο και νότια με ιδιωτικό δρόμο των διαδίκων. Μόνο σ' αυτό το τμήμα του προαυλίου αναφέρεται το ως άνω συμβόλαιο και αυτό εξακολούθησε να παραμένει κοινό. Πράγματι, μετά τη μεταβίβαση αυτή, τον επίδικο χώρο τον χρησιμοποιούσαν από κοινού τόσο ο πατέρας της ενάγουσας, όσο και ο πατέρας της δεύτερης εναγομένης εναποθέτοντας τα αγροτικά προϊόντα που παρήγαγαν και εμπορεύοντο.

Αντίθετα δεν αναφέρεται και στο υπόλοιπο, δυτικό προαύλιο της οικοδομής, επιφανείας 100 τ.μ. περίπου, το οποίο παρέμεινε στην αποκλειστική κυριότητα του πατέρα της ενάγουσας και επί του οποίου στην συνέχεια συνέστησε προίκα υπέρ της θυγατέρας του-ενάγουσας, όπως τούτο προκύπτει από το προαναφερόμενο 284/1962 προικοσυμβόλαιο, στο οποίο αναφέρεται ως προς ανατολάς όριο ιδιοκτησία Ψ1 και αιγιαλός.

Από τον παραπάνω χρόνο η ενάγουσα και ο σύζυγός της κατοικούσαν στην προαναφερθείσα κατοικία, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες και τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, δεδομένου ότι η μόνιμη κατοικία τους ήταν στον Πειραιά. Παράλληλα χρησιμοποιούσαν το δυτικό τμήμα του προαυλίου χώρου, που ήταν η αυλή του σπιτιού τους, αλλά και το ανατολικό τμήμα αυτού (προαυλίου) από κοινού με τον Ψ1, για την αναψυχή τους, για το παιχνίδι των παιδιών τους και για το άπλωμα των ρούχων τους, κατά τον υπόλοιπο δε χρόνο την νομή και κατοχή των ως άνω χώρων ασκούσε για λογαριασμό της ενάγουσας ο πατέρας αυτής.

Το έτος 1971 ο θείος της ενάγουσας Ψ1 προέβη σε εργασίες ισοπεδώσεως και διαμορφώσεως του ανατολικού τμήματος του προαυλίου και της κοινής διόδου προς τον αιγιαλό, κατασκευάζοντας βεράντα μήκους 8.40 μ. και πλάτους 1.30 περίπου και σκαλοπάτια προς την παραλία, χωρίς την ενημέρωση και την σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας.

Για τις ενέργειες αυτές του θείου της διαμαρτυρήθηκε έντονα η ενάγουσα και προς άρση κάθε παρεξηγήσεως συνέταξαν το από 18.8.1971 ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίσεως της διαφοράς τους. Στο συμφωνητικό αυτό, η γνησιότητα του οποίου ουδόλως αμφισβητείται από τους εναγόμενους, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι στις εργασίες αυτές προέβη ο θείος της ενάγουσας Ψ1 για τον καλλωπισμό του κοινού προαυλίου μπροστά από το δωμάτιο της κυρίας οικοδομής της ενάγουσας, που ο θείος της είχε αγοράσει από τον πατέρα της όχι γιατί απέβλεψε στην αποκλειστική χρήση του προαυλίου και της διόδου, αλλά γιατί πίστευε ότι δεν θα υπήρχαν αντιρρήσεις εκ μέρους της.

Μετά ταύτα και αφού δόθηκαν εξηγήσεις, η ενάγουσα ενέκρινε τις μέχρι τότε διενεργηθείσες χωματουργικές εργασίες ισοπεδώσεως και συμφωνήθηκε από κοινού η κατασκευή τμήματος του τοίχου στηρίξεως των χωμάτων του κοινού προαυλίου, με κοινή δαπάνη, ισόποση καταβολής της αξίας των υλικών και εργατικών και κατά τα λοιπά να διατηρηθούν ακέραια τα δικαιώματα εκάστου των μερών επί της ιδιοκτησίας τους.

Μετά την αποπεράτωση των εργασιών διαμορφώσεως του χώρου της κοινής διόδου με την κατασκευή της βεράντας και της κλίμακας προς την παραλία, το ανατολικό τμήμα του κοινού προαυλίου είχε επιφάνεια 63,74 τ.μ. επεκταθέν σε βάρος του αιγιαλού κατά 13,74 τ.μ. Επί του τμήματος αυτού οι διάδικοι ουδέν δικαίωμα απέκτησαν καθόσον αποτελεί τμήμα του αιγιαλού η κυριότητα του οποίου ανήκει στο Δημόσιο.

Κατά το έτος 1976 το προς ανατολάς δωμάτιο, που είχε μεταβιβασθεί στον Ψ1, ο γιος του Χ1 μετέτρεψε από αποθήκη σε παντοπωλείο και άρχισε να χρησιμοποιεί το κοινό, ανατολικό τμήμα του προαυλίου, για τις ανάγκες του καταστήματος, χωρίς, ωστόσο, να παρεμποδίζεται και η ενάγουσα στην άσκηση των εκ της συγκυριότητας δικαιωμάτων της, ενώ μετά τον θάνατο του Ψ1 και συγκεκριμένα κατά το έτος 1986 οι εναγόμενοι, εκ των οποίων η δεύτερη ως επικαρπώτρια και ο τρίτος ως ψιλός κύριος του καταστήματος, το μετέτρεψαν σε ψητοπωλείο και εκδόθηκε στο όνομα του πρώτου των εναγομένων η ..../...../...-.../.....

άδεια λειτουργίας του Α.Τ. Λεωνιδίου. Μετά ταύτα οι εναγόμενοι τοποθέτησαν στο ανατολικό κοινό τμήμα του προαυλίου γλάστρες με λουλούδια, φώτα και κιγκλιδώματα εκδηλώνοντας την πρόθεσή τους για αποκλειστική χρήση, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούν και το δυτικό τμήμα του προαυλίου για την διέλευση των ιδίων και των πελατών τους, την τοποθέτηση κιβωτίων με εδέσματα και είδη ανεφοδιασμού του ψητοπωλείου και την στάθμευση των οχημάτων των ιδίων και των πελατών τους.

Με την συμπεριφορά τους αυτή οι εναγόμενοι απέβαλαν την ενάγουσα από το δικαίωμα της συγκυριότητας αυτής επί του κοινού ανατολικού τμήματος του προαυλίου και διαταράσσουν το δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητας αυτής επί του δυτικού τμήματος αυτού". Με τις αιτιολογίες αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε κατ' αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης την 123/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή της τελευταίας και αναγνώρισε αυτήν ως συγκύρια κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του ανατολικού τμήματος και αποκλειστική κυρία του δυτικού τμήματος του επίδικου προαυλίου.

Ενόψει των παραπάνω παραδοχών του το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι υπάρχει ασάφεια στο προαναφερόμενο 3441/11-8-1955 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρασιών Σαράντου Γρηγοράκου και μάλιστα ως προς το σημείο της ιδιαίτερης εισόδου και το κοινό προαύλιο του μεταβιβασθέντος στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων δωματίου και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς άρση της ασάφειας αυτής, δεν παρέθεσε τα κατά το χρόνο της καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη οι συμβαλλόμενοι θέλησαν αυτού που δέχεται ως προς το κοινό προαύλιο που μεταβιβάστηκε μαζί με το δωμάτιο, αλλά αρκέστηκε ότι "ως κοινό προαύλιο νοείται αυτό που υπήρχε κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου, ήταν γνωστό στους συμβαλλόμενους και εξυπηρετούσε τις ανάγκες τους ανάλογα με την επιφάνεια των κτισμάτων τους και ότι το προαύλιο, το οποίο θέλησε ο πωλητής και όρισε να είναι κοινό είναι αυτό που εκτείνεται σε νοητή προέκταση του δωματίου, καταλαμβάνει έκταση 50 τ.μ.

περίπου και μόνο σ' αυτό το τμήμα του προαυλίου αναφέρεται το ως άνω συμβόλαιο". Ωσαύτως, το Εφετείο, προς θεμελίωση της με έκτακτη χρησικτησία κτηθείσας από την αναιρεσίβλητη κυριότητάς της επί του επίδικου προαυλίου δέχεται ότι "κατά τον υπόλοιπο χρόνο την νομή των ως άνω χώρων ασκούσε για λογαριασμό της ενάγουσας ο πατέρας αυτής", χωρίς όμως να παραθέτει συγκεκριμένες πράξεις νομής αυτού.

Έτσι, όμως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με την παράλειψη παραθέσεως των πραγματικών στοιχείων της εφαρμογής τους τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενώ διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον προαναφερθέντα αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, γι' αυτό είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ όγδοος, υπό στοιχ.α΄, β΄ και γ΄ αυτού, λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Εφετείο) που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 148/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ