Legislator Case Law & Legislation
1085/2025 AI generated

Supreme Court quashes lower court ruling on jurisdiction for doctors' salary disputes in private hospitals due to public funding.

Case Number 1085/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the First Instance Court's decision regarding the jurisdiction over salary disputes between doctors and a private hospital. The lower court incorrectly assumed administrative jurisdiction because the hospital was publicly funded, despite being a private entity operating under private law principles. The Court ruled that the hospital's legal status and funding source do not alter the nature of the employment relationship, which remains governed by civil courts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 179 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The jurisdiction of civil courts applies to labor disputes involving private legal persons, even if they receive public funding, as their legal status and operational principles remain those of private entities.

Keywords

AI generated
jurisdiction civil courts private hospital status public funding impact labor dispute classification Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 560 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 179 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1085 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1085/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2.Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 4.Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 5.Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 6.Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., 7.Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 8.Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 9.Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 10.Π. Δ. του Β., κατοίκου ..., 11.Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 12.Ι. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 13.Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., 14.Α. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 15.Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 16.Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 17.Π. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 18.Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 19.Μ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 20.Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 21.Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 22.Μ. Α. του Β. - Π., κατοίκου ..., 23.Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... 24.Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 25.Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 26.Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 27.Σ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., 28.Θ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., και 29.Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ... 'Απαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρθένα Παπαδοπούλου, η οποία κατέθεσε δεν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"" που εδρεύει στην Ν. Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Ευφραιμία Γερασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-06-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 308/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 15972/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08-08-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 8-8-2024 (17726/ 1420/2024) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 15972/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-06-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, οι οποίοι ισχυρίσθηκαν ότι απασχολούνται άπαντες από το αναιρεσίβλητο ως ιατροί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αιτούμενοι διαφορές αποδοχών της περιόδου 1/1/2017 έως 31/12/2020, συνιστάμενες στην αντισυνταγματικότητα του μισθολογίου τους, που ίσχυσε κατά την ως άνω περίοδο.

Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η απόφαση 308/2022 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Μετά την άσκηση της από 30-1-2023 εφέσεως του εναγομένου ΝΠΔΔ και ήδη αναιρεσιβλήτου εξεδόθη η απόφαση 15972/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκανε την έφεση τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, διότι, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση του, δεν θεμελιώνεται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων στην ένδικη διαφορά.

Ήδη με την ως άνω αίτηση οι αναιρεσείοντες αιτούνται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η παραπάνω αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 13-8-2024, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης, ούτε έχει παρέλθει διετία από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 1-12-2023), γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά.

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

1) Με το άρθρο 1 του ν. 1964/1991 (ΦΕΚ Α' 146/26.09.1991), όπως τούτο (στο σύνολό του) αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (ΦΕΚ Α' 128/16.06.1998) και στη συνέχεια η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 (ΦΕΚ Α' 296/23.12.2003) "Κύρωση τροποποιητικής σύμβασης του Ελληνικού Δημοσίου με το Ιδρυμα Παπαγεωργίου", κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η σύμβαση που υπεγράφη στις 24-05-1991, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Παπαγεωργίου" [Ί.

Π.]", με την οποία ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" [Γ.Ν.Π.]", το οποίο άρχισε να λειτουργεί το έτος 1999. Το νοσοκομείο ανηγέρθη επί ακινήτου, η χρήση του οποίου παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς αντιπαροχή ή άλλης μορφής αντάλλαγμα, με δαπάνες του άνω ιδρύματος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου.

Το τελευταίο ενέκρινε τις μελέτες κατασκευής του, παρακολουθούσε, επέβλεπε την εφαρμογή τους, ήλεγχε τη διαχείριση του Ιδρύματος και παρείχε κάθε συνδρομή στο έργο του (άρθρα 2, 3 παρ. 2 και 3, 6 παρ. 2 και 5, 7 και 9 του ν. 1964/1991). Ειδικότερα, στην κυρωθείσα με τους ως άνω νόμους σύμβαση, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις της, με τις από 03.11.1997, 08.07.1999 και 12.09.2003 νεώτερες, όμοιες συμβάσεις, οι οποίες κυρώθηκαν με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (ΦΕΚ Α' 128), το άρθρο 27 του ν. 2737/1999 (ΦΕΚ Α' 174) και το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 (ΦΕΚ Α' 296) αντίστοιχα, ορίζονται τα εξής:

Άρθρο 1 [όπως το άρθρο αυτό αντ/κε με τον ν. 2618/1998, ακολούθως δε οι παράγραφοι 1, 3 και 4 αντ/καν με τον ν. 3204/2003]: "1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις, που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης... 3.

Το Νοσοκομείο διασυνδέεται λειτουργικά με το Β' Πε.Σ.Υ.Π ... [Περιφερειακό Σύστημα Υγείας]... εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 2889/2001 (Α' 37) και εφημερεύει στα πλαίσια του προγράμματος εφημεριών των Νοσοκομείων του Νομού Θεσσαλονίκης...

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 ν. 1964/1991 [όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 2618/1998]: "1. Το Δημόσιο δικαιούται να ελέγχει τη διαχείριση του Ιδρύματος... Τα μέλη της διοικήσεως του Ι. Π., υπέχουν τις ευθύνες των δημοσίων υπολόγων. 2...." και, κατά το άρθρο 12 του ως άνω νόμου, απολαμβάνει ειδικών φορολογικών και άλλων απαλλαγών. Εξάλλου στο άρθρο 14 της αρχικής σύμβασης [όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αντικαταστάθηκαν με τον ν. 2618/1998, η δε παράγραφος 5 προστέθηκε με τον ν. 2737/1999 και τροποποιήθηκε με τον ν. 3204/2003] ορίζεται ότι: "Στο Νοσοκομείο μπορούν να εγκαθίστανται Πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και μονάδες, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα Νοσοκομεία διατάξεις ύστερα και από γνώμη του Δ.Σ. του Νοσοκομείου" (παρ. 3), είναι δε, επίσης, δυνατόν "... να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., που στελεχώνονται με ιατρικό και λοιπό προσωπικό, που υπηρετεί σε αυτά ή με προσωπικό άλλων νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ...." (παρ. 5).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 παρ. 6 του ν. 1964/1991, οι προμήθειες, εκποιήσεις, αγορές, καθώς και η εκτέλεση έργων του νοσοκομείου, διενεργούνται κατ' εφαρμογή των διατάξεων, που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Με το άρθρο 27 του Ν. 2737/1999, προστέθηκε στο άρθρο 14 του Ν. 1964/1991 παράγραφος 5, με τα εδάφια α' έως ζ', με την οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι, όσον αφορά το ιατρικό προσωπικό, που στελεχώνει τμήματα και μονάδες νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., που εγκαθίστανται στο συγκεκριμένο νοσοκομείο, υπό τις προβλεπόμενες στην άνω διάταξη προϋποθέσεις, θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική θέση με το Γ.Π.Ν. "Παπαγεωργίου" και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του, μπορεί μετά πάροδο πενταετίας από την απόφαση της εγκατάστασης να επιστρέψει στο Νοσοκομείο όπου υπάρχει η οργανική του θέση, μετά από αίτηση του, οι τακτικές αποδοχές μισθοδοσίας του ανωτέρω προσωπικού εξακολουθούν να καταβάλλονται από το νοσοκομείο που προέρχεται, η δε αποζημίωση για πρόσθετες αμοιβές του παραπάνω προσωπικού, για εφημερίες εργασία εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινών ωρών, υπηρεσιακή απασχόληση προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή απασχόληση, προς κάλυψη έκτακτων ή εποχιακών υπηρεσιακών αναγκών, καθορίζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ.

και καταβάλλεται από το Γ.Π.Ν. "Παπαγεωργίου".

Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 [όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 2618/1998 και 3204/2003]: "Το Διοικητικό Συμβούλιο που θα έχει τη διοίκηση και διαχείριση του Γ.Ν. "Παπαγεωργίου" είναι επταμελές... διορίζεται δε με απόφαση του Υπουργού Υγείας... Κατά δε το άρθρο 16 παρ. 1 της Σύμβασης, που ρυθμίζει τη "Δικαιοδοσία του Διοικητικού Συμβουλίου" του Νοσοκομείου [όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 2618/1998, 2737/1999 και 3204/2003]: "Το Διοικητικό Συμβούλιο του συνιστωμένου με την παρούσα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, έχει τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του Νοσοκομείου και της εν γένει περιουσίας του. Το Διοικητικό Συμβούλιο, κατά την άσκηση της διοίκησης του νομικού προσώπου και την εν γένει διαχείριση των υποθέσεων αυτού και της περιουσίας του, έχει τα πλέον εκτεταμένα δικαιώματα και την ευρύτατη και απεριόριστη εξουσία να ενεργεί όλες τις πράξεις του νομικού προσώπου, ενεργεί, δε, κατά πάσα περίπτωση, συλλογικώς και υπέχει τις ευθύνες του δημοσίου υπολόγου".

Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 3 της κυρωθείσας με τους προαναφερθέντες νόμους σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου και του Ιδρύματος "Παπαγεωργίου", καταρτίσθηκε ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Νοσοκομείου, ο οποίος εγκρίθηκε με την Α1α/8342/1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας (Β' 711/14-07-1998), τροποποιήθηκε δε και συμπληρώθηκε, στη συνέχεια, με τις Κ.Υ.Α. Α1α/οικ. 9793/1998 (Β' 824), Υ.Α. 4α/5063/2001 (Β' 1180), Υ.Α. 4α/10760/2001 (Β' 1297), Υ.Α. 4α/18357/2003 (Β' 439), Υ.Α. 4α/114687/06/2007 (Β' 1193), Υ.Α. 4α/86735/2010 (Β'1869) και την Υ.Α. 4α/οικ.15730/2013 (Β' 417). Επισημαίνεται ότι με την παρ. 11 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 ορίστηκε ότι εξαιρούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου." και το "Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο", η οργάνωση και η διοίκηση των οποίων διέπεται από τις ισχύουσες γι' αυτά διατάξεις, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τους όρους απασχόλησης των απασχολούμενων ιατρών του Ε.Σ.Υ. και των πανεπιστημιακών ιατρών, για τους οποίους και μόνο (ιατρούς ΕΣΥ και πανεπιστημιακούς ιατρούς) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3 και 4 του άνω άρθρου (11 ν. 2889/2001).

Εξάλλου, με την παρ.3 του άρθρου 16 της κυρωθείσας με το ν.1964/1991 σύμβασης, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 45 του ν.3204/2003 ορίζεται ότι "Ειδικότερα όλο το προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου προσλαμβάνεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που μπορούν μετά από κρίση να ανανεώνονται ή να μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον εσωτερικό κανονισμό Λειτουργίας του Νοσοκομείου.....".

Στα πλαίσια της ανωτέρω διάταξης με το άρθρο 35 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Γ.Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" προβλέφθηκε η διαδικασία πρόσληψης ιατρικού προσωπικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δύναται να μετατραπούν μετά από την ειδικώς αναφερόμενη διαδικασία αξιολόγησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Προκύπτει επομένως ότι από την έναρξη της λειτουργίας του, το έτος 1999 το παραπάνω Νοσοκομείο λειτούργησε με τρείς κατηγορίες ιατρών, τους νεοπροσληφθέντες (με σχέση εργασίας) ιδιωτικού δικαίου, τους πανεπιστημιακούς, που ασκούσαν σε αυτό το κλινικό τους έργο και τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., που μετακινήθηκαν στο νοσοκομείο, μαζί με τις κλινικές τους, από άλλα δημόσια νοσοκομεία.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" αποτελεί κατά τον συστατικό του νόμο αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, πλην των προβλεπομένων στον ίδιο ως άνω νόμο εξαιρέσεων (ΑΠ 283/2024).

2) Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. α' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ...

και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, 10/1989, ΑΠ 646/2023, 147/2023, 1366/2018).

Οι λοιπές πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και επομένως συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 657/2024, 646/2023, 195/2023, 147/2023).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν υπαχθεί μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, κατά το άρθρο 1 παρ.2 περ. θ' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, στις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και των ΝΠΔΔ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση δημόσιου δικαίου (Ολ.ΑΠ 2/2025, ΑΠ 6/2023, 959/2020, 1349/2019). Αντίθετα, διαφορές, που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή την εν γένει λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, Ολ.ΑΠ 2/2025, ΑΠ 657/2024, 1134/2023, 195/2023, 1690/2022, 598/2020, 1366/2018). 3) Επίσης, με τη διάταξη της περ. 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 του ν. 4842/2021 ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση "αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα".

Τέλος οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται οι εκ του αριθμού 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 657/2024). Οι αναιρεσείοντες με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μέμφονται την προσβαλλομένη για πλημμέλειες εκ των αριθμών 3 και 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αληθώς όμως μόνο εκ του αριθμού 3 του παραπάνω άρθρου, ως εκ του αποδιδομένου στην απόφαση νομικού σφάλματος, αναφορικά με την αυτεπάγγελτη κρίση της ότι η ένδικη διαφορά δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά των διοικητικών.

Κατά τις συναπτόμενες με τον παραπάνω λόγο παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εδέχθη τα εξής: "με τη διάταξη του άρθρου πρώτου του ν. 1964/1991 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η από 24-05-1991 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΠΟΥ"....

Στο πλαίσιο της κατά τα ανωτέρω συμφωνίας ... ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΠΟΥ". Το εν λόγω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και αυτονομίας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά...το εκκαλούν νομικό πρόσωπο εποπτεύεται ως προς την άσκηση της δραστηριότητας του και την λειτουργία του από τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα, το νοσοκομείο, του οποίου η λειτουργία αποτελεί αντικείμενο της δραστηριότητας του, είναι οργανωτικά πλήρως ενταγμένο στο Εθνικό Σύστημα Υγείας ενώ οι αμοιβές του ιατρικού προσωπικού του για τις παρεχόμενες από αυτό υπηρεσίες δεν καθορίζονται μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτού και του εκκαλούντος, ούτε μπορούν να καθοριστούν ελεύθερα, αλλά ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου κατ' αναλογία προς τα ισχύοντα για τις αμοιβές του προσωπικού των υπόλοιπων νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, τα οποία λειτουργούν με τη νομική μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Επίσης σύμφωνα προς όσα το ίδιο το εκκαλούν υποστηρίζει στην υπό κρίση έφεση του, οι δαπάνες για την κάλυψη της μισθοδοσίας του ιατρικού προσωπικού του καλύπτονται με χρηματοδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός το οποίο εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζουν και οι εφεσίβλητοι χαρακτηρίζοντας στο πλαίσιο της αγωγής τους το Ελληνικό Δημόσιο ως ουσιαστικό τους εργοδότη.

Επομένως, σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό του ύψους των αμοιβών του ιατρικού προσωπικού του το εκκαλούν εξομοιώνεται πλήρως με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με συνέπεια οι σχετικές διαφορές να υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, αν και εδέχθη ότι το αναιρεσίβλητο τυγχάνει ΝΠΙΔ και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας (χωρίς μάλιστα να απορρίψει τον μη αμφισβητηθέντα από το εναγόμενο αγωγικό ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες υπάγονται στο ιατρικό προσωπικό που προσελήφθη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου), ωστόσο έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εκ του λόγου ότι το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο είναι ενταγμένο στο Ε.Σ.Υ και οι δαπάνες για την μισθοδοσία του ιατρικού προσωπικού του καλύπτονται με χρηματοδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο με διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου, όπως και στα λοιπά δημόσια νοσοκομεία, υπέπεσε (το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το αναιρεσίβλητο τυγχάνει ΝΠΙΔ, απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στη με αρ. 1 νομική σκέψη της παρούσης στο προσωπικό του αναιρεσιβλήτου, ως εκ του ιδιόμορφου νομικού του καθεστώτος, υπάγονται και ιατροί που απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Ως εκ τούτου οι αναφυόμενες από την εργασιακή σχέση των εναγόντων ιατρών απασχολουμένων στο εναγόμενο ΝΠΙΔ με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην με αρ. 2 νομική σκέψη. Τα ανωτέρω "συνομολογούνται" εξάλλου από το αναιρεσίβλητο, το οποίο ομοίως αιτείται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως οι παραπάνω δύο λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ η εξέταση του τρίτου λόγου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθίσταται άνευ αντικειμένου, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από δικαστή άλλον εκείνου που δίκασε. Τέλος η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των προπαρατεθεισών διατάξεων (αρθ. 179 εδ. α' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 15972/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή, άλλον από εκείνον που δίκασε.

Συμψηφίζει στο σύνολό της δικαστική δαπάνη των διαδίκων της παρούσης αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ