Supreme Court dismisses appeal against traffic accident compensation for mental distress, upholding lower court's discretion on amounts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a final judgment awarding mental distress compensation to victims of a traffic accident. The lower court determined specific monetary amounts based on the victims' age, family ties, and the severity of the loss, rejecting the insurer's claim that these figures exceeded legal discretion. The court upheld the lower court's decision, ruling that the awarded sums were reasonable and did not violate the principle of proportionality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 561, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals against final judgments in property disputes to ensure the lower court did not exceed the limits of its discretionary power when determining compensation for mental distress.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1085 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1085/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Σ., … και 6) Α. συζ. Σ. Μ., κατοίκων Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ανδρέου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 17-10-2017 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 719/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4464/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 8-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5473/605/11-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4464/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4464/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 6-7-2017 (ΓΑΚ 544328/2017 ΕΑΚ 2162/2017) αγωγή τους, στην οποία ισχυρίσθηκαν ότι στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο και υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες συνθήκες προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα από συγκλίνουσα υπαιτιότητα του τρίτου εναγομένου (μη διαδίκου), Ν.
Μ., οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που ανήκει στην κυριότητα, νομή και κατοχή του τέταρτου εναγομένου (μη διαδίκου) Ό. Κ., η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη σε ασφαλιστική εταιρεία για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, καθώς και του πρώτου εναγομένου (μη διαδίκου) Β. Γ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του, ασφαλισμένου στην δεύτερη εναγόμενη (μη διάδικο) ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", εξαιτίας του οποίου (ατυχήματος) προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός της συνεπιβαίνουσας στην ως άνω μοτοσικλέτα, Α. Μ., ηλικίας τότε 19 ετών, θυγατέρας των δύο πρώτων των εναγόντων, αδελφής του τρίτου ενάγοντος και εγγονής των λοιπών εναγόντων.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νομότυπο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο της συγγενούς τους, το ποσό των 150.000 ευρώ για καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (γονείς της θανούσης), το ποσό των 120.000 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα (ετεροθαλή αδελφό) και το ποσό των 40.000 ευρώ για καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες (παππούδες και γιαγιάδες της θανούσης), με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την ημέρα του ατυχήματος, άλλως από την επίδοση της αγωγής τους.
Περαιτέρω, το ήδη αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 17-10-2017 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η φερόμενη ως ζημιογόνα με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου (Ό.
Κ.), την οποία οδηγούσε ο πρώτος παρεμπιπτόντως ενάγων Ν. Μ., προστηθείς από τον ως άνω ιδιοκτήτη της στην οδήγησή της, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ανασφάλιστη για την έναντι τρίτων ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα, οπότε σε περίπτωση ήττας του επί της ως άνω κυρίας αγωγής, την οποία ενσωμάτωσε στο δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής, υποκαθίσταται στα δικαιώματα των κυρίως εναγόντων.
Ζήτησε δε, μετά από παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να παρέμβουν οι καθών στην διανοιγείσα, δυνάμει της κυρίας αγωγής, δίκη και να αναγνωρισθεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, υποχρεούνται να του καταβάλουν κάθε ποσό, το οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, με τον νόμιμο τόκο από την καταβολή της αποζημιώσεως από αυτό.
Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών αγωγών, κύριας και παρεμπίπτουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 719/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 6-6-2017 κυρία αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη για τους τρεις πρώτους ενάγοντες, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν για τους λοιπούς αυτών και, στην συνέχεια, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 17-10-2017 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ενώ έγινε δεκτή η από 17-10-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή του ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι ακόλουθες εφέσεις: Α) Η από 20-7-2020 έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής, Β) Η από 1-7-2020 έφεση των εναγομένων της κύριας αγωγής Β. Γ. και της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", Γ) Η από 14-1-2021 έφεση του εναγομένου Ό. Κ. και Δ) Η από 14-10-2020 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4464/2021, απόφαση του τελευταίου αυτού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 1-6-2020 έφεση του Β. Γ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROYPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", απορρίφθηκε η από 14-1-2021 έφεση του Ό.
Κ. ως απαράδεκτη ως προς τον τέταρτο και πέμπτο των εφεσιβλήτων και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για τους λοιπούς εφεσιβλήτους, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 20-7-2020 έφεση των τριών πρώτων εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Μ., Β. Μ. και Π. Μ., έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ανωτέρω έφεση των εκκαλούντων Α.
Μ. χήρας Σ.. Μ., Σ. Μ. και Α.. Μ.. συζ. Σ.. Μ., απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 14-10-2020 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", όσον αφορά την κυρία αγωγή, ενώ έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η επικουρικώς κυρία έφεση, που σωρεύθηκε στο ίδιο δικόγραφο, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 719/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακρατήθηκαν η κυρία και η παρεμπίπτουσα αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή η από 6-6-2017 αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους ενάγοντες Α.
Μ. χήρα Σ.. Μ., Σ. Μ. και Α. Μ. σύζ. Σ.. Μ., αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, καθένας αυτών εις ολόκληρον, σε καθένα από τους τελευταίους ενάγοντες το ποσό των 20.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκε ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στο παρεμπιπτόντως ενάγον και ήδη αναιρεσείον κάθε χρηματικό ποσό που το τελευταίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους πιο πάνω ενάγοντες της κύριας αγωγής, νομιμοτόκως από την ημέρα της σχετικής καταβολής και μέχρι την εξόφληση.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1673/2022). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί εμμέσως η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 415/2021, Α.Π. 161/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 690/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 40/2020). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.
στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1.
Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018).
Τέλος, κατά το άρθρο 23 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός, προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά, υποχρεούται να κινηθεί έγκαιρα προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και να πραγματοποιήσει τη στροφή κατά το δυνατόν κλειστή. 2. ... Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού ..." (Α.Π. 979/2022, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 1053/2021, Α.Π. 998/2021).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4464/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 14 Ιουλίου 2014 και περί ώρα 00.50, η Α.
Μ., επέβαινε ως συνεπιβάτιδα, στη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κυριότητας, νομής και κατοχής του τέταρτου των εναγόμενων Ό. Κ., την οποία οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος, Ν. Μ., ως προστηθείς στην οδήγηση αυτής από τον προαναφερόμενο τέταρτο των εναγόμενων, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά, στην οδό Υπαπαντής στην Αρτέμιδα Αττικής και με κατεύθυνση από Ραφήνα προς Βραυρώνα.
Η εν λόγω δίκυκλη μοτοσικλέτα κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία της σε ασφαλιστική εταιρία. Η οδός Υπαπαντής διασταυρώνεται με την οδό Αγίου Γεωργίου και είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς διαγράμμιση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,60 μέτρων.
Η οδός Αγίου Γεωργίου είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς διαγράμμιση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,00 μέτρων, ενώ στο ύψος της συμβολής της με την οδό Υπαπαντής το πλάτος του οδοστρώματος της πιο πάνω οδού (Αγίου Γεωργίου) αυξάνεται σε 8,50 μέτρα. Αμφότερες οι οδοί Υπαπαντής και Αγίου Γεωργίου είναι ευθείες και οριζόντιες, η κατάσταση του οδοστρώματος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ξηρά και η ορατότητα σε αυτές δεν περιορίζεται από κάποιο εμπόδιο, πλην όμως, οι συνθήκες τεχνητού φωτισμού ήταν ανεπαρκείς.
Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, Β. Γ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας, νομής και κατοχής του ίδιου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε." εκινείτο στην οδό Αγίου Γεωργίου με κατεύθυνση από παραλία προς Σπάτα, με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύκτα, πλησίον διασταύρωσης, ανεπάρκεια τεχνητού φωτισμού).
Ο πρώτος εναγόμενος, πλησιάζοντας στη διασταύρωση της οδού Υπαπαντής με την οδό Αγίου Γεωργίου και με την πρόθεση να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Υπαπαντής με κατεύθυνση προς Ραφήνα, από απερισκεψία και αμέλεια, δεν σταμάτησε στην εν λόγω διασταύρωση, για να ελέγξει το ελεύθερο της οδού, ούτε για να παραχωρήσει την εκ δεξιών προτεραιότητα στα κινούμενα επί της οδού Υπαπαντής οχήματα με κατεύθυνση προς Βραυρώνα, αλλά εισήλθε στην οδό Υπαπαντής ανεξέλεγκτα, απότομα και με την ίδια αυξημένη ταχύτητα, ενεργώντας ανοικτή δεξιά στροφή, για να κατευθυνθεί προς Ραφήνα, πλην όμως, λόγω της υπερβολικής για τις περιστάσεις ταχύτητας με την οποία εκινείτο και μην ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματος του, εισήλθε και κατέλαβε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Υπαπαντής, στο οποίο έβαινε κανονικά η προαναφερόμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα, με κατεύθυνση προς Βραυρώνα.
Ο τρίτος εναγόμενος και οδηγός της επίδικης μοτοσικλέτας, κινούμενος με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύκτα, πλησίον διασταύρωσης, ανεπάρκεια τεχνητού φωτισμού), μόλις αντιλήφθηκε το αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο να εισέρχεται στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, ενήργησε (πρώτο) αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, πλην όμως, ταυτόχρονα, ο πρώτος εναγόμενος και οδηγός του επίδικου αυτοκινήτου, πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά στην προσπάθειά του να επαναφέρει το όχημά του στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας.
Αμέσως και αστραπιαία, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας ενήργησε δεύτερο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως, παρά τις προσπάθειές του, επέπεσε στην εμπρόσθια και αριστερή πλευρά του ως άνω αυτοκινήτου (προφυλακτήρας, φτερό, καθρέπτης), με αποτέλεσμα τη σφοδρότατη πλαγιομετωπική σύγκρουση των δύο οχημάτων.
Ακολούθως, η δίκυκλη μοτοσικλέτα εξετράπη δεξιά της πορείας της, ανατράπηκε και σύρθηκε στο οδόστρωμα, δημιουργώντας χαραγή σε αυτό μήκους 21,20 μέτρων και αφήνοντας εκτεταμένα ίχνη από λάδια στο οδόστρωμα μήκους 11,60 μέτρων και θραύσματα πλαστικών και γυαλιών στο δρόμο σε απόσταση περίπου 22 μέτρων από το σημείο πρόσκρουσης (όπου ξεκινούν τα ίχνη στο οδόστρωμα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Υπαπαντής με κατεύθυνση προς Βραυρώνα, ήτοι στο αντίθετο για το επίδικο αυτοκίνητο ρεύμα κυκλοφορίας).
Τελικά, η μοτοσικλέτα επέπεσε στο οπίσθιο μέρος του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στην οδό Υπαπαντής στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 177 με κατεύθυνση προς Βραυρώνα και σε απόσταση 7 μέτρων περίπου από τη γωνία της πιο πάνω διασταύρωσης. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του τρίτου εναγόμενου, οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και ο θανάσιμος τραυματισμός της συνεπιβαίνουσας, Α.
Μ., ηλικίας τότε δεκαεννέα (19) ετών, θυγατέρας των δύο πρώτων των εναγόντων και αμφιθαλούς αδελφής του τρίτου ενάγοντος. Αμέσως, η τελευταία μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ.", όπου οι ιατροί διαπίστωσαν το θάνατό της. Με δεδομένα τα παραπάνω περιστατικά, καθίσταται σαφές ότι ο πρώτος εναγόμενος και ο τρίτος εναγόμενος είναι συνυπαίτιοι της εν λόγω σύγκρουσης.
Ειδικότερα, ο μεν τρίτος εναγόμενος, Ν. Μ. οδηγός της επίδικης μοτοσικλέτας, στην οποία επέβαινε η Α. Μ., από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν διατηρούσε τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί της επίδικης μοτοσικλέτας, ώστε να εκτελεί ανά πάσα στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, δεν συμμορφώθηκε με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (εντός κατοικημένης περιοχής 50 χλμ/ώρα) και δεν ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, αλλά έβαινε με υπερβολική και ανεπίτρεπτη για τις περιστάσεις (νύκτα, πλησίον διασταύρωσης, ανεπάρκεια τεχνητού φωτισμού) ταχύτητα [άρθρα 330 εδ.
β ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999]. Ειδικότερα ο Ν. Μ. οδηγούσε την ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (ήτοι τα 50 χλμ/ώρα). Ο ίδιος εξεταζόμενος χωρίς όρκο στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε ότι την στιγμή του ατυχήματος είχε βάλει την πέμπτη (5η) ταχύτητα στη μοτοσυκλέτα και ότι η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ανερχόταν στα 55-60 χλμ την ώρα ενώ και στην απολογία του ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ανέφερε ότι η μοτοσυκλέτα του εκινείτο με 60 χλμ/ώρα.
Έτσι παρόλο που εκινείτο νυκτερινές ώρες, με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό, σε δρόμο του οποίου η ασφαλτόστρωση είναι πολύ κακής ποιότητας (όπως ο ίδιος κατέθεσε εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) και παρόλο που πλησίαζε στη διασταύρωση των οδών Υπαπαντής και Αγ. Γεωργίου δεν ρύθμισε την ταχύτητά του οχήματος του ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο και συγκεκριμένα μόλις είδε ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος εισήλθε στην πορεία του ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση των οχημάτων τους.
Από την άλλη πλευρά ο πρώτος εναγόμενος, Β. Γ. από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν διατηρούσε τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του επίδικου οχήματος του, ώστε να εκτελεί ανά πάσα στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, δεν συμμορφώθηκε με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (εντός κατοικημένης περιοχής 50 χλμ/ώρα) και δεν ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα, πλησίον διασταύρωσης, ανεπάρκεια τεχνητού φωτισμού), αλλά δεν ανέκοψε την ταχύτητά του πριν την είσοδό του στην οδό Υπαπαντής με αποτέλεσμα, μην ασκώντας και τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Επίσης δεν ήλεγξε την κίνηση επί της οδού Υπαπαντής πριν αλλάξει κατεύθυνση και δεν βεβαιώθηκε αν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, ούτε παραχώρησε την εκ δεξιών προτεραιότητα στην κινούμενη επί της οδού Υπαπαντής δίκυκλη μοτοσικλέτα, διακόπτοντας προσωρινά στη διασταύρωση την πορεία του οχήματος του και αναμένοντας τη διέλευσή της, ούτε πραγματοποίησε τη δεξιά στροφή κατά το δυνατόν κλειστή, αλλά ενεργώντας αντικανονικά ανοικτή δεξιά στροφή, εισήλθε και κατέλαβε παράνομα μέρος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν πλαγιομετωπικά τα δύο οχήματα και να τραυματιστεί θανάσιμα η Α.
Μ. (άρθρα 330 εδ. β ΑΚ, 12 παρ.1,16 παρ.1 και 4, 19 παρ.1, 2 και 3, 20 παρ. 1, 23 παρ.1, 26 παρ.5 του Ν. 2696/1999). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος Β. Γ. εκινείτο επί της οδού Αγ. Γεωργίου και είχε πρόθεση να ενεργήσει ελιγμό δεξιά προκειμένου να εισέλθει από την οδό Αγ. Γεωργίου στην οδό Υπαπαντής. Στον κόμβο αυτό δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες ή σήμανση της τροχαίας που να ρυθμίζουν την προτεραιότητα.
Επομένως σύμφωνα με το διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Στην επίδικη περίπτωση από δεξιά και συγκεκριμένα από την οδό Υπαπαντής διερχόταν η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος. Επομένως ο πρώτος εναγόμενος έπρεπε να διακόψει την πορεία του και να παραχωρήσει προτεραιότητα στη μοτοσικλέτα του τρίτου εναγομένου και αφού αυτή διερχόταν και δεν υπήρχε άλλο όχημα που είχε προτεραιότητα, να ενεργήσει τον δεξιό ελιγμό και να εισέλθει στην οδό Υπαπαντής.
Αντίθετα ο πρώτος εναγόμενος δεν διέκοψε την πορεία του μόλις έφτασε στη διασταύρωση των οδών Αγ. Γεωργίου και Υπαπαντής ούτε παραχώρησε προτεραιότητα στο όχημα του τρίτου εναγομένου αλλά εισήλθε με αυξημένη ταχύτητα και χωρίς πρώτα να ελέγξει την κίνηση, στην οδό Υπαπαντής και μάλιστα το αυτοκίνητό του κατέλαβε μέρος του αντίθετου ρεύματος (προς Βραυρώνα) επί του οποίου εκινείτο η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο τρίτος εναγόμενος.
Αυτό αποδεικνύεται αφενός μεν από την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας στην οποία αναφέρεται ότι το όχημα του πρώτου εναγομένου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αφετέρου δε από το σχεδιάγραμμα που συνέταξαν οι προανακριτικοί υπάλληλοι της τροχαίας καθώς και από την κατάθεση του τρίτου εναγόμενου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που με σαφήνεια κατέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν διέκοψε την πορεία του πριν εισέλθει στην οδό Υπαπαντής αλλά εισήλθε στη διασταύρωση με αυξημένη ταχύτητα κάνοντας "κωλιά" όπως ανέφερε.
Εξάλλου εάν ο πρώτος εναγόμενος είχε διακόψει την πορεία του και είχε παραχωρήσει προτεραιότητα στον τρίτο εναγόμενο που εκινείτο από δεξιά του, όπως είχε υποχρέωση, δεν θα είχε συμβεί το επίδικο ατύχημα. Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι είχε εισέλθει στην οδό Υπαπαντής, είχε ευθυγραμμίσει πλήρως το όχημά του για 10 μέτρα και μετά συνέβη το ατύχημα δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Αντίθετα καταρρίπτεται από τα ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως το σχεδιάγραμμα της τροχαίας στο οποίο φαίνεται ότι η τελική θέση του οχήματος του πρώτου εναγομένου μετά το ατύχημα, το φρενάρισμα και τη διακοπή της πορείας του είναι σε απόσταση 8,40 μέτρα από τη διασταύρωση. Κατά συνέπεια, κατά το μέρος που το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη οριστική απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σε αυτήν, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο του πρώτου εναγόμενου όσο και του τρίτου εναγομένου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικώς τις εφέσεις: α) από τους κυρίως ενάγοντες των τέταρτης, πέμπτου και έκτης αυτών και ήδη αναιρεσιβλήτων και β) του παρεμπιπτόντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", κατά της υπ' αριθμ. 719/2020 πρωτοδίκου οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κύρια αγωγή, όσον αφορά τους τέταρτη, πέμπτο και έκτη των κυρίως εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε την κύρια αγωγή και ως προς τους τελευταίους κυρίως ενάγοντες, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος ως βάσιμες κατ' ουσίαν, δεχόμενο συντρέχουσα υπαιτιότητα των εναγομένων οδηγών στην πρόκληση του ατυχήματος και, όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος, επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ., 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη το μεν ότι η πρόκληση της ενδίκου συγκρούσεως των οχημάτων οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των δύο οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγική συμπεριφορά αυτών, οι οποίοι, οδηγώντας τα προαναφερθέντα οχήματά τους, χωρίς να έχουν τεταμένη την προσοχή τους στην οδήγηση και χωρίς να ασκούν τον πλήρη έλεγχο αυτών, ώστε να μπορούν, ανά πάσα στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς, ο μεν οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου επιχείρησε, από την θέση στην οποία αρχικώς εκινείτο, ήτοι από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος όπου έβαινε, ελιγμό προς τα δεξιά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού επί της οποίας είχε πρόθεση να κινηθεί, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία της μοτοσικλέτας του οδηγού της μοτοσικλέτας, ο δε τελευταίος ανέπτυξε υπερβολική για τις συνθήκες επί της οδού ταχύτητα, ανώτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, αν και υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός, με αποτέλεσμα, κατά την είσοδο του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, να μην προλάβει να πεδήσει εγκαίρως την μοτοσικλέτα του ή να ασκήσει ολοκληρωμένο επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300, 330 του Α.Κ. και των ως άνω διατάξεων του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι και η προεκτεθείσα οδηγική συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Ν.
Μ. υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της συγκρούσεως, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως αφού τα αναφερόμενα ως άνω δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι δε επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.
καθώς και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξαν οι οδηγοί των οχημάτων αυτών στην πρόκληση της συγκρούσεως και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αυτών και, κατ' επέκτασιν, στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.
Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξαν οι ανωτέρω δύο οδηγοί, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις από αυτούς των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο μεν οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου Β. Γ., κατά την είσοδό του στην οδό Υπαπαντής δεν σταμάτησε στην εν λόγω διασταύρωση, για να ελέγξει το ελεύθερο της οδού, ούτε για να παραχωρήσει την εκ δεξιών προτεραιότητα στα κινούμενα επί της οδού Υπαπαντής οχήματα, αλλά εισήλθε στην οδό Υπαπαντής χωρίς προηγούμενο έλεγχο των οχημάτων επ' αυτής, απότομα και με αυξημένη ταχύτητα, ενεργώντας ανοικτή δεξιά στροφή, για να κατευθυνθεί προς Ραφήνα, με αποτέλεσμα, λόγω της υπερβολικής για τις περιστάσεις ταχύτητας με την οποία εκινείτο και μην ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματος του, εισήλθε και κατέλαβε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Υπαπαντής, στο οποίο έβαινε η δίκυκλη μοτοσικλέτα, με κατεύθυνση προς Βραυρώνα, ο δε οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, αν και πλησίαζε σε διασταύρωση, ήταν νύχτα, με ανεπάρκεια τεχνητού φωτισμού, δεν ρύθμισε αναλόγως την ταχύτητά του, αλλά ανέπτυξε ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπομένου των 50 χιλιομέτρων την ώρα, με αποτέλεσμα, κατά την είσοδο του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, να μην καταστεί δυνατόν να πεδήσει εγκαίρως την μοτοσυκλέτα του και να ασκήσει ολοκληρωμένο αποφευκτικό ελιγμό. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α) δεν αναφέρεται ποιες ενέργειες θα μπορούσε να κάνει ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση, β) δεν αιτιολογεί πώς θα μπορούσε ο τελευταίος να ασκήσει τις ενέργειες που αναφέρει στο σκεπτικό της, μολονότι ανέπτυξε ταχύτητα μεγαλύτερη της νομίμου των 50 χιλιομέτρων την ώρα, γ) δεν προσδιορίζει από ποια απόσταση ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας αντιλήφθηκε ή θα μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, δ) δεν αιτιολογεί την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αυξημένης ταχύτητας της δίκυκλης μοτοσικλέτας με το επελθόν αποτέλεσμα, ε) αν και δέχεται αντίδραση του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, όταν διαπίστωσε την κίνηση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, εν τούτοις του καταλογίζει έλλειψη προσοχής και ελέγχου του οχήματός του και στ) αν και δέχεται αποφευκτικό ελιγμό του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεν αναφέρει αν ο τελευταίος πέδησε αυτήν και αν είχε την δυνατότητα να το πράξει, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το αναιρεσείον, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή του (αναιρεσείοντος), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων.
Όσα αναφέρει το αναιρεσείον παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικώς οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα και οι τελικές θέσεις των οχημάτων επί της οδού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Κατά το άρθρο 300 του Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να μην επιδικασθεί από το Δικαστήριο αποζημίωση στον ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της, απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξεως ή παραλείψεως) και του επελθόντος αποτελέσματος.
Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος, διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Ειδικότερα, επί συγκρούσεως αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας, οπότε εφαρμόζεται το κοινό Δίκαιο (άρθρο 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 914 επ., 297, 298 και 300 του Α.Κ.) και θανατώσεως ή τραυματισμού του οδηγού ή του συνεπιβάτη της μοτοσυκλέτας, η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους του θανατωθέντος ή τραυματισθέντος οδηγού ή συνεπιβάτη της μοτοσυκλέτας, που επιβάλλεται από τον νόμο (άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ.), λαμβάνεται υπ' όψιν και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες σωματικές κακώσεις.
Αν από το είδος και τον τρόπο επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του θανόντος ή τραυματισθέντος η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου ή του τραυματισμού, τότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσεως του κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του (Α.Π. 1588/2014, Α.Π. 1550/2014, Α.Π. 1000/2013).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1531/2023, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 1491/2023, Α.Π. 551/2023, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 681/2022). Για να είναι, εξάλλου, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει, εκτός από την εξειδίκευση του συγκεκριμένου εγγράφου, να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο ακριβώς περιεχόμενου του εγγράφου δέχθηκε το Δικαστήριο, να παρατίθεται κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου και να προκύπτει, έστω και εμμέσως, από το αναιρετήριο, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 1271/2121, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 595/2020).
Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (Α.Π. 551/2023).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση των πλημμελειών των αριθμών 1, εδάφ. α' και β', 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, όσον αφορά την μη χρήση κράνους από την θανούσα συνεπιβάτιδα στην δίκυκλη μοτοσικλέτα Α. Μ. και τον επελθόντα θάνατό της λόγω του ατυχήματος, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 300 του Α.Κ. και 12 παρ. 6 του Ν. 2869/2010, δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1904/10-9-2014 Ιατροδικαστικής Εκθέσεως νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστού Σ. Π..
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4464/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την μη χρήση προστατευτικού κράνους εκ μέρους της θανούσας, συνεπιβάτιδος στην δίκυκλη μοτοσικλέτα και την μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας από την μη χρήση αυτού με τον συνεπεία του τραυματισμού της θάνατό της: "...Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η θανούσα δεν φορούσε κατά τον επίδικο χρόνο προστατευτικό κράνος.
Ο θάνατός της επήλθε ως συνέπεια πολλαπλών κακώσεων σώματος (χωρίς διάκριση μεταξύ τους), όπως αποφάνθηκε η Ιατροδικαστής Σ. Π., με τη με αριθμό πρωτ. 1904/10-9-2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, που συνέταξε. Από το είδος και τον τρόπο επέλευσης των σωματικών κακώσεων της θανούσας, προκύπτει ότι η χρήση του προστατευτικού κράνους, όπως όφειλε η τελευταία (άρθρο 12 παρ. 6 του Ν.2696/1999), δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου, οπότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσης του κράνους δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά της, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης των εναγόμενων ως αβάσιμης κατ' ουσίαν.
Και τούτο διότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα πολλαπλά και εκτεταμένα κατάγματα του θώρακα (στη μεσότητα του σώματος του στέρνου και παραστερνικά και παρασπονδυλικά), οι πολλαπλές θλάσεις σε αμφότερους τους πνεύμονες, οι ρήξεις των οργάνων του θώρακα (καρδίας και περικαρδιακού σάκου) και της κοιλίας (ήπατος, σπλήνας) και η εσωτερική αιμορραγία (βλ.
την ως άνω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής), ήταν ικανά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν και πράγματι επέφεραν το θάνατό της και χωρίς τη συμμετοχή των κακώσεων κρανίου....". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η θανούσα συγγενής των αναιρεσιβλήτων Α.
Μ., συνεπιβάτιδα στην δίκυκλη μοτοσικλέτα, κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε προστατευτικό κράνος και ότι η μη χρήση κράνους από αυτήν δεν συνετέλεσε στον θάνατό της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300 του Α.Κ. και 12 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ, εξάλλου, διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών αυτών διατάξεων.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι από το είδος των σωματικών βλαβών που αυτή υπέστη, λόγω της συγκρούσεως, σε όλο της το σώμα, η μη χρήση κράνους από αυτήν δεν συνδέεται με το επελθόν αποτέλεσμα και δη τον θάνατό της, καθόσον οι κυρίως σωματικές βλάβες που αυτή υπέστη, εντοπίσθηκαν σε κύρια όργανα του κορμού του σώματός της και όχι στο κεφάλι της, το οποίο και μόνο προστατεύει το κράνος.
Παρεπομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αφορούν την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και την υπαγωγή των παραπάνω γεγονότων που δέχθηκε σ' αυτές και η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, καθό μέρος αποδίδεται η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος του περί παραμορφώσεως από το Εφετείο του περιεχομένου της ανωτέρω ιατροδικαστικής εκθέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Τακτ. Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1185/2023, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1185/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1445/2021, Α.Π. 1443/2021, Α.Π. 1043/2021).
Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.
Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021).
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ. το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης χρηματικά ποσά, τα οποία είναι υψηλότερα αυτών που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας στους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 του Α.Κ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η θανούσα Α.
Μ. του Γ. και της Β., ηλικίας κατά τον επίδικο χρόνο 19 ετών (γεννηθείσα την 25-4-1995), κατά την ημέρα του θανάτου της, άφησε τους κάτωθι εν ζωή πλησιέστερους και στενούς συγγενείς: Τον πατέρα της Γ. Μ. του Σ., πρώτο ενάγοντα, τη μητέρα της Β. Μ. του Σ., δεύτερη ενάγουσα, τον αμφιθαλή αδερφό της Π. Μ. του Γ., τρίτο ενάγοντα (βλ.
το με αριθμό πρωτ. 28528/ 14-8-2014 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Σπάτων - Αρτέμιδος), τον παππού και γιαγιά από την πλευρά του πατέρα της Σ. Μ. και Α. Μ. συζ. Σ. Μ. (βλ. από 25.5.2020 βεβαίωση του Τμήματος αστικής και Δημοτικής κατ/σης της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικών και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών) ...
καθώς και τη γιαγιά από την πλευρά της μητέρα της Μ. Α. χήρα Σ. Μ. (βλ. το από 4.10.2021 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Νότιας Κέρκυρας του Νομού Κέρκυρας ... )...Με τους ανωτέρω συγγενείς της η θανούσα διατηρούσε άριστες σχέσεις και συνδεόταν, εκτός της συγγένειας και με δεσμούς στοργής και αγάπης.
Ως αποτέλεσμα του απροσδόκητου και αιφνίδιου, κάτω από τις προπεριγραφείσες συνθήκες, θανάτου της, οι πιο πάνω ενάγοντες υπέστησαν έντονη ψυχική οδύνη από τη θλίψη και τον πόνο για το θάνατο του ανωτέρω προσφιλούς συγγενούς τους, για την απάμβλυνση της οποίας και για την ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλεται σε αυτούς εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Προς το σκοπό του καθορισμού των επιδικαστέων για την εν λόγω αιτία ποσών απαιτείται να ληφθούν υπόψη: α) Η ηλικία της θανούσας (19 ετών) β) Ο συγκεκριμένος βαθμός της συγγένειας με την εκλιπούσα και ο στενός ψυχικός δεσμός αγάπης και στοργής όλων αυτών με την θανούσα γ) Ο βαθμός της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που δοκίμασε έκαστος από τους εκκαλούντες, δ) ο βαθμός και συνυπαιτιότητα των οδηγών των οχημάτων στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού της και της έλλειψη συνυπαιτιότητας της θανούσας ε) Η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ...
Ενόψει όλων αυτών η εύλογη, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούνται οι ενάγοντες, ανέρχεται στο ποσό των 120.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες, 80.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα και 20.000 ευρώ για καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθενός των αναιρεσιβλήτων στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4464/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από το αναιρεσείον, παραβόλου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ