Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and rejects evidence distortion claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Single Member Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court distorted a bank demand note, but the court found the appeal inadmissible because the respondent failed to appear or submit a declaration of non-appearance as required by law. Furthermore, the court determined that the lower court's evaluation of the evidence was not a distortion but a valid assessment of facts, thus rejecting the substantive claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines proceedings ex officio when a party is absent; an appeal based on alleged distortion of evidence is inadmissible if it merely challenges the court's evaluation of facts rather than a diagnostic error in reading the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1085 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1085/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πηνελόπη Τέκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ξ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 - 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την 3760/7.12.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με έδρα το Πρωτοδικείο Αγρινίου, Ασπασίας Σκανδάλου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 14.1.2020 αίτησης αναίρεσης, με την στη συνέχεια αυτής 1118/8.9.2020 πράξη της Προέδρου του ΑΠ περί ορισμού του Α2 Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης, την από 8.9.2020 πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (14.2.2022) προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (14.2.2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, προς τον αναιρεσίβλητο.
Ο τελευταίος, όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ. 2).
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "......Ο εναγόμενος διατηρεί γραφείο τελετών στο Αγρίνιο και παράλληλα δραστηριοποιείται στην αγορά και μεταπώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, συνδεόταν δε με τον ενάγοντα, ο οποίος διατηρεί αρτοποιείο στο Αγρίνιο, από ετών με ιδιαίτερη φιλική σχέση.
Από το έτος 2007 οι διάδικοι συνεργάστηκαν επαγγελματικά στον τομέα της εμπορίας-εισαγωγής από το εξωτερικό και μεταπώλησης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, τα οποία μετέτρεπαν, προηγουμένως, σε νεκροφόρες. Την ως άνω επαγγελματική σχέση επιβεβαιώνουν οι εξετασθέντες ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρες απόδειξης και ανταπόδειξης.
Ο ενάγων, στο πλαίσιο της ως άνω φιλικής και επαγγελματικής σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους, ελάμβανε πολλές φορές από τον εναγόμενο μεταχρονολογημένες επιταγές, έκδοσης του τελευταίου, προκειμένου να αντιμετωπίσει διάφορες οικονομικές υποχρεώσεις του, τις οποίες (επιταγές) κάλυπτε ο ίδιος την φερόμενη ημερομηνία έκδοσής τους και εν συνεχεία επέστρεφε τα σώματα αυτών στον εναγόμενο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2008 ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο το ποσό των 31.000 ευρώ, προκειμένου να αγοράσει ένα ανεμόπτερο και ο τελευταίος εξέδωσε εις διαταγήν του (ενάγοντος) και προς διευκόλυνσή του την επίμαχη ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 31.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 15-2-2009 και την παρέδωσε στον ενάγοντα, με τη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία θα καλύψει εξ ιδίων χρημάτων το ποσό αυτής.
Τα ανωτέρω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Δ. Α., ο οποίος, ως αδελφικός φίλος των διαδίκων, έχει ιδία αντίληψη των γεγονότων και η κατάθεσή του κρίνεται πειστική. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ως άνω επιταγή εκδόθηκε από τον εναγόμενο, σε διαταγή του, προς εξασφάλιση και χάριν καταβολής του ποσού του δανείου που χορήγησε στον τελευταίο στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2008, ύψους 31.000 ευρώ, το οποίο έπρεπε να αποδοθεί άτοκα στις 15-2-2009.
Ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αντιφάσκει προς τα όσα αναφέρει ο ενόρκως βεβαιών ενώ αποκρούεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα ο μάρτυρας απόδειξης Π.
Σ., που εξετάσθηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταθέτει ότι περί τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2008 μετέβη μαζί με τον ενάγοντα στην Τράπεζα, όπου ο τελευταίος ανέλαβε το ποσό των 31.000 ευρώ, που του είχε ζητήσει ο εναγόμενος, για εισαγωγές αυτοκινήτων. Πλην, όμως, από την κατάσταση αναλυτικής κίνησης καταθετικού λογαριασμού ...
του ενάγοντος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που προσκομίζει, με επίκληση, για πρώτη φορά ο τελευταίος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο ενάγων σε ουδεμία ανάληψη χρημάτων προέβη το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2008. Επίσης ο ενόρκως βεβαιών Ι. Σ. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, που ελήφθη, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καταθέτει, εντελώς αντιφατικά με τον προηγούμενο μάρτυρα, ότι ο ενάγων δάνεισε τον εναγόμενο, περί τα τέλη του έτους 2008, το ποσό των 31.000 ευρώ και ότι το ποσό αυτό είχε αναλάβει από την Τράπεζα περί τα τέλη Ιουλίου και Αυγούστου του έτους 2008 και το διατηρούσε στο χρηματοκιβώτιό του, μαζί με τις ημερήσιες εισπράξεις τους, που ξεπερνούσαν τις 2.000 ευρώ.
Από την προαναφερόμενη κατάσταση αναλυτικής κίνησης καταθετικού λογαριασμού ... του ενάγοντος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, προκύπτει ότι ο τελευταίος, από 1-7-2008 έως 31-12-2008, ανέλαβε στις 7-7-2008 30.000 ευρώ, 14-7-2008 17.000 ευρώ, 7-10-2008 2.099,85 ευρώ και 24-11-2008 4.025,35 ευρώ και, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε τα ανωτέρω, διότι μπορούσε να δικαιολογηθεί η αναφερόμενη από αυτόν ανάληψη του ποσού των 31.000 ευρώ, αφού το Δεκέμβριο του έτους 2008 σε ουδεμία ανάληψη προέβη ο εναγόμενος (ενν:
ενάγων). Ο τελευταίος, σχετικά με την ως άνω ένορκη βεβαίωση ισχυρίζεται ότι είναι το σημαντικότερο νέο αποδεικτικό του στοιχείο, χωρίς να εξηγεί για ποιο λόγο ο πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ότι ανέλαβε, περί τα τέλη του έτους 2008, ενώπιον του 31.000 ευρώ από την Τράπεζα, προκειμένου να τα παραδώσει στον εναγόμενο....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 250/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα: α) την από 11.7.2014 βεβαίωση στοιχείων κατάθεσης συναλλαγματικών της Εθνικής Τράπεζας, από την όποια αποδεικνύεται η ύπαρξη των συναλλαγματικών που χορήγησε στον ίδιο ο αναιρεσίβλητος μετά τη λήξη της επιταγής προς πληρωμή, β) αντίγραφα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των οικονομικών ετών 2006 έως και 2010, από τα οποία αποδεικνύεται η οικονομική του επιφάνεια, γ) αντίγραφο μίας εκ των συναλλαγματικών ποσού 1.600 ευρώ με ημερομηνία λήξης 30.8.2011 σε διαταγή του αναιρεσίβλητου, δ) αντίγραφο κατάστασης αναλυτικής κίνησης καταθετικού λογαριασμού με ημερομηνία έκδοσης 26.5.2016, από την οποία αποδεικνύεται τόσο η οικονομική του κατάσταση όσο και η ανάληψη από τον ίδιο ποσών πολλαπλασίων των 31.000 ευρώ, ε) αντίγραφο περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ με αριθμό δήλωσης 003, στ) αντίγραφο της από 22.1.2009 επιτυχούς καταχώρησης δήλωσης ΦΠΑ για τη φορολογική περίοδο από 1.10.2008 έως 31.12.2008 και ζ) αντίγραφο ανάλυσης βιβλίου αξιογράφων της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδας.
Τα έγγραφα δε αυτά ο αναιρεσείων, νόμιμα, είχε προσκομίσει και επικαλεστεί, με τις έγγραφες προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, προς υποστήριξη της ένδικης έφεσής του και συγκεκριμένα, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του περί κατάρτισης προφορικής σύμβασης δανείου ύψους 31.000 ευρώ, εξοφλητέο μέχρι τις 15.2.2009.
Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση: ".. από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης....., που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και επίσης όσα έγγραφα παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως νέα αποδεικτικά μέσα..., όπως και την 746/8.12.2017 ένορκη βεβαίωση, η οποία ελήφθη με επιμέλεια του ενάγοντος.....", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλα τα προαναφερθέντα και δεν τα αγνόησε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019,).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, τον οποίο απέδειξε και με τους μάρτυρες που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με επιμέλεια του, και οι οποίοι κατέθεσαν ότι παρέδωσε αυτός τα χρήματα τον Δεκέμβριο 2008, αλλά δέχθηκε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η επίμαχη μεταχρονολογημένη επιταγή παραδόθηκε από τον αναιρεσίβλητο προς εξυπηρέτησή του αναιρεσείοντα και προκειμένου αυτός να αγοράσει ένα ανεμόπτερο.
Όμως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα και απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Κατ` ακολουθίαν, των ανωτέρω, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά την αιτίασή του, με την οποίαν αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, το γεγονός ότι ο ήδη αναιρεσείων ενάγων, στο πλαίσιο της φιλικής και επαγγελματικής σχέσης του με τον αναιρεσίβλητο, ελάμβανε από αυτόν μεταχρονολογημένες επιταγές έκδοσης του τελευταίου προκειμένου να αντιμετωπίσει διάφορες οικονομικές του υποχρεώσεις και ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2008 ο αναιρεσείων ζήτησε από τον αναιρεσίβλητο το ποσό των 31.000 ευρώ, προκειμένου να αγοράσει ένα ανεμόπτερο και ο τελευταίος εξέδωσε σε διαταγή του αναιρεσείοντος και προς διευκόλυνσή του την επίμαχη επιταγή και την παρέδωσε με τη διαβεβαίωση του αναιρεσείοντα ότι θα καλύψει εξ ιδίων χρημάτων το ποσό αυτής, είναι αβάσιμος, διότι, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις νόμιμα προσκομισθείσες, από τους διαδίκους, αποδείξεις, που προαναφέρθηκαν.
Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, 346/2016, ΑΠ 262/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το δεχτεί ότι η επίμαχη ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 31.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 15.2.2009, αποτελούσε βοήθημα και επιταγή ευκολίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εν λόγω επιταγής, αφού η επιταγή αυτή, που δεν κυκλοφόρησε και δεν σφραγίστηκε, παραδόθηκε από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα ως εγγύηση για την επιστροφή του ποσού των 31.000 ευρώ που δάνεισε ο αναιρεσείων στον αναιρεσίβλητο.
Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στο έγγραφο αυτό, μαζί με τα λοιπά έγγραφα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ο αναιρεσείων και ειδικά ότι ο αναιρεσίβλητος εξέδωσε σε διαταγή του αναιρεσείοντος και προς διευκόλυνσή του την ανωτέρω μεταχρονολογημένη επιταγή και την παρέδωσε στον αναιρεσείοντα με τη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της (15.2.2009) θα καλύψει εξ ιδίων χρημάτων το ποσό αυτής.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, ελλείψει σχετικού αιτήματος. (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.1.2020 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση της 199/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ