Legislator Case Law & Legislation
1085/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for insufficient grounds and procedural errors in lease termination case.

Case Number 1085/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two companies against a regional court's decision regarding a lease termination. The appellants argued the lower court erred by ruling on the lease contract without sufficient factual grounds and violated procedural rules regarding representation. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning adequate and the procedural conduct compliant with the law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 216 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be rejected if the lower court ruled on a claim without sufficient factual grounds, and procedural violations are not established if the court's reasoning is adequate and the parties did not contest specific statutory provisions in the first instance.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure insufficient grounds lease termination procedural violation appeal dismissal factual grounds representation authority

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 43, 45 of Presidential Decree 34/1995
Article 19(1) and 22(1) of Law 2190/1920

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 59/2017
Supreme Court Case 387/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1085 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1085/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ......και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Π. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βάγια. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρ.559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (ανακοπή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξή του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 59/2017, ΑΠ387/2015).

Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την περί του αντιθέτου ένστασή τους, Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η ανακόπτουσα - αναιρεσίβλητη προς θεμελίωση της ανακοπής αναφορικά με την καταγγελία της επίδικης μίσθωσης, εκθέτει σ' αυτό "...

Επειδή παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις..., δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί με συμφωνία η λύση της εν λόγω μίσθωσης, με την από 23.05.2014 εξώδικη απάντηση-δήλωση καταγγελίας και πρόσκλησή μου που επιδόθηκε στους καθών την 26.05.2014, κατήγγειλα εκ νέου την υφιστάμενη από 22.10.2003 σύμβαση μίσθωσης, ώστε από την επίδοσή της στους καθ'ων και με την παρέλευση του τριμήνου από της επιδόσεως της να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας μου, δηλαδή η λύση της προκειμένης μίσθωσης...

Την 24.11.2014... επέδωσα στους καθ' ων την από 13.11.2014 εξώδικη δήλωση πρόσκλησή μου... τους κάλεσα δε... να υπογράψουν το σχετικό συμφωνητικό λύσης μίσθωσης... Επειδή οι καθ' ων αρνήθηκαν παρά τις προφορικές μου προσκλήσεις να προσέλθουν... για την υπογραφή του συμφωνητικού λύσης της μίσθωσης την 28.11.2014... αναγκάστηκα να επιδώσω σε αυτούς την από 27.11.2014...

εξώδικη δήλωση- γνωστοποίηση και δήλωσή μου, με την οποία τους δήλωνα ότι προσφέρω τα κλειδιά του μισθίου προκειμένου να τα παραλάβουν... καθώς επίσης ότι θεωρώ τη μεταξύ μας μισθωτική σχέση λήξασα και ως εκ τούτου θα παύσω πλέον να καταβάλω οποιαδήποτε περαιτέρω αποζημίωση χρήσης. Επίσης τους δήλωσα ρητά ότι η οποιαδήποτε πλέον μεταξύ μας καθυστέρηση της υπογραφής του συμφωνητικού λύσης της μίσθωσης και παραλαβής των κλειδιών του μισθίου δεν θα οφείλεται σε δική μου παράλειψη, αλλά αποκλειστικά σε δική τους και μόνο υπαιτιότητα και ευθύνη...

δεδομένου ότι η μεταξύ μας σύμβαση έχει λυθεί την 27.8.2014... η μίσθωση αυτή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 εδ. β του π.δ.34/1995 έχει λυθεί την 27.8.2014, δηλαδή μετά την παρέλευση τριών μηνών από τον χρόνο που περιήλθε η έγγραφη δήλωση-καταγγελία μου στους καθ' ων. Έκτοτε, δηλαδή από την 28.08.2014 και μετέπειτα, αυτή η μισθωτική σχέση έχει καταστεί ανενεργός...".

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στην καταγγελία και λύση της επίδικης μίσθωσης στον επικαλούμενο χρόνο συντέλεσής της, ήτοι από 27.8.2014. Ειδικότερα, γίνεται ρητή αναφορά του χρόνου και τρόπου άσκησης της καταγγελίας της μισθωτικής σχέσης με την από 23.5.2014 εξώδικη δήλωση καθώς και του χρόνου επέλευσης της λύσης της μίσθωσης την 28.8.2014, μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας ως συνέπειας της καταγγελίας.

Περαιτέρω στο ίδιο δικόγραφο γίνεται σαφής διάκριση του λόγου επίδοσης της από 13.11.2014 εξώδικης δήλωσης, η οποία κατά τα εκτιθέμενα δεν αφορά νέα καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης αλλά την υλική ενέργεια της παράδοσης των μισθίων στους αναιρεσείοντες - εκμισθωτές και τον διακανονισμό των μεταξύ τους υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη σύμβαση μίσθωσης αφότου αυτή λυνόταν, Σύμφωνα δε με τα προαναφερόμενα η αναγραφή των λέξεων - προκείμενη μίσθωση- τόσο στο ιστορικό της ανακοπής όσο και στις εξωδίκους δηλώσεις της ανακόπτουσας- αναιρεσίβλητης δεν δημιουργεί αοριστία περί υπάρξεως ενεργού μισθώσεως του ακινήτου των καθ' ων η ανακοπή- αναιρεσειόντων και μετά την 27.08.2014, δηλαδή μετά το πέραν του κατά νόμον τριμήνου - άρ. 43 Π.Δ.34/1995 - από της επιδόσεως της καταγγελίας την 26.5.2014.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίο υποβάλλονταν παράπονο για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από τις αναιρεσείουσες ένστασης αοριστίας της ανακοπής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Με τις διατάξεις του ν.2190/20, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν.3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 παρ. 1 ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως.

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.α του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παρ. 3 εδ.

α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανό της.

Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.

Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (Α.Π. 1401/2014, ΑΠ 541/2018). Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ.

και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο. Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7α περ. γ και 7β παρ. 15 του ν. 2190, όπως προστέθηκαν με το Π.Δ. 409/1986, προκύπτει ότι οι αποφάσεις της διοίκησης για διορισμό των προσώπων που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Η δημοσιότητα αυτή, όσον αφορά το διορισμό εκπροσώπων της Α.Ε., δεν αποτελεί συστατικό τύπο, αλλά έχει βεβαιωτικό - δηλωτικό χαρακτήρα, γι` αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ` αυτής οι τρίτοι.

Οι διατάξεις αυτές δεν αντιβαίνουν προς τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 2190/1920 που προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 2339/1995, κατά την οποία οι συζητήσεις και οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο που μπορεί να τηρείται και κατά το μηχανογραφικό σύστημα.

Περαιτέρω κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ` εντολή ή κατ` ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ` αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 1694/2009, ΑΠ 148/2013, 1401/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988 ΟλΑΠ28/1998). Εξάλλου, έλλειψη αιτιολογίας, η οποία ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της διατάξεως ουσιαστικού νόμου που εφαρμόστηκε και όχι όταν υπάρχουν μεν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (ΟλΑΠ1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: "...Με την από 23.5.2014 εξώδικη δήλωση καταγγελία, η οποία επιδόθηκε την 26,5,2013 στις καθ' ων η ανακοπή η ανακόπτουσα κατήγγειλε τη σύμβαση (μίσθωσης). Την εξώδικη αυτή καταγγελία υπογράφουν για την ανακόπτουσα οι Π. Μ. και Β. Ρ..

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, με απόφαση του Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας απόσπασμα πρακτικού της οποίας, με ημερομηνία 19,12,2013 νομίμως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 330/16.1.2014, τ. Α.Ε. και ΕΠΕ, ανατέθηκε στους Γενικούς Διευθυντές της Τράπεζας Ε. Τ. και Μ. Σ., μεταξύ άλλων, η εξουσία και αρμοδιότητα "να μισθώνουν κτήματα τρίτων με οποιουσδήποτε όρους...

να καταγγέλλουν τις σχετικές συμβάσεις μισθώσεων...", καθώς και "να αναθέτουν τις ίδιες ή λιγότερες εξουσίες και εντολές σε υπαλλήλους της Τράπεζας, οι οποίοι υπάλληλοι της Τράπεζας θα ενεργούν από κοινού". Εξάλλου, δυνάμει του με αριθμό ...72/5.5.2014 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Μ. συζ.

Ν. Π., οι ανωτέρω Γενικοί Διευθυντές, ενεργώντας όπως προβλέπει η ανωτέρω νομίμως δημοσιευμένη στο ΦΕΚ απόφαση του Δ.Σ. της ..., όρισαν ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της τραπεζικής ανωνύμου εταιρίας τους Π. Μ. του Μ. και Β. Ρ. του Γ., στελέχη της Διεύθυνσης Περιουσίας της ανωτέρω Τράπεζας, παρέχοντας τους την εξουσία, κατά το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο <να μισθώνουν κτήματα τρίτων με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίες, διάρκεια και μίσθωμα, και διαλύουν ή καταγγέλλουν τις σχετικές συμβάσεις μισθώσεων".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η έγγραφη καταγγελία της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, ως μονομερής δικαιοπραξία, υπογεγραμμένη από τους Π. Μ. και Β. Ρ., υπαλλήλους της ... από μέρους της ... ασκήθηκε νομότυπα και, ως εκ τούτου, επέφερε την έννομη συνέπεια της λύσης της σύμβασης μετά την πάροδο τριμήνου ήτοι την 27.8.2014.

Ως εκ τούτου δεν οφείλονταν μισθώματα για τους μήνες Δεκέμβριομ2014 καθώς και για Ιανουάριο έως Μάιο έτους 2015, δεδομένου ότι η σύμβαση μίσθωσης είχε ήδη λυθεί,...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43, 45 π.δ.34/1995 όπως ισχύει, 19 παρ. 1, 22 παρ.1, 3 ν.2190/1920, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες πού καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και τη συγκεκριμένη διάταξη του καταστατικού, από την οποία απέρρεε η εξουσία του Διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να μεταβιβάζει τις παραπάνω αρμοδιότητες της σύναψης σύμβασης μίσθωσης και της καταγγελίας της μίσθωσης σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι αμφισβήτησαν στο δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) την πρόβλεψη αυτή του καταστατικού περί μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων, ούτε στο σχετικό λόγο αναίρεσης επικαλούνται διαφορετική ρύθμιση, η οποία θα προσέκρουε στη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2190/1920, ούτε την έλλειψη τέτοιας πρόβλεψης.

Περαιτέρω οι διατυπώσεις δημοσιότητας δεν επιβάλλονται για τα πρόσωπα τα οποία ενεργούν ως πληρεξούσιοι προσώπων που έχουν από το καταστατικό εξουσία διαχείρισης και αντιπροσώπευσης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας είτε απευθείας από το καταστατικό είτε κατά μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών από το διοικητικό συμβούλιο και τούτο διότι τα τελευταία αυτά πρόσωπα που ενεργούν ως πληρεξούσιοι δεν εκπροσωπούν την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, αλλά τα πρόσωπα που έχουν καταστατική εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης.

Επομένως οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν επί πλέον οι αναιρεσείουσες, ως ηττώμενες (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.10.2017 αίτηση 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και 2) Π. Σ. του Α., για αναίρεση της 257/2017 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ