1085/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1085/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 7-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1085 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1085/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπερπόντιας εταιρίας με την επωνυμία "... S.A.", που εδρεύει στη ..., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργιάδη και 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-7-2000 και 12-5-2008 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10313/2001 μη οριστική και 6104/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3291/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 7-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήρια της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολομ. ΑΠ 15/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως επικαλείται ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει το σχετικό λόγο της εφέσεώς της κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την από 12-5-2008 συνεκδικαζόμενη αγωγή της ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για έλλειψη παθητικής της νομιμοποιήσεως λόγω συγχωνεύσεως του βιομηχανικού κλάδου της με απορρόφηση από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 (και όχι και 14) ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ειδικότερα, επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 ν.δ. 1297/1972, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τα άρθρα 19 ν. 849/1978, 11 ν. 1591/1985 και 22 παρ. 10 ν. 1828/1989, κατά την έννοια των οποίων η ανώνυμη εταιρεία, από την οποία γίνεται η απόσπαση ή απόσχιση βιομηχανικού ή επιχειρηματικού κλάδου ή τμήματος με ταυτόχρονη μεταβίβαση στοιχείων του ενεργητικού και όχι της περιουσίας ως συνόλου, δεν λύεται αλλά εξακολουθεί να υφίσταται, η δε μεταβίβαση του κλάδου της χωρεί σύμφωνα με τους κανόνες της ειδικής και όχι της καθολικής διαδοχής, και ότι κατά συνέπεια προς προστασία των δανειστών της εταιρείας, από την οποία γίνεται η απόσπαση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες ο αποκτών ευθύνεται μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση και η ευθύνη του μεταβιβάζοντος εξακολουθεί να υπάρχει, τυχόν δεν αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη έναντι των δανειστών.
Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου περιορίσθηκε να προβάλει αορίστως ως λόγους εφέσεως για την απόρριψη των συνεκδικαζόμενων δύο αγωγών της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την κακή εκτίμηση των αποδείξεων και την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, χωρίς ωστόσο να επικαλεσθεί το λόγο που εκθέτει στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τον οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη εξακολουθούσε να έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και μετά την απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου της και την απορρόφησή του από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) Με την από 16-1-1994 "σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών", που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης, η πρώτη διορίσθηκε αναδρομικά από την 1-12-1992 "σύμβουλος αγοράς" της δεύτερης για την προμήθεια συσσωρευτών για τορπίλες και υποβρύχια.
Με την ιδιότητά της αυτή η αναιρεσείουσα θα παρείχε υπηρεσίες marketing σχετικά με συσσωρευτές οπλικών συστημάτων, οι υπηρεσίες δε αυτές περιελάμβαναν έρευνα και παρακολούθηση αγοράς. Οι υποχρεώσεις της συμβούλου ήσαν να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αναζήτηση παραγγελιών και την εξασφάλιση συμβάσεων πωλήσεων για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης, και γενικά να της παρέχει κάθε είδους αναφορές, συμβουλές, διευκολύνσεις, υπηρεσίες και αντιπροσωπεύσεις, ανάλογα με τη ζήτηση σε σχέση με την εκτέλεση και εκπλήρωση συμβάσεων πωλήσεως τέτοιων προϊόντων.
Ως πλήρη αποζημίωση για όλες τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε την υποχρέωση να της καταβάλει ως προμήθεια ποσοστό 2% της αρχικά συμφωνηθείσης τιμής αγοράς κάθε συμβάσεως που θα συναφθεί με τη βοήθειά της, η δε καταβολή της προμήθειας θα πραγματοποιείται σε ένα μήνα από την απόδειξη της πρώτης αναιρεσίβλητης για την προκαταβολή της τιμής αγοράς.
β) Από τη σύμβαση αυτή προκύπτει ότι στις υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας δεν περιλαμβανόταν η τεχνική υποστήριξη της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά μόνο συμβουλευτικές υπηρεσίες για την αναζήτηση παραγγελιών, την εξασφάλιση συμβάσεων πωλήσεως, την υποστήριξη πωλήσεων, σε σχέση πάντοτε με τα ως άνω προϊόντα.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ήταν εταιρεία που διέθετε την απαιτούμενη τεχνογνωσία και εμπειρία για παροχή τεχνικής υποστήριξης σε τόσο εξειδικευμένα θέματα, αφού δεν διέθετε ούτε στοιχειώδη λειτουργική οργάνωση (γραφεία, υπολογιστές κ.λ.π.), και εξειδικευμένο προσωπικό με γνώσεις σχετικές με τα προϊόντα που πωλούσε η πρώτη αναιρεσίβλητη και κατά συνέπεια δεν παρέσχε σ’ αυτήν τέτοιες υπηρεσίες.
γ) Αντιθέτως, η τελευταία διέθετε και οργάνωση και εξειδικευμένο προσωπικό και τους κατάλληλους συνεργάτες για να υποστηρίξει μόνη τα θέματα που άπτονταν του αντικειμένου της. Αποδείχθηκε επίσης ότι το εργοστάσιο της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην … διέθετε πριν την υπογραφή της ένδικης συμβάσεως, σύγχρονο για την εποχή του, ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό, είχε δε εισαγάγει ήδη πριν το 1989 τεχνολογία από τη γερμανική εταιρεία ..., με την οποία είχε υπογράψει πρωτόκολλα μεταφοράς τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, από δε το 1991 άρχισε να συνεργάζεται και με την εταιρεία ..., δηλαδή εταιρείες που είχαν σημαίνουσα θέση στη βιομηχανία προϊόντων οπλικών συστημάτων και στην κατασκευή συσσωρευτών υποβρυχίων, τορπιλών κ.λ.π.
δ) Οι ένδικες συμβάσεις μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του Ελληνικού Δημοσίου ή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας καταρτίσθηκαν με απευθείας ανάθεση και όχι με διαγωνισμό και δεν αποδείχθηκε η οποιαδήποτε συμβολή της αναιρεσείουσας κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο στη σύναψη των συμβάσεων αυτών.
Επίσης σε όλες τις συμβάσεις μεταφοράς τεχνογνωσίας, που είχε υπογράψει η πρώτη αναιρεσίβλητη με τις εταιρείες ..., ... και ..., δεν είχε την οποιαδήποτε συμμετοχή η αναιρεσείουσα, ενώ και το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του εργοστασίου στο ... εκπονήθηκε αποκλειστικά από στελέχη του εμπορικού και βιομηχανικού τμήματος της δεύτερης αναιρεσίβλητης και όχι με τη συνδρομή της αναιρεσείουσας.
ε) Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι ναι μεν υπήρχε μεταξύ τους κάποιου είδους συνεργασία, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι είχε τη μορφή που επικαλείται η αναιρεσείουσα με τις αγωγές της, και περαιτέρω ότι ο ορισμός της αναιρεσείουσας ως αντιπροσώπου μιας μεγάλης εταιρείας στο χώρο των οπλικών συστημάτων δεν ήταν επαρκές στοιχείο για να αποδείξει την εκ μέρους της παροχή των επικαλούμενων με τις αγωγές συμβουλευτικών υπηρεσιών στην πρώτη αναιρεσίβλητη.
Αναφορικά εξάλλου με την εκ μέρους της τελευταίας καταβολή ποσού 1.500.000 δρχ. στον εμπορικό διευθυντή της αναιρεσείουσας κατά την περίοδο εκείνη το Εφετείο δέχθηκε ότι μπορεί να αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιων σχέσεων μεταξύ τους, αλλά σε καμιά περίπτωση την ύπαρξη της επικαλούμενης με τις ένδικες αγωγές σχέσεως, ενώ για τις άλλες τρεις επιταγές που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, δέχθηκε ότι από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει, σε ποιον μεταβιβάσθηκαν και για ποια αιτία εκδόθηκαν.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των δύο αγωγών και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ότι δεν αποδείχθηκε η οποιαδήποτε συμβολή της αναιρεσείουσας στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων που σύναψε η πρώτη αναιρεσίβλητη με το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να έχει γεννηθεί αξίωση αυτής για την καταβολή εργολαβικής αμοιβής από τη μεταξύ τους σύμβαση παροχής υπηρεσιών, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681 επ.
και 694 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη της οποιασδήποτε συμβολής της αναιρεσείουσας στη σύναψη των συμβάσεων που κατάρτισε η πρώτη αναιρεσίβλητη με το Ελληνικό Δημόσιο αναφορικά με την προμήθεια συσσωρευτών για τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας, και συνακόλουθα η μη γένεση αξιώσεως εκ μέρους της για την καταβολή σ’ αυτήν της οποιασδήποτε αμοιβής με βάση την μεταξύ τους από 16-1-1994 σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών.
Εξάλλου, δεν ήταν απαραίτητη για την πληρότητα των αιτιολογιών ο ειδικότερος προσδιορισμός της συνεργασίας και των σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ τους με βάση την ως άνω σύμβαση, ούτε συνιστά αντίφαση με τα ανωτέρω η παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα είχε παράσχει κατά το παρελθόν τεχνική βοήθεια σε άλλη εταιρεία ή ότι είχε ορισθεί αυτή κατά το παρελθόν αντιπρόσωπος μιας εταιρείας κολοσσού στο χώρο των οπλικών συστημάτων, ενώ τέλος δεν ήταν απαραίτητη για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως η παράθεση της αιτίας για την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα ποσόν 1.500.000 δρχ.
Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι, ενώ το Εφετείο απέρριψε κάθε μορφή συνεργασίας μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια δέχθηκε ότι με βάση την ως άνω σύμβαση υπήρξε κάποια μορφής συνεργασία μεταξύ τους, και περαιτέρω, ενώ δέχθηκε ότι δεν διέθετε την απαραίτητη τεχνογνωσία και την ανάλογη στελέχωση και οργάνωση, στη συνέχεια δέχθηκε ότι στο παρελθόν είχε παράσχει τεχνική υποστήριξη και συμβουλευτικές υπηρεσίες, και μάλιστα σε εταιρεία μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, ενώ δεν παρέσχε καμιά εξήγηση για ποιο λόγο η πρώτη αναιρεσίβλητη της κατέβαλε ποσόν 5.000.000 δρχ.
ως μέρος των υποχρεώσεών της.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να κρίνει ότι στις ένδικες αγωγές δεν περιεχόταν αναφορά για το είδος των συμβουλών που παρέσχε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, τις οποίες η τελευταία από μόνη της δεν ήταν ικανή να γνωρίζει, ώστε να αποκτήσει την απαιτούμενη για τη σύναψη συμβάσεων με το Ελληνικό Δημόσιο ικανότητα, ούτε ποιο ακριβώς ήταν το γνωστικό της αντικείμενο, με ποιο προσωπικό θα παρείχε τις υπηρεσίες της και ποιες γνώσεις είχε το προσωπικό αυτό σε θέματα εμπορικής τεχνογνωσίας και παροχής συμβουλών σχετικά με τη σύνταξη προσφορών για την πώληση τόσο εξειδικευμένων προϊόντων, παρά το ότι τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονταν στην ιστορική βάση και των δύο αγωγών, και συνεπώς είναι εσφαλμένη η αντίθετη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως για νομική αοριστία τούτων, με την έννοια της ανεπάρκειας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική τους βάση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι ένδικες αγωγές απορρίφθηκαν ως αόριστες, ενώ αυτές κρίθηκαν νόμιμες, πλην όμως το Εφετείο, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές του ότι η αναιρεσείουσα ήταν εταιρεία που δεν διέθετε την απαιτούμενη τεχνογνωσία και εμπειρία για παροχή τεχνικής υποστήριξης σε τόσο εξειδικευμένα θέματα, μη διαθέτουσα ούτε στοιχειώδη λειτουργική οργάνωση, ούτε εξειδικευμένο προσωπικό με γνώσεις σχετικές με τα προϊόντα που πωλούσε η πρώτη αναιρεσίβλητη, τις απέρριψε ως αβάσιμες, για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την οποιαδήποτε συμβολή της κατά τον επικαλούμενο με τις αγωγές της τρόπο στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων, που σύναψε η πρώτη αναιρεσίβλητη με το Ελληνικό Δημόσιο.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Μαΐου 2015 αίτηση της υπερπόντιας εταιρείας με την επωνυμία "... S.A." για αναίρεση της 3291/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ