Legislator Case Law & Legislation
1085/2015 AI generated

1085/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1085/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1085/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement bank charges cost of borrowing act of accession of Greece interest rate exchange rate mechanism
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1085 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1085/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Κ. του Μ., κατοίκου ... και 2. Ζ. συζ. Ν. Κ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Νταντάμη .

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κων/νο Παναγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24566/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1050/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-8-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 11-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο Σ. Ι. του Λ. και ο Ε. Ι. του Λ., είχαν κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου την ψιλή κυριότητα, νομή και κατοχή μίας υπό ανέγερση μονόροφης οικοδομής, ..., ενώ ο Λ. Ι. και η σύζυγος του Ε. Ι. ..., είχαν κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου την επικαρπία επ' αυτής.

Η μονόροφη αυτή οικοδομή πωλήθηκε στους ενάγοντες Ν. Κ. και Ζ. Κ. με το ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Κολυδάκη, που μεταγράφηκε νομίμως ...και ύστερα από την παραίτηση από το δικαίωμα της επικαρπίας επί του ως άνω ακινήτου εκ μέρους των προαναφερθέντων Λ. Ι. και της Ε. Ι., ...

οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου επ' αυτής, ενώ το τίμημα καθορίσθηκε στο χρηματικό ποσόν των δώδεκα εκατομμυρίων (12.οοο.οοο) δραχμών παρότι ότι η εκτίμηση της αρμοδίας Εφορίας καθορίσθηκε σε δέκα τρία εκατομμύρια (13.000.000) δραχμές. Αποδείχθηκε ακόμη ότι η εναγομένη τραπεζική εταιρία ισχυριζόμενη ότι διατηρεί χρηματική απαίτηση εις βάρος των προαναφερθέντων Σ.

Ι. του Λ., Ε. Ι. του Λ. και Λ. Ι. του Σ., ύψους 12.777.586 δραχμών πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων βάσει της εις βάρος τους εκδοθείσης κατόπιν σχετικής προς τούτο υποβληθείσης αιτήσεώς της, υπ' αριθμ. 2786/30-6-1992 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, άσκησε διά των νομίμων και προστηθέντων εκ μέρους της οργάνων της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τόσον εις βάρος τους, όσον και εις βάρος των εναγόντων την από 19-5-1997 ...

αγωγή της, με την οποίαν ισχυρίσθηκε ότι η μεταβίβαση της ως άνω περιγραφομένης μονόροφης οικοδομής ήταν καταδολιευτική, καθ' όσον όπως επί λέξει ισχυρίσθηκε με την ως άνω ασκηθείσα αγωγή της "οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι (δηλαδή οι δύο ενάγοντες) εγνώριζαν: α) Την ύπαρξη της απαιτήσεώς μου, β) ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι είναι κατάχρεοι και ότι όλη η υπόλοιπη περιουσία τους δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς μου, γ) οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι (εννοούνται όμως μόνον οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι δεδομένου ότι ο τέταρτος εναγόμενος είναι ο πρώτος των εναγόντων) προβαίνουν στην απαλλοτρίωση του παραπάνω ακινήτου ακριβώς για με βλάψουν στα νόμιμα συμφέροντά μου, δηλαδή να μην μπορέσω να εισπράξω την απαίτησή μου.

Πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη ότι το τίμημα της πωλήσεως του παραπάνω ακινήτου συμπεριλαμβανομένης της παραιτήσεως της επικαρπίας (12.οοο.οοο) είναι κατώτερο της πραγματικής αξίας του ακινήτου που ανερχόταν κατά την στιγμή της πωλήσεως σε 15.000.000 δρχ." και μετά ταύτα ζήτησε η ενάγουσα "την διάρρηξη της παραπάνω καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάστασή τους, ώστε να μπορέσω να εισπράξω την απαίτησή μου", όπως επίσης επί λέξει αναφέρεται στην αγωγή της, ενώ στις από 19-9-1998 έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της ...

στις 24-5-1999 στην γραμματεία του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ενάγουσα διά των αρμοδίων και προστηθέντων εκ μέρους της οργάνων της αναφέρθηκε στην αγωγή της, ζητώντας να γίνει αυτή δεκτή. Μετά την συζήτηση της ως άνω ασκηθείσης από 19-5-1997 αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 21686/1999 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ...με την οποίαν αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως επ' αυτής και τάχθηκαν τα ανάλογα θέματα αποδείξεως, ενώ μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων και την εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20739/9-6- 2006 οριστική απόφαση του αυτού ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποίαν απερρίφθη η ως άνω ασκηθείσα αγωγή, γιατί "...

δεν αποδείχθηκε ο χαρακτήρας της επίδικης μεταβίβασης ως καταδολιευτικής, αφ' ενός μεν, εν όψει της ανυπαρξίας της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας, αφ' ετέρου δε, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίστατο τέτοια, λόγω της ύπαρξης ικανής για την εξασφάλισή της περιουσίας των εναγομένων και λόγω της έλλειψης, τόσο της πρόθεσης ματαίωσης της απαίτησης της ενάγουσας εκ μέρους των πωλητών εναγομένων, όσο και της έλλειψης γνώσης εκ μέρους των αγοραστών εναγομένων", όπως επί λέξει αναγράφεται στην εν λόγω απόφαση.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι τους παραπάνω ισχυρισμούς της, ότι δηλαδή η ως άνω μεταβίβαση έλαβε χώρα για να ματαιωθεί η σχετική απαίτησή της, επανελήφθησαν εκ μέρους των αρμοδίων και προστηθέντων εκ μέρους της ενάγουσας οργάνων της και με τις υποβληθείσες εκ μέρους της από 23-2-2006 έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε στις 24-2-2006 επίσης στην γραμματεία του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο προαναφερθείς πληρεξούσιος Δικηγόρος της.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 20739/2006 απόφαση επιδόθηκε νομίμως στην ενάγουσα (και ήδη εναγομένη) τραπεζική εταιρία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7153 β'/2- 2-2007 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και δεν ασκήθηκε κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο ... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 2786/1992 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε η από 9-7-1992 ...

ανακοπή, η οποία μετά την συζήτησή της έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής με την υπ' αριθμ. 14093/10-6-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ύστερα όμως από την άσκηση εφέσεως κατά της αμέσως προηγουμένως αναφερθείσης πρωτοβαθμίου αποφάσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1767/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Εφετείου Θεσσαλονίκης), με την οποίαν αφού εξαφανίσθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 14093/2004 πρωτοβάθμια απόφαση, δικάσθηκε η παραπάνω ανακοπή, η οποία απερρίφθη.

Κατά συνέπειαν, υφίστατο η επικαλουμένη εκ μέρους της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας απαίτηση εις βάρος των προαναφερθέντων. Εξάλλου, τόσον η εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία ΙΟΤΕΧ" που απορρόφησε την εταιρία με την επωνυμία "Ε. Ι. - Σ. Ι. & Σία ΟΕ", όσον και ο Ε. Ι. του Λ. αλλά και ο Λ.

Ι. του Σ., όπως και ο Σ. Ι., εις βάρος των οποίων εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής, δεν διέθεταν αξιόλογα από χρηματικής απόψεως περιουσιακά στοιχεία, επί των οποίων θα μπορούσε η ενάγουσα τραπεζική εταιρία να εγγράψει σχετικά βάρη ώστε να διασφαλιστεί η ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεώς της ..., ενώ πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η παραπάνω μεταβίβαση έλαβε χώρα μετά την επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής που έλαβε χώρα στις 7-7-1992..

Επί πλέον πρέπει να αναφερθεί ότι οι προαναφερθέντες Σ. Ι. του Λ. και Λ. Ι. του Σ., εκ των οποίων ο πρώτος είχε ποσοστόν 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητος και ο δεύτερος την επικαρπία μίας ανεξάρτητης και διηρημένης κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του ΝΔ 1024/1971" διώροφης οικοδομής με υπόγειο κτισμένης σε οικόπεδο εκτάσεως 989,90 τετραγωνικών μέτρων ...

με το νομίμως μεταγραφέν ... πωλητήριο συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Μαρίας Κολυδάκη πώλησαν και μεταβίβασαν στον Ε. Δ. του Α., ποσοστόν 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητος και ποσοστόν 3/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας και στην σύζυγο του τελευταίου Ι., το γένος Γ. Μ., ποσοστόν 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας επ' αυτής, ενώ την ίδια ημέρα οι τελευταίοι, δηλαδή ο Ε.

Δ. και η προαναφερθείσα σύζυγος του με το υπ' αριθμ. .../18-12-1992 προσύμφωνο πωλήσεως της ιδίας συμβολαιογράφου Μαρίας Κολυδάκη, ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν τα παραπάνω ανήκοντα εις έκαστον εξ αυτών εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί της παραπάνω οικίας στην Ε. το γένος Ε. και Μ. Α., η οποία τυγχάνει σύζυγος του προαναφερθέντος Λ.

Ι., ενέργειες που προδήλως συνιστούν μεθόδευση προσπάθειας αποκρύψεως της περιουσίας τους προκειμένου να αποφευχθεί η ικανοποίηση της εις βάρος τους απαιτήσεως της ως άνω τραπεζικής εταιρίας. Η ενάγουσα διά των αρμοδίων και προστηθέντων εκ μέρους της οργάνων της με τους διαλαμβανομένους στην ως άνω ασκηθείσα εκ μέρους της αγωγή ισχυρισμούς της δεν απέβλεπε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη των εναγόντων ούτε να προσβάλει καθ' οιονδήποτε τρόπον την προσωπικότητά τους, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την κρινομένη αγωγή τους.

Από κανένα εξάλλου στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω τραπεζική εταιρία ενεργώντας διά των αρμοδίων και προστηθέντων εκ μέρους της οργάνων της αυθαίρετα και φερομένη αμελώς συμπεριέλαβε στην ως άνω αγωγή της ανακριβή περιστατικά, ως προς το ότι πράγματι διέθετε χρηματική αξίωση εις βάρος των προαναφερθέντων, απορρέουσα από την παραπάνω εκδοθείσα εις βάρος τους διαταγή πληρωμής και μη μπορώντας να ικανοποιήσει την σχετική αυτή απαίτησή της λόγω οικονομικής αδυναμίας των εν λόγω οφειλετών της που δεν διέθεταν αξιόλογα από οικονομικής απόψεως περιουσιακά στοιχεία, αναγκάσθηκε προκειμένου να ικανοποιήσει την παραπάνω απαίτησή της να ασκήσει την ως άνω αγωγή της με την οποίαν ισχυρίσθηκε ότι η εν λόγω μεταβίβαση είναι καταδολιευτική, ιδίως μάλιστα όταν το συμφωνηθέν τίμημα της πωλήσεως αυτής ήταν κατώτερο από την εκτίμηση της αρμοδίας οικονομικής υπηρεσίας.

Η ενέργειά της αυτή αντικειμενικώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα με δόλο αλλά ούτε βεβαίως ότι αυτή επέδειξε αμελή συμπεριφορά, όταν μάλιστα η μεταβίβαση αυτή έλαβε χώρα μετά την επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η περί αναγνωρίσεως υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς τους αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι κατά λέξη τα ακόλουθα: "Η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προχωρήσει σε σοβαρό και βάσιμο έλεγχο της αληθούς καταστάσεως έγινε από δόλο που εκπηγάζει από την νοοτροπία που διακατέχει τους υπευθύνους-προστηθέντες της υπαλλήλους για το ότι οι εκ μέρους της διεκδικήσεις, τους δίνουν την δυνατότητα να ενεργούν κακόβουλα και με αποκλειστικό στόχο να βλάψουν, χωρίς κανένα έλεγχο ή κύρωση την προσωπικότητα του οιουδήποτε.

Και ο δόλος είναι σαφέστατος, αφού όλοι οι υπεύθυνοι αυτής, ενήργησαν με άμεσο ή ορισμένο δόλο αυτού τέτοιος υπάρχει όταν ο δράστης είτε επιδιώκει ευθέως το αδικοπρακτικό αποτέλεσμα της πράξης του (ή παράλειψής του) είτε δεν το επιδιώκει μεν αμέσως, αλλά το προβλέπει ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του.

Έτσι η αναιρεσίβλητη ενόψει των προεκτεθέντων, επεδίωξε με όλες τις παραλείψεις της την προσβολή της προσωπικότητάς μας, άλλως προέβλεψε το αποτέλεσμα ως αναγκαία, συνέπεια της δια παραλείψεων πράξης της. Άλλως, η παράλειψή της έγινε από ενδεχόμενο δόλο, αφού σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, η εναγόμενη προέβλεψε ότι είναι δυνατό να παραχθεί το άδικο (αξιόποινο ή όχι) αποτέλεσμα και παρά ταύτα δεν απείχε από την ενέργειά της, αποδεχόμενη την παραγωγή του αποτελέσματος.

Επιπλέον όμως η αναιρεσίβλητη κατέθεσε εις βάρος μας αγωγή και προτάσεις, στις οποίες περιελάμβανε συκοφαντικούς ισχυρισμούς, ήτοι ισχυρίστηκε ότι εμείς ενηργήσαμε από δόλο, ότι η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε καταδολιευτικά, ότι εμείς είχαμε γνώση της περιουσιακής κατάστασης των οφειλετών της, ότι είχαμε γνώση των χρεών των οφειλετών της προς αυτήν, ότι η μεταβίβαση έγινε εικονικά και ότι ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή μας το ακίνητο κλπ.

Δηλαδή η αναιρεσίβλητη προκειμένου να προστατέψει τα συμφέροντά της, για μία οφειλή για την οποία οι οφειλέτες διέθεταν ακόμα ικανοποιητική περιουσία προς ικανοποίηση της, ισχυρίστηκε ψευδή γεγονότα εις βάρος μας τα οποία έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή μας. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της ευθείας παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά το άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ".

Όμως, ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απαράδεκτος. Τούτο, διότι δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένης ουσιαστικής διάταξης νόμου, με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά υπό την επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας και με βάση τους μη γενόμενους δεκτούς από το δικαστήριο ουσιαστικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ.

Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, ότι είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο. Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1345/2011).

Στην ένδικη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς τους, μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη για πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε το δεδικασμένο, με την κρίση της ότι οι οφειλέτες της αναιρεσίβλητης δεν διέθεταν αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία και ότι η επίδικη μεταβίβαση σωστά προσβλήθηκε ως καταδολιευτική, εφόσον το τίμημα ήταν κατώτερο από την εκτίμηση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας, ενώ τουναντίον είχε ήδη κριθεί με την 20739/06 αμετάκλητη απόφαση ότι οι οφειλέτες της αναιρεσίβλητης διέθεταν ικανοποιητική περιουσία προς εξασφάλιση της απαίτησής της και επιπλέον το επίδικο ακίνητο πουλήθηκε έναντι 12.000.000 δραχμών, που ανταποκρινόταν στην πραγματική αγοραία αξία του πωληθέντος.

Ο λόγος αυτός, προεχόντως, είναι απαράδεκτος. Τούτο, διότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα παραβίασής του. Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου και του ότι το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα μεμονωμένα πραγματικά περιστατικά της ελάσσονος προτάσεως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής και της εφέσεως των αναιρεσειόντων, αυτοί επικαλέστηκαν απλώς την 20739/06 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τις παραδοχές της, καθώς και το ότι δεν ασκήθηκαν κατ' αυτής ένδικα μέσα, χωρίς να προβάλουν ισχυρισμό και αίτημα περί δεδικασμένου αναφορικά με συγκεκριμένο ζήτημα, σχετιζόμενο με την ένδικη διαφορά.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης.

Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 476/11).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς τους, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη τα μη νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη έγγραφα, συγκεκριμένα δε την 1767/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και την 2786/1992 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τα οποία η τελευταία δεν ανέφερε ορισμένως στις προτάσεις της, αλλά με αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις της, τις οποίες ενσωμάτωσε στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου. Όμως, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, στην κατ' έφεση δίκη, περιέλαβε στο κείμενο των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αυτό των πρωτόδικων προτάσεών της, όπου γινόταν επίκληση των επίμαχων εγγράφων, ως ενιαίο κατά περιεχόμενο κείμενο, μαζί με τους εν συνεχεία υπερασπιστικούς κατά της εφέσεως ισχυρισμούς της, καλυπτόμενο από την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου της. Έτσι, η επίκληση με τις προτάσεις αυτές των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, ήταν παραδεκτή. Κατά συνεπεία είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ως άνω αναιρετικός λόγος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Αυγούστου 2014 αίτηση των Ν. Κ. και Ζ. συζ. Ν. Κ., για αναίρεση της 1050/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ