Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding burden of proof and lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Alpha Bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a public auction cancellation. The appellant argued that the lower court incorrectly shifted the burden of proof regarding the appellant's knowledge of a procedural delay to the respondent. The court found the lower court's assessment of evidence sufficient and noted the appellant lacked legal interest in challenging the burden allocation. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(13), 216(1) of the Code of Civil Procedure; The burden of proof regarding a party's knowledge of a procedural defect remains with the party asserting it, and a claim challenging the allocation of this burden is inadmissible if the court has formed a full judicial conviction based on all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1085 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1085/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Κράνη Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2867/2008 μη οριστική και 6434/2009 του ιδίου δικαστηρίου και 4802/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιουνίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εξειδικεύονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου ή μνημονεύονται απλώς τα στοιχεία του νόμου, χωρίς αναφορά των περιστατικών, ελέγχεται αναιρετικά από τους προβλεπομένους στο άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγους, όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη τέτοια περιστατικά μολονότι δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής και παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτη (αόριστη) την αγωγή.
Περαιτέρω από το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για το ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, την υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) αυτού και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος, και να καθορίζεται το ποσό αυτής κατά αιτία.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 71, 63 παρ. 1 και 67 του Α.Κ. συνάγεται, ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη, ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους.
Σε περίπτωση δε αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως ή των εκπροσωπούντων αυτό οργάνων για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 31-10-2007 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι την 26-3-1997 διενεργήθηκε στη Μυτιλήνη, όπου εδρεύει η ενάγουσα, αναγκαστικός πλειστηριασμός του περιγραφομένου στην αγωγή οικοπέδου μετά των εντός αυτού κτισμάτων, κυριότητας της εταιρίας με την επωνυμία "ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥΡΓΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΑΒΕΕ", τον οποίο επέσπευσε η εναγομένη τραπεζική εταιρία για την ικανοποίηση απαιτήσεως που διατηρούσε κατά της ιδιοκτήτριας αυτού εταιρίας.
Ότι, ο εν λόγω πλειστηριασμός, κατά τον οποίο αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η ενάγουσα εταιρία αντί τιμήματος 110.100.000 δραχμών, ακυρώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση κατόπιν ανακοπής, την οποία άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, διότι η επισπεύδουσα τράπεζα από αμέλειά της δεν είχε επιδώσει προς την αρμόδια Υπηρεσία Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας τη σχετική κατασχετήρια έκθεση, το πρόγραμμα πλειστηριασμού και την περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, όπως είχε υποχρέωση κατ' άρθρο 18 του Π.Δ. 456/1995, δοθέντος ότι η καθ' ής η εκτέλεση εταιρία είχε υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1992 και είχε λάβει επιδότηση από την ανωτέρω υπηρεσία.
Και ότι, συνεπεία της άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία, ενώ γνώριζε ότι η καθ' η εκτέλεση είχε υπαχθεί στον άνω αναπτυξιακό νόμο, δεδομένου ότι την είχε δανειοδοτήσει για την αγορά του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, όπως άλλωστε και την ενάγουσα υπερθεματίστρια, την οποία παρότρυνε να λάβει μέρος στον άνω πλειστηριασμό, επέσπευσε τον τελευταίο διά των αρμοδίων οργάνων της, μολονότι τα τελευταία γνώριζαν ότι δεν έχουν γίνει οι άνω επιδόσεις στο Ελληνικό Δημόσιο, με συνέπεια, ενόψει της αμετάκλητης ακύρωσής του, να υποστεί η τελευταία (ενάγουσα υπερθεματίστρια), εκτός των άλλων, θετική ζημία, συνισταμένη:
α) στο ποσό των 323.111 ευρώ, που κατέβαλε για το πλειστηρίασμα, β) στο ποσό των 56.226 ευρώ, που κατέβαλε για τα πάσης φύσεως έξοδα και φόρους του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου (φόρος μεταβίβασης, συμβολαιογραφικά έξοδα και έξοδα μεταγραφής) και γ) στο ποσό των 1.389.878 ευρώ, ως υπεραξία του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου (διαφορά πλειστηριάσματος και σημερινής αγοραίας αξίας), ενώ, πέραν της άνω ζημίας της, από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης υπέστη και ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.200.000 ευρώ, τα ανωτέρω δε ποσά ζήτησε να της επιδικασθούν νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, τόσο ως προς τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης που συντελέσθηκε διά των αρμοδίων οργάνων της, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της ιδιότητάς τους, καθώς και της προσωπικής στάσης εκάστου στην συντελεσθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά, όσο και κατά το ποσό της ζημίας την οποία υπέστη η ενάγουσα (τα επί μέρους κονδύλια της οποίας προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα στην αγωγή), και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς την άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 927 Κ.Πολ.Δ., η παραγγελία προς εκτέλεση δεν φέρει ακριβώς τον χαρακτήρα εντολής του Αστικού Δικαίου ούτε έχουν ως προς αυτήν αποκλειστική και ομοιότυπη εφαρμογή οι διατάξεις για την εντολή αλλ' αποτελεί κατά κύριο και πρωταρχικό χαρακτήρα αίτηση για άσκηση δημόσιας εξουσίας που είναι εμπιστευμένη κατά το δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως στα όργανα της εκτελέσεως και από την οποία αίτηση παράγεται σχέση δημοσίου δικαίου μεταξύ των οργάνων της αναγκαστικής εκτελέσεως και του επισπεύδοντος, καθώς και του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη.
Τα όργανα της εκτελέσεως ενεργούν τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου, όπως προκύπτει από όλο το σύστημα της αναγκαστικής εκτελέσεως. Η εξαναγκαστική πραγματοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή που περιλαμβάνεται στον εκτελεστό τίτλο γίνεται από τη δημόσια αρχή, η οποία όμως ενεργεί ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου, ο όποιος έχει αξίωση έναντι της Πολιτείας για την παροχή της προστασίας της μέσω των αρμοδίων οργάνων της (δικαστικών επιμελητών, συμβολαιογράφων κλπ.).
Από την προαναφερθείσα φύση της σχέσης επισπεύδοντος και εκτελεστικών οργάνων συνάγεται ότι ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής δεν ευθύνεται σε αποζημίωση από πράξεις των εκτελεστικών οργάνων, εκτός αν αυτός διατελεί σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) με την παραγγελία ή την έγκριση της παράνομης πράξης από την οποία επήλθε η ζημία, οπότε και θεωρείται ως επιφέρων αυτός τη ζημία.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 του Π.Δ. 456/1995 "Επίσπευση πλειστηριασμού ή κάθε μορφής εκκαθάριση επιχείρησης, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1262/1982 ή του ν. 1892/1990 πριν από τη συμπλήρωση της δεκαετίας από της ολοκληρώσεως της επένδυσης ή οποτεδήποτε πριν την ολοκλήρωσή της, είναι άκυρη, αν η σχετική πράξη κατασχέσεως και το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή η πράξη διορισμού εκκαθαριστού δεν έχουν κοινοποιηθεί εντός είκοσι (20) ημερών από της συντάξεώς τους στην Υπηρεσία Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ...".
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση και προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου, προκύπτει ότι ο τρίτος που επισπεύδει πλειστηριασμό σε βάρος επιχείρησης που έχει υπαχθεί στην ανωτέρω διάταξη, είναι υποχρεωμένος να κοινοποιήσει τη σχετική πράξη κατασχέσεως και το πρόγραμμα πλειστηριασμού (ήδη περίληψη μετά την αντικατάσταση του άρθρου 999 ΚΠολΔ με το άρθρο 4 παρ. 24 του ν. 2298/1995) εντός είκοσι (20) ημερών από τη σύνταξή τους στην ανωτέρω υπηρεσία.
Η μη εμπρόθεσμη τήρηση της επιβαλλόμενης από την ανωτέρω διάταξη διατυπώσεως, η οποία ενεργείται από τον δικαστικό επιμελητή βάσει της κατ' άρθρον 927 ΚΠολΔ γενικής προς αυτόν εντολής, επιδρά ακυρωτικώς επί του πλειστηριασμού και χωρίς το στοιχείο της βλάβης, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη, συνδυαζόμενη με τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο δε επισπεύσας την εκτέλεση δανειστής δεν ευθύνεται για την ως άνω παράλειψη του δικαστικού επιμελητή παρά μόνον αν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς της οποίας "αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα", δεν αποκλείεται αποζημίωση υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ να ζητήσει και ο υπερθεματιστής που απέκτησε στον πλειστηριασμό ακίνητο, ο οποίος μεταγενέστερα ακυρώθηκε αμετάκλητα για ελάττωμα που αφορά τη διαδικασία ενεργείας του (ΑΠ 1083/2009, ΑΠ 1401/2005), όπως στην περίπτωση που ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής διατελεί σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) αν με την παραγγελία ή την έγκριση της παράνομης πράξης επήλθε η ζημία του υπερθεματιστή, οπότε και θεωρείται ότι αυτός προξένησε τη ζημία.
Η ζημία του υπερθεματιστή στην περίπτωση αμετάκλητης ακυρώσεως του πλειστηριασμού δυνατό να συνίσταται όχι μόνο στην αξία του καταβληθέντος πλειστηριάσματος, αλλά και στην τυχόν αυξημένη αξία που θα είχε το αποκτηθέν από τον υπερθεματιστή ακίνητο, αν δεν ακυρωνόταν ο πλειστηριασμός. Τη διαφορά αυτή αξίας αποτελούσα ζημία δικαιούται ν' αξιώσει ο υπερθεματιστής με αγωγή αποζημιώσεως κατά του επισπεύσαντος άκυρο πλειστηριασμό.
Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της ζημίας του ενάγοντος υπερθεματιστή είναι ο χρόνος εκδόσεως της αποφάσεως επί της αποζημιωτικής αγωγής, νοουμένου ως τοιούτου, κατά τους δικονομικούς κανόνες, εκείνου της πρώτης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η οριστική απόφαση ( ΑΠ 1401/2005, βλ.
σχετ. και Ολ.ΑΠ 38/1996, Ολ.ΑΠ 1/1997, Ολ.ΑΠ 44/1996). Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις, το άρθρο 914 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ. για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία (αρθρ. 299 και 932 του Α.Κ.) απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Αμέλεια δε υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 708/2004, 1084/2008).
Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, υποχρέωση αποζημίωσης υφίσταται μόνο αν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της παραληφθείσης πράξης, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως η προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, που επιβάλλει λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου (ΑΠ 1187/2009, ΑΠ 604/2009).
Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) που στη συγκεκριμένη αδικοπραξία αρκεί να είναι και ελαφρά και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ, που ορίζει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι οι ακόλουθες:
α) Πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. β)Να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο. Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 του ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, την συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου.
Και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του.
Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρον και αυτό και το νομικό πρόσωπο, δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου του ευθύνη αποζημίωσης (ΑΠ 1485/2010). Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 28/1998, ΑΠ 1047/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα εταιρία προέρχεται από μετατροπή της συσταθείσας ως ομόρρυθμης, κατά το έτος 1954, εταιρίας με την επωνυμία "Σ.-Π. & ΣΙΑ ΟΕ", που μετονομάστηκε το έτος 1994 σε "Α.
και Σια ΟΕ" και στη συνέχεια μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την με αριθμό .../11-8-1995 πράξη της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη, η οποία εγκρίθηκε από τη Νομαρχία Λέσβου και καταχωρήθηκε στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 5051/1995. Αντικείμενο εργασιών της ενάγουσας ήταν η διανομή καταναλωτικών προϊόντων στην περιοχή της νήσου Λέσβου.
Κατά το έτος 1995 θέλησε να επεκτείνει τις εμπορικές της δραστηριότητες στον τομέα της αποθήκευσης και διανομής προϊόντων (logistics) και στα πλαίσια των σχεδιασμών της αυτών αποφάσισε να προβεί σε αγορά ακινήτου, το οποίο θα χρησιμοποιούσε για την αποθήκευση των προϊόντων που θα διένειμε στο καταναλωτικό κοινό για λογαριασμό τρίτων.
Τις ανωτέρω αποφάσεις τις ανακοίνωσε στον τότε διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Μυτιλήνη Ι. Μ., με την οποία η ενάγουσα είχε συνεργασία και προσέβλεπε στη χορήγηση αναγκαίας για την επίτευξη των στόχων της χρηματοδότησης. Η εναγομένη, έχουσα απαίτηση κατά της εταιρίας με την επωνυμία "ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥΡΓΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΑΕΒΕ", προερχόμενη από την με αριθμό 85/1994 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, είχε επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση, δυνάμει της με αριθμό 372/31-12-1996 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης Ε.
Π., επί ενός ακινήτου, ιδιοκτησίας της οφειλέτριας εταιρίας, εμβαδού 11.465,23 τ.μ. αποτελούμενο από αποθήκες και γραφεία 2.181,42 τ.μ. που βρισκόταν στη θέση "..." ή "...", της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... . Ο πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου ορίστηκε αρχικά για τις 12/2/1996 και στη συνέχεια μετά από διόρθωση της τιμής του, για τις 26/3/1997, δυνάμει της με αριθμό .../1997 Α' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή.
Η εναγόμενη, δια του προαναφερθέντος διευθυντή της, ενημέρωσε την ενάγουσα για τον επικείμενο πλειστηριασμό και, γνωρίζοντας τις αποφάσεις της για την αγορά ακινήτου, την παρότρυνε να συμμετάσχει σ' αυτόν, καθώς θεωρούσε ότι το εκπλειστηριαζόμενο ακίνητο ήταν κατάλληλο για τη χρήση που η ενάγουσα σκόπευε να το εκμεταλλευτεί.
Πράγματι η τελευταία συμμετείχε στον πλειστηριασμό και αναδείχθηκε πλειοδότρια, μη υπάρχοντος άλλου ενδιαφερόμενου, με τιμή προσφοράς το ποσό των 110.100.000 δρχ., το οποίο κατέβαλε λαμβάνοντάς το από την εναγομένη ως δάνειο. Κατόπιν αυτού συντάχθηκε η με αριθμό .../26-3-1997 έκθεση Α' επαναληπτικού πλειστηριασμού ακινήτου - κατακύρωση, της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη, περίληψη της οποίας με αριθμό .../11-4-1997 μεταγράφηκε, στις 14/4/1997, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, στον τόμο ...
και με αριθμό 324. Σε ασφάλεια του δανείου αυτού η εναγομένη ενέγραψε στο ως άνω ακίνητο με τη συναίνεση της ενάγουσας, προσημείωση υποθήκης για ποσό 220.000.000 δρχ. Στη συνέχεια η τελευταία εκτέλεσε την περίληψη και εγκαταστάθηκε, στις 9/5/1997, στο ως άνω ακίνητο, αποβάλλοντας από αυτό την καθ' ης ο πλειστηριασμός.
Την 90η ημέρα από τη μεταγραφή της έκθεσης κατακύρωσης το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, κατά της ενάγουσας, της εναγομένης και της καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρίας, την από 11/7/1997 ανακοπή του ζητώντας να ακυρωθούν α) η με αριθμό .../14-2-1997 Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης Ε.
Π., β) η με αριθμό .../26-3-1997 έκθεση Α' επαναληπτικού πλειστηριασμού ακινήτου της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη και γ) η με αριθμό ...9/11-4-1997 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Κύριος λόγος της ανακοπής ήταν η μη τήρηση, από την επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό, της διάταξης του άρθρου 18 του ΠΔ 456/1995, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε, επειδή η καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρεία είχε υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1992 (λαμβάνοντας από το Ελληνικό Δημόσιο επιχορήγηση ποσού 49.144.398 δρχ.
καθώς και επιχορήγηση επιτοκίου για τραπεζικό δάνειο ύψους 25.000.000 δρχ.), να κοινοποιηθούν στην Υπηρεσία Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού, η έκθεση κατάσχεσης και το πρόγραμμα πλειστηριασμού του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου, εντός προθεσμίας 20 ημερών από τη σύνταξή τους.
Η ανακοπή αυτή, μαζί με τους από 14/7/1997 πρόσθετους λόγους της, συζητήθηκε στις 13/3/1998 και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 149/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Στη συνέχεια, και μετά από άσκηση έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η με αριθμό 251/2000 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου η οποία αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε:
α) τον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε με την με αριθμό .../26-3-1997 έκθεση Α' επαναληπτικού πλειστηριασμού ακινήτου της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά - Βασιλικάκη και β) την με αριθμό .../11-4-1997 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της με αριθμό 747/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες, από αμφότερες τις διαδίκους της παρούσας δίκης αναιρέσεις, κατά της εφετειακής απόφασης.
Η ακύρωση του ανωτέρω πλειστηριασμού οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, οι οποίοι, έχοντας την πρωτοβουλία και την ευθύνη της επίσπευσης πλειστηριασμού δεν φρόντισαν να διασφαλίσουν την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 18 του ΠΔ 456/1995, προκειμένου να διενεργηθεί έγκυρος πλειστηριασμός.
Ειδικότερα, η εναγομένη, η οποία επέσπευδε πλειστηριασμό κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥΡΓΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΑΕ", προς εξασφάλιση απαίτησής της απορρέουσας από πιστωτική σύμβαση, γνώριζε ότι η καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρία είχε επιδοτηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και είχε υπαχθεί στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1262/1982, αφού και η ίδια την είχε δανειοδοτήσει.
Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι η εναγομένη έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία και έμπειρο, ειδικά σε θέματα εκτέλεσης, προσωπικό, γνώριζε ότι έπρεπε να προβεί στις κοινοποιήσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρ. 18 του ΠΔ 456/1995 και μάλιστα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας 20 ημερών από τη σύνταξη της έκθεσης.
Άλλωστε οι κοινοποιήσεις αυτές είχαν διενεργηθεί εμπρόθεσμα και στο παρελθόν προς την άνω Υπηρεσία, καθώς το ακίνητο είχε εκτεθεί επανειλημμένα από το έτος 1995 σε πλειστηριασμούς, που για διάφορους λόγους δεν πραγματοποιήθηκαν (βλ. τις με ημερομηνία 15/3/2000 προτάσεις της εναγομένης εταιρίας ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, όπου η ίδια συνομολογεί τα ανωτέρω).
Ωστόσο, από αμέλειά τους, οι προστηθέντες αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης παρέλειψαν να επιστήσουν την προσοχή του δικαστικού επιμελητή, αλλά και να ελέγξουν αν τηρήθηκε η εμπρόθεσμη κοινοποίηση των ως άνω εγγράφων, αν και μπορούσαν ευχερώς να το πράξουν, ακριβώς λόγω των γνώσεων και της εμπειρίας τους, με αποτέλεσμα η κοινοποίηση να γίνει εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 20/3/1997.
Στη συνέχεια και ενώ γνώριζαν την εκπρόθεσμη αυτή επίδοση, συνέχισαν την διαδικασία του πλειστηριασμού, καθώς πείσθηκαν στις προφορικές διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου ότι δεν θα ασκήσουν ανακοπή. Η γνώση αυτή της εναγομένης προκύπτει από την εξώδικη ομολογία της, η οποία έλαβε χώρα με τις προαναφερθείσες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, όπου ρητά αναφέρει ότι "το αντίδικο δημόσιο με καθησύχασε ότι δεν πρόκειται να προσβάλει τον πραγματοποιηθησόμενο πλειστηριασμό εξαιτίας της εκπρόθεσμης παραπάνω επίδοσης.
Βάσει των διαβεβαιώσεών του αυτών, εγώ προχώρησα στην πραγματοποίηση του πλειστηριασμού". Από την ομολογία αυτή προκύπτει σαφώς ότι η γνώση της εναγομένης περί της εκπρόθεσμης επίδοσης είχε λάβει χώρα πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού και όχι μετά από αυτόν, όπως αβασίμως ισχυρίζεται με την κρινόμενη έφεσή της.
Η, ως άνω, ομολογία είναι μεν εξώδικη και ανακαλείται ελεύθερα, μόνον όμως εφόσον ο ομολογήσας αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, απόδειξη, στο βάρος της οποίας δεν ανταποκρίθηκε η εναγομένη στην προκειμένη περίπτωση. Η τελευταία αρνήθηκε την ύπαρξη οποιασδήποτε ευθύνη της προβάλλοντας τα ακόλουθα επιχειρήματα:
α) Ότι για την εκπρόθεσμη επίδοση των άνω εγγράφων, την αποκλειστική ευθύνη φέρει ο διενεργήσας αυτές δικαστικός επιμελητής Ε. Π., προς τον οποίο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της (εναγομένης) είχε δώσει την εντολή να ενεργήσει "ότι ο νόμος ορίζει", ενώ ουδέποτε ενημερώθηκε από τον εν λόγω επιμελητή για την εκπρόθεσμη επίδοση των επιδοτέων εγγράφων.
Τα ως άνω επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο δικαστικός επιμελητής στις με αριθμούς .../15-5-2008 .../8-3-2011 ένορκες βεβαιώσεις του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης, καθώς και στην ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ένορκη κατάθεσή του επ' ευκαιρία άλλης δίκης (πρακτικά απόφασης με αριθμό 198/4-11-2005). Η εναγομένη αποφεύγει βέβαια να δηλώσει ευθέως αν γνώριζε την δανειοδότηση της καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρίας από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά συνέπεια την υπαγωγή της στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1262/1982.
Ωστόσο, ούτε και αρνείται ότι γνώριζε το πραγματικό αυτό γεγονός, με αποτέλεσμα σε συνδυασμό και με το σύνολο των ισχυρισμών της να συνάγεται ομολογία της (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Η γνώση της αυτή άλλωστε προκύπτει και από το, μη αμφισβητούμενο, γεγονός ότι ο δικαστικός επιμελητής είχε την σχετική επί του ζητήματος αυτού ενημέρωση, την οποία δεν μπορούσε να έχει από άλλη πηγή αφού στα πραγματικά περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης μόνο η εναγομένη είχε πρόσβαση.
Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εναγομένη είχε δανειοδοτήσει και η ίδια την καθ' ής ο πλειστηριασμός εταιρεία και επομένως γνώριζε την οικονομική της κατάσταση, τις λοιπές δανειοδοτήσεις της κλπ. Κατά συνέπεια και ενόψει των ιδιαιτεροτήτων που παρουσίαζε η εξεταζομένη περίπτωση, η εντολή προς το δικαστικό επιμελητή να διενεργήσει "ό,τι ο νόμος ορίζει" δεν αρκούσε για να εξασφαλιστεί η ορθή διενέργεια του πλειστηριασμού.
Τέλος, η οποιαδήποτε τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαστικού επιμελητή δεν αίρει την ευθύνη της εναγομένης η οποία, ως έχουσα την πρωτοβουλία της επίσπευσης του πλειστηριασμού, όφειλε να έχει την επιμέλεια, την εποπτεία και τον έλεγχο όλης της διαδικασίας. β) Ότι, κατά την παγίως τηρούμενη πρακτική, όλες τις ενέργειες (επιδόσεις, δημοσιεύσεις κλπ) για τη διενέργεια έγκυρου πλειστηριασμού τις πραγματοποιεί ο δικαστικός επιμελητής, αφού η παρακολούθησή τους από της κεντρικές υπηρεσίες της Τράπεζας θα ήταν αδύνατη εξ αιτίας του όγκου των υποθέσεων που υπάρχουν ανά την Ελλάδα.
Ωστόσο η, από υπαιτιότητα της εναγομένης, οποιαδήποτε υφισταμένη αδυναμία ή δυσλειτουργία στη διόρθωση των υπηρεσιών της και τυχόν πλημμελής οργάνωσή της δεν είναι δυνατόν να την απαλλάξει από την αδικοπρακτική της ευθύνη. γ) Ότι η ενάγουσα ομολόγησε την έλλειψη ευθύνης της με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου κατά την εκδίκαση της ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου ... .
Η ενάγουσα στους από 12-1-2002 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμό 251/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "... η μη εμπρόθεσμη επίδοση οφείλεται κατ' αρχήν σε σφάλμα του δικαστικού επιμελητή, η δε διενέργεια του πλειστηριασμού παρά την πλημμέλεια της επιδόσεως οφείλεται στον συμβολαιογράφο που δεν ήλεγξε το εμπρόθεσμο της επιδόσεως, ανεξάρτητα από την παράλληλη τυχόν ευθύνη της επισπεύδουσας".
Η εν λόγω αναφορά δεν δεσμεύει την ενάγουσα, καθώς δεν αποτελεί ούτε καν εξώδικη ομολογία της, ως μη αναφερόμενη σε πραγματικό γεγονός και μάλιστα επιβλαβές γι' αυτήν, αλλά στη νομική της άποψη που ελεύθερα μπορεί και να μεταβάλλεται. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την εκτεθείσα ανωτέρω περικοπή του δικογράφου, η ενάγουσα διατηρεί τις επιφυλάξεις της ως προς την τυχόν ευθύνη της επισπεύδουσας.
Κατόπιν αυτών, αποδεικνύεται η αμέλεια της εναγομένης εξαιτίας της οποίας ακυρώθηκε ο προαναφερθείς πλειστηριασμός, γι' αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσής της ... . Εφόσον δε με βάση τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η ακύρωση του πλειστηριασμού οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, η τελευταία υπέχει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα ... .
Από την ανωτέρω αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη θετική ζημία, η οποία συνίσταται: α) στην καταβολή του πλειστηριάσματος ποσού 110.000.000 δραχμών και ήδη 323.111 ευρώ, β) στην καταβολή του φόρου μεταβίβασης του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου συνολικού ποσού 56.229 ευρώ, αποτελούμενο από το ποσό των 15.419.154 δραχμών ή 45.251 ευρώ, που κατέβαλε για φόρο μεταβίβασης στη Δ.Ο.Υ.
Μυτιλήνης, το ποσό των 2.081.191 δραχμών ή 6.108 ευρώ, που κατέβαλε για συμβολαιογραφικά έξοδα και το ποσό των 1.695.500 δραχμών ή 4.870 ευρώ, που κατέβαλε για έξοδα μεταγραφής....Περαιτέρω η ενάγουσα δικαιούται να λάβει και τυχόν αυξημένη αξία που θα είχε το αποκτηθέν από αυτή ακίνητο, αν δεν ακυρωνόταν ο πλειστηριασμός ... .
Για την ανεύρεση της τυχόν αξίας του απωλεσθέντος ακινήτου, θα πρέπει να συγκριθεί το ποσό που η ενάγουσα κατέβαλε για την απόκτησή του με το ποσό, στο οποίο εκτιμάται η αξία του κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της κρινομένης αγωγής (20-2-2008). Το πρώτο συγκρίσιμο μέγεθος είναι το ποσό που η ενάγουσα πράγματι κατέβαλλε για την απόκτηση του ακινήτου, έστω και αν το ποσό αυτό ήταν μικρότερο της πραγματικής αγοραίας αξίας του, αφού μόνο με βάση το πράγματι καταβληθέν ποσό μπορεί να προσδιορισθεί η πραγματική επελθούσα ζημία της ... .
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία (πραγματογνωμοσύνες, τεχνικές εκθέσεις, εκθέσεις εκτίμησης ορκωτών εκτιμητών ΣΟΕ κλπ), αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτιμά ότι το κόστος δημιουργίας του επίδικου ακινήτου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο στο ποσό των 1.500.000 ευρώ και η αγοραία αξία του, με βάσει τις τάσεις της αγοράς, σε ποσοστό 80% επί του κόστους αυτού, ήτοι στο ποσό των 1.200.000 ευρώ.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά το έτος 2003 η αξία του ακινήτου εκτιμήθηκε στο ποσό των 580.000 ευρώ (βλ. την με αριθμό .../14-11-2003 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ...), ενώ κατά το χρόνο διενέργειας του δεύτερου πλειστηριασμού που ακολούθησε (28-4-2004) κατακυρώθηκε στην ενάγουσα για το ποσό των 665.000 ευρώ (η ενάγουσα κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα και ακολούθησε η διαδικασία του αναπλειστηριασμού).
Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου είχε αύξηση της τάξης του 15% περίπου ετησίως και επομένως κατά το έτος 2008 δεν μπορεί να υπερέβαινε το ποσό των 1.200.000 ευρώ. Με βάση τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η υπεραξία του ακινήτου διαμορφώνεται στο ποσό των 876.889 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε η ενάγουσα λόγω της, από αμέλεια της εναγομένης, αμετάκλητης ακύρωσης του πλειστηριασμού (1.200.000 μείον 333.111).
Έσφαλε, συνεπώς, ως προς τον άνω προσδιορισμό της θετικής ζημίας της ενάγουσα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο έφεσης της εναγομένης ... . Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, καθώς ενεπλάκη σε δαπανηρούς και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες και επλήγη η φήμη της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης η οποία, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης, της έκτασης της βλάβης της ενάγουσας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και κατ' εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει εν μέρει διαφορετικά, ακολούθως δε έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως, το ποσό των 1.306.229 ευρώ, προς αποκατάσταση των άνω θετικών ζημιών και της ηθικής βλάβης που υπέστη η τελευταία, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 299, 330, 914, 932 AK, σε συνδυασμό με τα άρθρα 927, 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, δικαιολογούν, κατά το ως άνω μέρος της, την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως ανωτέρω διατάξεων παραδοχή, της απευθυνομένης κατά της αναιρεσείουσας αγωγής της αναιρεσίβλητης, οι παραδοχές του Εφετείου: α) ότι με επίσπευση της αναιρεσείουσας τράπεζας, διενεργήθηκε στις 26/3/1997 αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου, κατά τον οποίο αναδείχθηκε πλειοδότρια η αναιρεσίβλητη, μη υπάρχοντος άλλου ενδιαφερόμενου, με τιμή προσφοράς το ποσό των 110.100.000 δρχ., το οποίο κατέβαλε λαμβάνοντάς το από την εναγομένη ως δάνειο, ακολούθως δε συντάχθηκε η με αριθμό .../26-3-1997 έκθεση Α' επαναληπτικού πλειστηριασμού ακινήτου - κατακύρωση, της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη, περίληψη της οποίας με αριθμό ...9/11-4-1997 μεταγράφηκε, στις 14/4/1997, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, στον τόμο ...
και με αριθμό 324, β) ότι ο πλειστηριασμός αυτός, μετά από ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου ακυρώθηκε με την υπ' αριθ. 251/2000 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου η οποία κατέστη αμετάκλητη με την με αριθμό 747/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου, για τον λόγο ότι δεν τηρήθηκε από την επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό αναιρεσείουσα, η διάταξη του άρθρου 18 του ΠΔ 456/1995, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε, επειδή η καθ' ης ο πλειστηριασμός εταιρία είχε υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο 1262/1992 να κοινοποιηθούν στην Υπηρεσία Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού, η έκθεση κατάσχεσης και το πρόγραμμα πλειστηριασμού του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου, εντός προθεσμίας 20 ημερών από τη σύνταξή τους, τα ανωτέρω δε ήταν εν γνώσει της αναιρεσείουσας η οποία είχε δανειοδοτήσει για την αγορά του εκπλειστηριαζομένου ακινήτου την καθ' ής η εκτέλεση, γ) ότι από αμέλειά τους, οι προστηθέντες αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης παρέλειψαν να επιστήσουν την προσοχή του δικαστικού επιμελητή, αλλά και να ελέγξουν αν τηρήθηκε η εμπρόθεσμη κοινοποίηση των ως άνω εγγράφων, αν και μπορούσαν ευχερώς να το πράξουν, ακριβώς λόγω των γνώσεων και της εμπειρίας τους, με αποτέλεσμα η κοινοποίηση να γίνει εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 20/3/1997, στη συνέχεια δε, και ενώ γνώριζαν την εκπρόθεσμη αυτή επίδοση, συνέχισαν την διαδικασία του πλειστηριασμού, αν και γνώριζαν την συνεπεία τούτου ακυρότητά του, με αποτέλεσμα, λόγω του ανωτέρω πταίσματος των οργάνων της αναιρεσείουσας, να ευθύνεται η τελευταία σε αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, χωρίς η ευθύνη της αυτή να αίρεται από την τυχόν ευθύνη του δικαστικού επιμελητή για την εκπρόθεσμη επίδοση, δ) ότι συνεπεία της άδικης και υπαίτιας αυτής πράξεως η αναιρεσίβλητη υπέστη θετική ζημία, η οποία συνίσταται: 1) στην καταβολή του πλειστηριάσματος, ποσού 110.100.000 δραχμών και ήδη 323.111 ευρώ, 2) στην καταβολή του φόρου και λοιπών εξόδων του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, συνολικού ποσού 56.229 ευρώ, αποτελούμενο, από το ποσό των 15.419.154 δραχμών ή 45.251 ευρώ, που κατέβαλε ως φόρο μεταβίβασης στη ΔΟΥ Μυτιλήνης, το ποσό των 2.081.191 δραχμών ή 6.108 ευρώ, που κατέβαλε για συμβολαιογραφικά έξοδα και το ποσό των 1.695.500 δραχμών ή 4.870 ευρώ, που κατέβαλε για έξοδα μεταγραφής και 3) στην αυξημένη αξία (υπεραξία) που θα είχε το αποκτηθέν από αυτή ακίνητο, αν δεν ακυρωνόταν ο πλειστηριασμός, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 876.889 ευρώ, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αγοραία αξία του απωλεσθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζητήσεως της ένδικης αγωγής ανήρχετο στο ποσό των 1.200.000 ευρώ, ώστε, μετά την αφαίρεση του ποσού που κατέβαλε η αναιρεσίβλητη για την απόκτηση του απωλεσθέντος μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού ακινήτου (333.111 ευρώ), η υπεραξία του να διαμορφώνεται στο άνω ποσό των 867.889 ευρώ (1.200.000 μείον 333.111), κατά το οποίο ζημιώθηκε η αναιρεσίβλητη λόγω της, από αμέλεια της αναιρεσείουσας, ακύρωσης του πλειστηριασμού και στ) ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, καθώς ενεπλάκη σε δαπανηρούς και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες και επλήγη η φήμη της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης η οποία, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης, της έκτασης της βλάβης της ενάγουσας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και κατ' εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση συγχωρείται "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης", σαφώς προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει, όταν το βάρος αποδείξεως επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά νόμο δεν το έφερε αυτός, συνεπεία δε τούτου ο σχετικός ισχυρισμός έγινε δεκτός ή απορρίφθηκε για έλλειψη αποδείξεων ή ανεπάρκεια αυτών, κατ' εφαρμογή του κανόνα ότι, εάν δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός απ' αυτόν που φέρει το βάρος αποδείξεως, ο αντίδικος απαλλάσσεται, όχι όμως και στην περίπτωση, που από τις προσαχθείσες αποδείξεις, ανεξάρτητα από ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι αυτές καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, κατ' επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, μετά την εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο, το τελευταίο, ένεκα τούτου, εθεώρησε επαρκείς τις αποδείξεις αυτές προς απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου, διότι στην περίπτωση αυτή, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της αποδείξεως στερείται σημασίας, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την προβολή της αιτίασης αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην αμετάκλητη ακύρωση του άνω πλειστηριασμού, μετά την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την εκπρόθεσμη επίδοση του δικαστικού επιμελητή προς το Δημόσιο πριν από την διενέργεια του ακυρωθέντος πλειστηριασμού από εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας που περιέχεται στις προτάσεις της σε άλλη δίκη ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, δέχθηκε στην συνέχεια, ότι λόγω της σιωπηρής ανάκλησης της ομολογίας αυτής εκ μέρους της αναιρεσείουσας πρέπει να αποδείξει η τελευταία ότι η ομολογία αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, μεταθέτοντας έτσι το βάρος του αγωγικού ισχυρισμού περί της γνώσης της αναιρεσείουσας ως προς την άνω εκπρόθεσμη επίδοση, στην τελευταία, ενώ το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού αυτού έφερε η αναιρεσίβλητη.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα γνώριζε την εκπρόθεσμη επίδοση του δικαστικού επιμελητή προς το Δημόσιο πριν από την διενέργεια του ακυρωθέντος πλειστηριασμού, αφού έλαβε υπόψη, τόσον την άνω εξώδικη ομολογία, η οποία μπορούσε να εκτιμηθεί ελεύθερα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ανεξάρτητα από την όποια ανάκλησή της, δεδομένου ότι το τελευταίο έχει νόημα μόνο στην δεσμευτικής δυνάμεως δικαστική ομολογία, όσον και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι και αναφέρονται αναλυτικά στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης, και ως εκ τούτου, ελλείπει το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας στην προβολή της άνω αιτίασης, περί εσφαλμένης εφαρμογής του βάρους αποδείξεως ως προς τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό.
Επομένως, ο αντίθετος περί τούτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-03-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4802/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 13 Μαΐου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ