Supreme Court dismisses appeal on public officials' salary claims barred by two-year statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment rejecting claims for unpaid salaries and allowances by public officials. The plaintiffs argued their claims were not time-barred because the statute of limitations had not yet expired at the time of filing the lawsuit. The court held that the claims were barred by the two-year limitation period applicable to such demands, which had already elapsed before the suit was initiated.
Legislator headnote
AI generatedArticle 90 paragraph 3 of Law 2362/1995; Article 94 of Law 2362/1995: Claims for salaries and allowances of public officials are subject to a two-year limitation period starting from the date the claim arises, which bars the action if not exercised within that timeframe.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1085 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.
Aριθμός 1085/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Χ., έως και 55) Μ. Ζ. του Ι., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 1ου (Δ. Χ. Α.) και της 25ης (Κ. - Σ. Β. Β.) των αναιρεσειόντων που δεν παραστάθηκαν, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 1ος αναιρεσείων Δ. Χ. Α. απεβίωσε στις 23-5-2009 και κληρονομήθηκε από τους Χ. Δ. Α., Ε. συζ. Χ. Α. και Π. Χ. Α., οι οποίοι δεν συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Α. του Χρήστου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1129/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5797/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσείοντες, πρώτος και 25η, δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την 144/21-3-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ... και τις 5537γ', 5538γ, 5539γ'/21-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι παραστάντες αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, της, από 16-3-2012, βεβαίωσης αναβολής της εκδίκασης της, για τη δικάσιμο της 22-5-2012 και της κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν (22-5-2012), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα 1) στην 25η αναιρεσείουσα Κ. - Σ.
Β. του Β. και 2) στους α) Χ. Α. του Δ., β) Ε. σύζυγο Χ. Α. και γ) Π. Α. του Χ., μοναδικούς, εξ αδιαθέτου, κληρονόμους του ήδη, κατά την 23-5-2009, αποβιώσαντος 1ου αναιρεσείοντος Δ. Α., (βλέπε τα παρακάτω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ειδικότερα α) τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του, με αρ. 171, συνταχθείσα την 26/05/2009 ενώπιον της Ληξιάρχου lωαννίνων ..., β) τα 5954 και 5956/2012 πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης του Δήµου Πωγωνίου, γ) το 15458/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) το 3139/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ε) το 1404/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Διαθηκών του Πρωτοδικείου lωαννίνων, περί µη δηµοσίευσης διαθήκης του, στ) την 9415/2012 βεβαίωση πλησιεστέρων συγγενών του Δηµάρχου Πωγωνίου Ν. lωαννίνων, από την οποία προκύπτει ότι ο Δ.
Α. του Χ. και Ε., που απεβίωσε στις 23/05/2009 στην Αίγινα κατέλειπε, ως πλησιέστερους συγγενείς του, τον πατέρα του Χ. Α., την µητέρα του Ε. Α. και την αδελφή του Π. Α., ζ) το 6803/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί µη αποποίησης της κληρονοµιάς από τους ανωτέρω αναφερθέντες κληρονόµους του, η) το 578/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί µη αποποίησης της κληρονοµιάς από τους ανωτέρω αναφερθέντες κληρονόµους του, θ) το 6802/2012 πιστοποιητικό του Τµήµατος Γενικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών περί µη αµφισβήτησης του κληρονοµικού δικαιώµατος των ανωτέρω αναφερθέντων κληρονόµων του και ι) το 3228/2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιώς περί µη προσβολής του κληρονοµικού δικαιώµατος των ίδιων κληρονόµων του).
Επομένως, η 25η αναιρεσείουσα και οι υπεισελθόντες στη θέση του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσείοντος, παραπάνω αποκλειστικοί κληρονόμοι του, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90§3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 91 εδ.
α' του αυτού Ν. 2362/1995 (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η θεσπιζόμενη με τις ως άνω διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον των παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4§1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20§1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα ακροάσεως από τα δικαστήρια).
Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6§1α' της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (ΟλΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, Α.Ε.Δ. 9/2009).
Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2§3α' (περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5§1 (περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμών τους), 22 παρ. 1, 26 (περί της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων), 14§1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) του με το Ν. 2462/1997 κυρωθέντος και υπερνοµοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, έχοντος Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, μέσω διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από το έτος 1993 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής, εργαζόμενοι ως συντηρητές αρχαιοτήτων, κατέχοντας προς τούτο πτυχίο συντηρητή μνημείων και παρέχοντας την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους εργαζόμενους με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Το εναγόμενο από 1-7-2002 και εφεξής χορήγησε στους εργαζομένους συντηρητές αρχαιοτήτων, οι οποίοι συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το προβλεπόμενο από το άρθρο 80 παρ. 10 Ν. 3057/2002 επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, αλλά αρνείται να χορηγήσει τούτο στους ενάγοντες με την αιτιολογία ότι αυτοί συνδέονται με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.
Ωστόσο, οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδομα κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, διότι αυτοί προσφέρουν την ίδια ακριβώς εργασία με τους συναδέλφους τους, που εργάζονται με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχοντας άπαντες πτυχίο συντηρητή µνηµείων και κάτω από τις ίδιες δυσμενείς συνθήκες εργασίας, ενώ η εξαίρεσή τους από την καταβολή του επιδόματος δεν δικαιολογείται από λόγους δηµοσίου συμφέροντος.
Οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το επίδοµα αυτό για το διάστηµα που εργάστηκαν και για το οποίο η αξίωσή τους, έως το χρόνο άσκησης της αγωγής τους, η οποία επιδόθηκε στις 31-1-2006, δεν έχει υποπέσει στην, αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 94 του Ν. 2362/1995, λαµβανόµενη υπόψη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, η οποία, εκ περισσού, προτάθηκε από το εναγόµενο πρωτοδίκως και επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου µε το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης.
Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το χρόνο γέννησης της αξίωσης, σύµφωνα µε όσα εκτίθενται ανωτέρω και διακόπτεται µε την άσκηση της αγωγής και µε τους τρόπους που ορίζονται στο άρθρο 93 του Ν. 2362/1995, ήτοι η αξίωση καταβολής του ένδικου επιδόματος έχει υποπέσει σε παραγραφή για το προ της διετίας πριν από την άσκηση της αγωγής διάστηµα έως και τις 30-1-2004.
Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή, ως παραγεγραμμένη, κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο παραπάνω διάστημα. Έτσι, όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 26-11-2009, αίτηση αναιρέσεως της 5797/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ