1085/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1085/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτό επιτρέπεται να γίνει μόνο κατ' εφαρμογή της διατάξεως του αρθρ. 361 του ΑΚ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιαδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ (ολ) 26/2007).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1085 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1085/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος- καλούντος : Χ. Τ. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρακώστα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου-καθ'ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου που νόμιμα εκπροσωπείται από τον κ.Υπουργό Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, το οποίο κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Παναγιώτη Δημόπουλο ,βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 760/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 4384/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-1-2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 755/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 19-7-2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 3 του Ν. 3239/1995 (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990) και 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, με τα οποία ορίζεται ότι οι ευνοϊκότεροι και οι παρέχοντες μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων είναι επικρατέστεροι εκείνων που διαλαμβάνονται στη συλλογική σύμβαση εργασίας η διαιτητική απόφαση, συνάγεται έτσι όταν με τη συλλογική σύμβαση εργασίας καθoρίσθηκαν το είδος και οι συνθήκες παροχής της εργασίας και συμφωνήθηκε μισθός μεγαλύτερος του συνόλου των αποδοχών που προβλέπονται από την οικεία συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση (δηλαδή του αθροίσματος βασικού μισθού και επιδομάτων), τότε συγκεκριμένο επίδομα, προβλεπόμενο από τη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση για την παροχή εργασίας του αυτού είδους και με τις ίδιες συνθήκες (που καθορίσθηκαν με την ατομική σύμβαση εργασίας), δεν οφείλεται στον εργαζόμενο επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού, διότι καλύπτεται από αυτόν, αφού οι όροι αμοιβής της ίδιας ποιοτικά εργασίας, οι περιεχόμενοι στην ατομική συλλογική σύμβαση δεν ισχύουν παραλλήλως, αλλά επικρατεί η ευνοϊκότερη ρύθμιση, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της δυσμενέστερης.
Διαφορετική λύση δίδεται, όταν με την ατομική ή συλλογική σύμβαση ορίζεται το αντίθετο, δηλαδή ότι το θεσπιζόμενο με τη συλλογική σύμβαση επίδομα θα καταβάλλεται επί πλέον του συμφωνημένου μεγαλυτέρου μισθού. Επί συρροής δηλαδή μισθολογικών ρυθμίσεων τα νόμιμα όρια αποδοχών και γενικά η ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη για τους μισθωτούς ρύθμιση προσδιορίζονται από τη συνολική σύγκριση των αποδοχών, που εμφανίζουν εσωτερική ενότητα, εις τρόπον ώστε, από της απόψεως αυτής, δεν επιτρέπεται να συγκρίνονται χωριστά και να λαμβάνονται επιλεκτικά από το ένα μισθολογικό καθεστώς ο βασικός μισθός και από το άλλο τα επιδόματα.
Αυτό επιτρέπεται να γίνει μόνο κατ' εφαρμογή της διατάξεως του αρθρ. 361 του ΑΚ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιαδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ (ολ) 26/2007).
Περαιτέρω, στο αρθρ. 10 παρ. 1 α του Ν. 2470/1997 περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, οι διατάξεις του οποίου επεξετάθησαν και στο επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό με την 2026439/3420/0022/30-5/6-6-1997 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'462), ορίζεται ότι διατηρούνται στο ύψος που έχουν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εκτός των λοιπών κατονομαζομένων επιδομάτων και παροχών και τα επιδόματα ανθυγιεινής επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας του ΠΔ 904/1978.
Με το αρθρ. 2 του τελευταίου αυτό δ/τος καθορίσθηκαν κατά υπουργείο το ύψος και οι δικαιούχοι των επιδομάτων επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. Στο εδάφιο V αναφέρεται το ήδη Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών (τότε Συγκοινωνιών), σύμφωνά δε με το άρθρο αυτό "το επίδομα επικινδύνου και ανθυγιεινής εργασίας υπολογιζόμενον εις ποσοστόν επί του εκάστοτε βασικού μηναίου μισθού...παρέχεται εις τους απασχολουμένους εις τας κάτωθι εργασίας καθ' Υπουργείον:
V Υπουργείον Συγκοινωνιών: Ποσοστόν 30% εις άπα το προσωπικό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας". Ακολούθως, με το αρθρ. 8 παρ. Α του Ν. 3205/2003 περί μισθολογικών ρυθμίσεων λειτουργών και υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ, οι διατάξεις του οποίου επεξετάθησαν και στο επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης με τη 2/7093/0022/2004 ΚΥΑ, ορίσθηκε ότι χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: "
ΙΙ Ειδικών συνθηκών εργασίας, στο οποίο ενοποιούνται τα επιδόματα ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας, τα οποία διατηρήθηκαν με την περίπτωση α'της παρ. 1 του αρθρ. 10 του Ν. 2470/1997..." Τέλος, το αρθρ. 4 παρ. 1 του Συντ., που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, δεσμεύει και τον νομοθέτη και τον υποχρεώνει κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μην κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετικά μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκτός αν οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, που διαφοροποιούν την κατηγορία των προσώπων στα οποία αφορούν, οπότε η διακριτική μεταχείριση δεν είναι αυθαίρετη. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες επιβάλλεται και από το αρθρ. 22 παρ. 1 β του Συντ., που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του αρθρ. 4 του Συντ.
Συνεπώς, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή τα δικαστήρια διαπιστώνουν τη δυσμενή διάκριση και επιδικάζουν την παροχή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (ΑΠ (ολ) 19/1992). Οι προαναφερόμενοι συνταγματικοί κανόνες εφαρμόζονται και ως προς το κανονιστικό μέρος των ΣΣΕ, για τους υπαγομένους στο ίδιο πεδίο ισχύος της ίδιας ΣΣΕ, αφού και η κανονιστική συλλογική ρύθμιση, έχει σύμφωνα με τα άρθρ. 22 παρ.2 του Συντ.
και 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, ισχύ κανονιστικού νόμου. Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση μισθών, κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν και όταν η καθεμιά από αυτές υπάγεται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς.
Ούτε επιτρέπεται να γίνεται σύγκριση επιλεκτικά με βάση ορισμένες μόνο επί μέρους μισθολογικές παροχές, χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτές περιλαμβάνονται. Στην προκειμένη περίπτωση το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά:
Όπως έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με τη 2080/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τη 19598/3262/1998 κοινή απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και του Υφυπουργού Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία εκδόθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων του Ν. 2515/1997, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων μετετάγη τη 16-9-1998 από την εταιρεία "ΕΘΕΛ ΑΕ", όπου εργαζόταν μέχρι τότε ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων, στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών σε προσωποπαγή θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατηγορία ΔΕ και ειδικότητα τεχνικού ( ηλεκτρολόγου - συντηρητή) και ακόμη ότι με την από 2-10-1998 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1939/1996 προς τη Διεύθυνση Οικονομικών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ο αναιρεσείων επέλεξε μεταξύ των διαφορετικών ρυθμίσεων που διέπουν το εργασιακό καθεστώς των ηλεκτροτεχνικών (νόμος, ΣΣΕ, ΔΑ), την υπαγωγή στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997, δηλαδή αμείβεται με τις διατάξεις που καθορίζουν το μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, παρότι επέλεξε την πιο πάνω μισθολογική ρύθμιση, με την από 5-3-1999 αίτησή του ζήτησε την καταβολή και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο δεν προβλέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της επιλογής του, δηλαδή του Ν. 2470/1997 αλλά από τις 46/1997 και 14/1999 ΔΑ, που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών και απασχολούνται στο Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με το 6719/3523/24-3-1999 έγγραφό του αρνήθηκε την ικανοποίηση του αιτήματος αυτού, αφού η μισθολογική ρύθμιση που προβλέπεται από τον Ν. 2470/1997 αποκλείει την εφαρμογή των μισθολογικών ρυθμίσεων την παραπάνω ΔΑ, διότι οι καταβαλλόμενες στον αναιρεσείοντα με τον Ν. 2470/1997 μηνιαίες αποδοχές είναι μεγαλύτερες εκείων που θα ελάμβανε με βάση τις εν λόγω ΔΑ, συνυπολογιζομένου και του ειδικού επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας.
Και ο αναιρεσείων, όπως ελέχθη, επέλεξε το ευνοϊκότερο γι' αυτόν μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997, ώστε τυχόν εφαρμογή των ΔΑ συνεπάγεται παραβίαση της αρχής που απαγορεύει να λαμβάνονται επιλεκτικά από το ένα μισθολογικό καθεστώς ο βασικός μισθός και από το άλλο τα επιδόματα, ενώ δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι η καταβολή του επίδικου επιδόματος προβλέπεται με σχετικό όρο της ατομικής συμβάσεως εργασίας είτε ότι θα καταβάλλεται επί πλέον του καταβαλλόμενου υψηλότερου μισθού, οπότε μόνο θα μπορούσαν να ισχύσουν παράλληλα οι όροι αμοιβής που περιέχονται στην ατομική και τη συλλογική σύμβαση εργασίας.
Επομένως, κατέληξε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, η αγωγή τόσο κατά το κύριο αυτής αίτημα περί καταβολής με βάση τις προαναφερθείσες ΔΑ του ανθυγιεινού επιδόματος όσο και κατά το επικουρικό αίτημα περί καταβολής με βάση το μισθολογικό των υπαλλήλων του Δημοσίου επιδόματος ειδικών συνθηκών (στο οποίο ενοποιήθηκαν με το αρθρ. 8 του Ν. 3205/2003 τα επιδόματα ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας και το οποίο σημειωτέον δεν παρέχεται σε άλλο προσωπικό του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, που αμείβεται με το μισθολόγιο των υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης, εκτός από το προσωπικό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, ομοίως δε και κατά την επί της επικαλούμενης παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας βάση της, ότι άλλοι εργαζόμενοι υπό όμοιες συνθήκες και ειδικότητα το λαμβάνουν, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι δεν πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις, αφού ο Α.
Κ. απασχολείται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ενώ για την Ό. Κ. δεν προέκυψε στοιχείο εργασίας αυτής υπό όμοιες συνθήκες και ειδικότητα. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 και 2 του Συντ., 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997, 8 παρ. 11 του Ν. 3205/2003 και τις 19/1981 και 14/1999 ΔΑ, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση και οι πρώτος υπό στοιχ.
Β, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από το αρθρ. 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους και κατά το μέρος που, κατ' ορθή εκτίμηση, αποδίδονται οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, 2) εάν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης ορίζονται περιοριστικά στο ως άνω άρθρο (ΟλΑΠ 45/87) και συνεπώς δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των ανωτέρω αποφάσεων, εάν αυτές:
α) δεν έλαβαν υπόψη αποδεικτικό μέσο, β) δέχθηκαν πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γ) στερούνται νόμιμης βάσης και ιδίως εάν δεν έχουν καθόλου ή έχουν ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη υπόθεση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, αντίστοιχες πλημμέλειες, και ειδικότερα, α) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο του μέρος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες αποδεικτικό στοιχείο, που ο αναιρεσείων είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, δηλαδή έγγραφο στέλεχος μισθοδοσίας, β) με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και χωρίς ακόμη να προσδιορίζει τα αποδεικτικά στοιχεία από την οποία άντλησε την απόδειξή του και γ) με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την εκ μέρους του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου παραβίαση της αρχής της ισότητας.
Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι πρωτίστως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν μπορούν κατά τα άνω να προταθούν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-1-2009 αίτηση του Χ. Τ. για αναίρεση της 4384/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ