Legislator Case Law & Legislation
1085/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding labor dispute procedural rules and insufficient reasoning.

Case Number 1085/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision, ruling the intervention inadmissible and the reasoning insufficient. The appellant argued the lower court failed to justify accepting additional arguments, while the opposing party contended the appeal violated procedural timelines and lacked substantive grounds. The court rejected these claims, stating the appeal was procedurally flawed and the lower court's reasoning, though brief, did not constitute a legal error warranting reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 663-675A of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: Additional intervention in labor disputes must follow general civil procedure rules, and an appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the lower court's decision lacks a legal basis for accepting specific arguments.

Keywords

AI generated
additional intervention labor dispute procedure insufficient reasoning inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 663-675A of the Code of Civil Procedure
Article 81(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1085 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1085/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καλούντος - αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δικαίο.

Της καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Τριτοβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΣΥΚΩΝ ΚΑΙ ΞΗΡΩΝ ΚΑΡΠΩΝ ΣΥΝ.Π.Ε. - ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ" και συνοπτικά "ΣΥΚΙΚΗ ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και από τον δικηγόρο Χρήστο Παναγιωτόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της προσθέτως - δια των προτάσεων - παρεμβαίνουσας: Ομοσπονδίας Σωματείων Εργαζομένων Γεωργικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΣΕΓΟ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Κούβελα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της ήδη παρεμβαίνουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-9-2008 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1364/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 17-12-2009 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 8-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στα άρθρα 663-675Α ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την διαδικασία εκδίκασης των εργατικών διαφορών, δεν περιέχεται εξαίρεση του καθιερουμένου στο άρθ. 81 §1 του ιδίου Κώδικα γενικού κανόνα, κατά τον οποίο η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή (άρθ. 215), δηλ. με κατάθεση δικογράφου που κατατίθεται στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου και με επίδοση αντιγράφου της σε όλους τους διαδίκους, όσον αφορά τον τρόπο άσκησης αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπέρ του αναιρεσείοντος από την "Ομοσπονδία Σωματείων Εργαζομένων Γεωργικών Οργανώσεων Ελλάδας" (ΟΣΕΓΟ) με τις προτάσεις της πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας και υπέρ της αναιρεσίβλητης, αφού δεν προκλήθηκε στην τελευταία πρόσθετη δικαστική δαπάνη από την παρέμβαση αυτή (ενώ σε κάθε περίπτωση με την παράσταση της ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσας ικανοποιείται η κατ' άρθ. 110 ΚΠολΔ αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, λόγω παραβίασης της οποίας, μη κλήτευσης δηλ.

αυτής, που είχε παρέμβει και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-5-2009 κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 1364/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η συζήτηση εκείνη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, νομίμως φερομένης και πάλι προς συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής με την από 17-12-2009 κλήση του αναιρεσείοντος).

II. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται, αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή· Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 56 του προϊσχύσαντος και εφαρμοζομένου, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, στην προκειμένη περίπτωση "Κανονισμού Υπηρεσίας Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" που κυρώθηκε με την 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' 700/1990), έχει δε ως εκ τούτου ισχύ ουσιαστικού νόμου, η υπαλληλική σχέση του τακτικού προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων (στο οποίο ανήκει το υπόλοιπο προσωπικό εκτός από το έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, μη δυναμένου να υπερβεί το δωδεκάμηνο, για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών-άρθ. 6-8) λύεται, εκτός του θανάτου, και με την αποδοχή της παραίτησης του υπαλλήλου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθ. 57, την απόλυση και την έκπτωση του υπαλλήλου.

Κατά το άρθ. 58 του ίδιου Κανονισμού η σχέση εργασίας λύεται (α) αυτοδίκαια με την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65° έτος (β) αυτοδίκαια με την συμπλήρωση 35ετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας (γ) λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας (δ) λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης (που προβλέπεται από το άρθ. 50 §1 εδ.

δ' του Κανονισμού) και (ε) λόγω κατάργησης θέσης. Στις ως άνω διατάξεις περιέχονται αναλυτικά οι ειδικοί τρόποι λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων. Η σύμβαση, όμως, εξαρτημένης εργασίας, όπως κάθε διαρκής ενοχική σύμβαση, μπορεί να λυθεί, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 361, 648, 651 και 669 ΑΚ κατά πάσα περίπτωση, ανεξάρτητα δηλ.

από τους προβλεπόμενους σύμφωνα με την συγκεκριμένη μορφή της ειδικούς τρόπους λύσης της, και με αντίθετη συμφωνία, που αποτελεί κοινό τρόπο λύσης των διαρκών ενοχικών συμβάσεων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθ. 185, 189, 192 και 195 ΑΚ για την κατάρτιση σύμβασης κατ' άρθ. 361 ΑΚ απαιτείται πρόταση (που δεσμεύει τον προτείνοντα όλο το χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχθεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση), αποδοχή αυτής από εκείνον, προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων, και περιέλευση της αποδοχής στον προτείνοντα, μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει και αν δεν είχε τάξει έως την στιγμή που κατά τις περιστάσεις ήταν υποχρεωμένος να την περιμένει, από την οποία και συντελείται η σύμβαση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Καλαμάτας κρίνοντας, ύστερα από την άσκηση εφέσεων από αμφότερους τους διαδίκους και προσθέτων λόγων από την αναιρεσίβλητη, επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της τώρα αναιρεσίβλητης τριτοβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης (καθώς και κατά του νομίμου εκπροσώπου της και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), διωκούσης την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, την καταβολή των εκεί αναφερομένων χρηματικών ποσών για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη κλπ., με την προσβαλλομένη 168/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη εναγομένη, τριτοβάθμια συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία "Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Σύκων και Ξηρών Καρπών ΣΥΝ.

ΠΕ.-Οργάνωση Παραγωγών" και συνοπτικά ΣΥΚΙΚΗ ΣΥΝ.ΠΕ., προσέλαβε το 1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον αναιρεσείοντα ενάγοντα, ο οποίος προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτήν από 4-8-1977 έως 3-1-1984 ως υπάλληλος γεωπόνος της γεωτεχνικής υπηρεσίας της, από 4-1-1984 έως 24-5-1993 ως προϊστάμενος της ως άνω υπηρεσίας, από 25-5-1993 έως 23-6-2005 ως Διευθυντής των υπηρεσιών της εναγομένης και από 24-6-2005 έως 28-2-2006 στην γεωτεχνική υπηρεσία της, ότι την 7-4-2005 κατά την συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αποφασίσθηκε να συζητηθεί στο επόμενο ΔΣ η πρόταση του Προέδρου για αποχώρηση υπαλλήλων με 25 έτη υπηρεσίας, αφού προηγουμένως έχει γίνει ενημέρωση από τον Διευθυντή της εναγομένης (ενάγοντα), ο οποίος "ενημερώνει το ΔΣ ότι προτίθεται να αποχωρήσει από την οργάνωση το πρώτο τετράμηνο του 2006 διευκολύνοντας έτσι και την οργάνωση στην προσπάθεια της για βιωσιμότητα", ότι την 23-6-2005 συνήλθαν σε συνεδρίαση τα μέλη του ΔΣ της εναγομένης και αποφάσισαν, κατά πλειοψηφία, την απαλλαγή του ενάγοντος από τα καθήκοντα του ως Διευθυντή και την χορήγηση σ' αυτόν του υπολοίπου της αδείας του από την κοινοποίηση της απαλλαγής του, ότι ο ενάγων, όταν πληροφορήθηκε την ως άνω απόφαση περί απαλλαγής του από τα διευθυντικά καθήκοντα, με το με αριθ.

πρωτ...έγγραφό του προς το ΔΣ της εναγομένης, αφού εξέφρασε τις ευχαριστίες του για την μέχρι τότε συνεργασία τους, κατέληξε λέγοντας "...σας δηλώνω, όπως εξάλλου κατ' επανάληψη έχω δηλώσει προφορικά και έγγραφα στις συνεδριάσεις του ΔΣ, ότι προτίθεμαι και εγώ να αποχωρήσω από υπάλληλος της ΣΥΚΙΚΗΣ στην βάση των κινήτρων που αποφάσισε το ΔΣ σας στην χθεσινοβραδινή συνεδρίαση για όλους τους συναδέλφους", ότι την 27-6-2005 ο αποχωρήσας Διευθυντής (ενάγων) και ο αναπληρωτής Διευθυντής της εναγομένης ...

υπέγραψαν το ... πρακτικό παράδοσης και παραλαβής, με το οποίο ο ενάγων δήλωσε ότι είναι στην διάθεση της εναγομένης για κάθε πληροφορία σχετικά με το γνωστικό του αντικείμενο, τόσο κατά την διάρκεια της πολύμηνης αδείας του όσο και μετά την συνταξιοδότησή του, τέλος δε "...θέλω να σας ζητήσω να ενδιαφερθείτε για την έγκριση από το ΔΣ της εγγράφου αιτήσεως μου με βάση το...

έγγραφό μου", ότι την 1-2-2006 το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε κατά πλειοψηφία την απόλυση του ενάγοντος με ημερομηνία 28-2-2006 αποδεχόμενο την με αριθ.... αίτηση του, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων πρότεινε εγγράφως και προφορικώς στην εναγομένη να αποχωρήσει από την εργασία του με οικονομικά κίνητρα, η δε εναγομένη αποδέχθηκε την πρόταση του αυτήν την 1-2-2006 και κοινοποίησε σ' αυτόν την αποδοχή της πρότασης του την 10-2-2006, οπότε και λύθηκε η σύμβαση εργασίας κατά τον ως άνω χρόνο, κατά τον οποίο ο ενάγων είχε εκφράσει την επιθυμία να αποχωρήσει (α' τετράμηνο του 2006), ότι την 1-3-2006 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσφέροντας σ' αυτόν και τη νόμιμη αποζημίωση του προσαυξημένη με τα κίνητρα οικειοθελούς αποχώρησης και συνολικά, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, το ποσό των 69.605,38€ (αποζημίωση 25 μηνιαίων μισθών προσαυξημένη κατά το 1/6+επτά μηνιαίοι μισθοί ως κίνητρο αποχώρησης κλπ.), και ότι κατά συνέπεια η καταγγελία αυτή της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι έγκυρη, καθόσον έγινε ύστερα από την κατάρτιση της ως άνω συμφωνίας των διαδίκων για την λύση της σύμβασης εργασίας.

Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με αυτήν έγινε ρητά δεκτό ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος λύθηκε με νόμιμη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, έχουσα ως περιεχόμενο την αποχώρηση του ενάγοντος με την καταβολή από την εναγομένη αυξημένης, κατά το ποσό των κινήτρων αποχώρησης, αποζημίωσης, καταρτισθείσα ύστερα από σχετική πρόταση του ενάγοντος και αποδοχή της από την εναγομένη περιελθούσα σ' αυτόν, η δε περαιτέρω παραδοχή περί γενομένης στην συνέχεια καταγγελίας της ίδιας σύμβασης στερείται σημασίας, αφού η καταγγελία προϋποθέτει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα υφισταμένη κατά τον χρόνο αυτής σύμβαση, ενώ κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατά τον χρόνο της καταγγελίας η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος είχε ήδη λυθεί νόμιμα με την προηγηθείσα καταργητική αυτής συμφωνία των διαδίκων.

Επομένως, οι από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης περί ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 56-59 του ως άνω Κανονισμού (α) πρώτος, κατά τον οποίο το ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ενάγοντος έπρεπε να κριθεί αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθ. 56-59 του Κανονισμού, στις οποίες, και δη αυτή του άρθ. 58, αναγράφονται αποκλειστικά οι λόγοι καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του ενάγοντος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης του, και (β) δεύτερος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε έγκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω της δήθεν σύναψης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων για λύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, αν και δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος λύσης της σύμβασης από τους αναφερομένους στις ως άνω διατάξεις του Κανονισμού, πρέπει ν' απορριφθούν ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου η λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος επήλθε με την σχετική συμφωνία των διαδίκων, κατά πάσα δε περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 185, 189, 192 και 195 ΑΚ για την σύναψη της καταργητικής ως άνω σύμβασης ύστερα από πρόταση του ενάγοντος και αποδοχή αυτής από την εναγομένη.

Επίσης, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση πρέπει ν' απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος αυτού, κατά το οποίο το εφετείο θα έπρεπε να είχε ερμηνεύσει εφαρμόζοντας τα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ότι η εκ μέρους του προσβολή της 645/2005 απόφασης του ΔΣ της αναιρεσίβλητης εναγομένης με αίτησή του προς το δικαστήριο για την επάνοδό του στα καθήκοντα του Διευθυντή της αποτελούσε ανάκληση της δήθεν αίτησής του (προς αποχώρηση), διότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιλαμβάνεται τέτοια παραδοχή περί της εκ μέρους του ενάγοντος προσβολής της ως άνω απόφασης του ΔΣ της αναιρεσίβλητης εναγομένης, ώστε να τεθεί ζήτημα ερμηνείας της ενέργειας αυτής.

Περαιτέρω, ως αβάσιμοι πρέπει ν' απορριφθούν οι από την ίδια διάταξη, κατ' εκτίμηση αυτών, λόγοι (α) τρίτος κατά το γ' σκέλος του, σύμφωνα με το οποίο το χρονικό διάστημα 7 και πλέον μηνών μεταξύ της υποβολής της δήθεν πρότασης του αναιρεσείοντος (για αποχώρηση με κίνητρα) και της αποδοχής της από την αναιρεσίβλητη υπερβαίνει τον κατά καλή πίστη αναμενόμενο χρόνο, ώστε η αποδοχή της πρότασής του είναι εκπρόθεσμη, για παραβίαση δηλ. της μη (ειδικά αναφερομένης) διάταξης του άρθ. 189 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, κατά την σχετική πρόταση του ενάγοντος ως χρόνος αποχώρησης αυτού, λύσης δηλ της σύμβασης εργασίας, είχε καθορισθεί το α' τετράμηνο του 2006, είχε άρα ταχθεί απ' αυτόν μέχρι τότε προθεσμία, και κατά συνέπεια η κατά την 1-2-2006 αποδοχή της πρότασης του ενάγοντος από την εναγομένη δεν την καθιστά εκπρόθεσμη (β) τέταρτος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τον μη προβληθέντα από τον ενάγοντα ισχυρισμό περί ανάκλησης της δήθεν πρότασής του για αποχώρηση, για ευθεία δηλ παραβίαση των (μη ειδικά αναφερομένων) διατάξεων των άρθ. 185 και 186 ΑΚ που αφορούν την ανάκληση πρότασης προς κατάρτιση σύμβασης, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση.

III. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο τους, το οποίο το δικαστήριο εκτιμά χωρίς να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ούτε τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το α' σκέλος αυτού από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που ο αναιρεσείων πρότεινε νόμιμα ενώπιον αυτού και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε δεν έλαβε υπόψη (1) τους ισχυρισμούς του, ότι τα έγγραφα που χρησιμοποίησε η αναιρεσίβλητη προς θεμελίωση του ισχυρισμού της περί δήθεν υποβολής από τον αναιρεσείοντα αίτησης προς αυτήν για την αποχώρηση του από την υπηρεσία της με παροχή κινήτρων και δη (α) η 642/2005 απόφαση του ΔΣ, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων ενημέρωσε το ΔΣ ότι προτίθεται ν' αποχωρήσει από την αναιρεσίβλητη το πρώτο τετράμηνο του 2006 (β) το από 24-6-2005 έγγραφο του αναιρεσείοντος προς το ΔΣ της αναιρεσίβλητης, με το οποίο δήλωσε ότι προτίθεται ν' αποχωρήσει από υπάλληλός της στην βάση των κινήτρων που αποφάσισε το ΔΣ αυτής και (γ) το από 27-6-2005 πρακτικό παράδοσης που συντάχθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του νέου διευθυντή της αναιρεσίβλητης, δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωση αίτηση του για αποχώρηση από την υπηρεσία και κατά συνέπεια ουδέποτε συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση για λύση της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος με κίνητρα (2) το γεγονός ότι επτά μήνες πριν από την αποδοχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της δήθεν υποβληθείσης τον Ιούνιο του 2005 από τον αναιρεσείοντα πρότασης για λύση της εργασιακής του σύμβασης είχε προηγηθεί η συνιστώσα παράνομη βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σχέσης του αναιτιολόγητη απαλλαγή του από τα καθήκοντα του Διευθυντή με την ...

απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης (την οποία προσέβαλε με την από 8-7-2005 αίτηση του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας), το γεγονός δε αυτό καταδείκνυε την πρόθεση της αναιρεσίβλητης να τον απολύσει, έστω και εάν δεν υπήρχε προς τούτο νόμιμη αιτία, όπως και έπραξε τελικά. Ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο εδώ ως άνω σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα μέρη του, διότι κατά το με αριθ. 1 μέρος του πλήττει αποκλειστικά την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων και δη του περιεχομένου εγγράφων (άρθ. 561 §1 ΚΠολΔ), ενώ τ' αναφερόμενα στο με αριθ. 2 μέρος του αποτελούν απλά πραγματικά επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

IV. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν, ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), δηλ.

ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται, όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για την μη τήρησή τους και κατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα έλλειψης νόμιμης βάσης σε σχέση με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων έφεσης ή αντέφεσης ή προσθέτων λόγων έφεσης.

Επομένως, ο πέμπτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε και τους από 20-3-2008 πρόσθετους λόγους της αναιρεσίβλητης, χωρίς να αιτιολογήσει την παραδοχή τους, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2008 αίτηση του ... και την πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση της "Ομοσπονδίας Σωματείων Εργαζομένων Γεωργικών Οργανώσεων Ελλάδος" (ΟΣΕΓΟ), για αναίρεση της 168/2008 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ