Supreme Court allows appeal against single-judge court dismissal of doctors' wage claims due to jurisdictional error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a single-judge court's dismissal of doctors' wage difference claims. The lower court had rejected the suit as inadmissible due to a lack of jurisdiction, arguing the dispute was administrative rather than civil. The court found this error because the hospital acted as a private employer in a labor contract, placing the matter within civil court jurisdiction under Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was accepted, the decision was annulled, and the case was remitted for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(3) no. 3 K.Pol.D.; Art. 580(3) no. 2 K.Pol.D.; Where a private law entity acts as an employer in a labor relationship, disputes over wages fall under civil court jurisdiction, and a single-judge court's dismissal for lack of jurisdiction constitutes a reversible error under Article 560(3) no. 3 of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1084 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1084/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 3.Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 4.Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 5.Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., 6.Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 7.Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 8.Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., 9.Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 10.Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., και 11.Π. Δ. του Β., κατοίκου .... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρθένα Παπαδοπούλου, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"" που εδρεύει στην Ν. Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Ευφραιμία Γερασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-06-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 293/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 15970/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08-08-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό την κρίση, από 8-8-2024 με αριθμ. καταθ.17734/1422/13.8.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 15970/1.12.2023 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από 30.1. 2023 με αριθ.
καταθ. 3202/77/2023 έφεσης του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, υπ' αριθμ. 293/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 24.6.2021 με αριθμ.καταθ.18594/87/2021 αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων ιατρών, με αντικείμενο την επιδίκαση υπέρ αυτών μισθολογικών αξιώσεων και συγκεκριμένα την καταβολή των διαφορών, μεταξύ των λαμβανόμενων αποδοχών τους, πριν τις περικοπές που επιβλήθηκαν με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1, αριθμ. 27 του ν. 4093/2012 και τις διατάξεις του ν. 4472/2017, και των καταβαλλόμενων σε αυτούς από το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο αποδοχών, μετά τις πιο πάνω περικοπές, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 μέχρι 31.12.2020.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση έκρινε , στα πλαίσια του μεταβιβαστικού της αποτελέσματος, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι η ένδικη αγωγή δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.
Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 εδ. β ΚΠολΔ) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε με επιμέλεια κάποιου από τους διαδίκους και από την δημοσίευσή της (1.12.2023) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (13.8.2024) δεν παρήλθε διετία (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (αρθ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Με την από 24.5.1991 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιδρύματος Παπαγεωργίου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.1964/1991 (ΦΕΚ Α' 146), ιδρύθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου. Η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε με τις νεότερες, από 3.11.1997, 8.7.1999 και 12.9.2003 όμοιες (κυρωτικοί νόμοι 2618/1998, ΦΕΚ Α' 128, 2737/1999, ΦΕΚ Α' 174, και 3204/2003, ΦΕΚ Α' 296, αντίστοιχα).
Ειδικότερα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 της εν λόγω σύμβασης, [όπως το άρθρο αυτό αντ/κε με τον ν. 2618/1998, ακολούθως δε οι παράγραφοι 1, 3 και 4 αντ/καν με τον ν. 3204/2003]: "1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις, που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης[...].
Το Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου είναι κοινωφελές και δεν μπορεί να μετατραπεί σε κερδοσκοπική επιχείρηση που έχει σκοπό το κέρδος. Τα πάσης φύσεως έσοδά του θα διατίθενται για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του.
Τυχόν πλεόνασμα θα διατίθεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος ασκεί και τις αρμοδιότητες του α.ν. 2039/1939". Το άρθρο 3 της σύμβασης, με τίτλο "Πόροι του έργου", προβλέπει ότι το συμβαλλόμενο Ίδρυμα Παπαγεωργίου θα διαθέσει χρηματικό ποσό για την ανέγερση και τον εξοπλισμό του Νοσοκομείου ενώ το Δημόσιο επιβαρύνεται με την κάλυψη των ποσών που θα απαιτηθούν για τον σκοπό αυτό μετά την εξάντληση των κεφαλαίων από την δωρεά του Ιδρύματος, τυχόν άλλες δωρεές, κληρονομίες ή κληροδοσίες και κοινοτικούς (ευρωπαϊκούς) πόρους.
Πόρους του ιδρυόμενου Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου" αποτελούν, κατά το άρθρο 5 της Σύμβασης, εκτός από τα έσοδα από τις παρεχόμενες ιατρικές και λοιπές υπηρεσίες, "στ)[...] [η] ετήσια επιχορήγηση του Δημοσίου, που θα καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας κατά την ελεύθερη κρίση τους".
Προβλέπεται ακόμη έλεγχος του Δημοσίου (άρθρο 7). Η διοίκηση και η διαχείριση του Νοσοκομείου ανατίθενται στο Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρυόμενου νομικού προσώπου, το οποίο αποτελείται από τρία (3) μέλη που υποδεικνύονται από το Ίδρυμα Παπαγεωργίου, ένα (1) μέλος που υποδεικνύεται από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τρία (3) μέλη που επιλέγονται από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας (άρθρο 15).
Κατά δε το άρθρο 16 παρ. 1 της σύμβασης, "Το Διοικητικό Συμβούλιο του συνιστωμένου με την παρούσα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου έχει τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του Νοσοκομείου και της εν γένει περιουσίας του. Το Διοικητικό Συμβούλιο κατά την άσκηση της διοίκησης του νομικού προσώπου και την εν γένει διαχείριση των υποθέσεων αυτού και της περιουσίας του έχει τα πλέον εκτεταμένα δικαιώματα και την ευρύτατη και απεριόριστη εξουσία να ενεργεί όλες τις πράξεις του νομικού προσώπου, ενεργεί δε κατά πάσα περίπτωση συλλογικώς και υπέχει τις ευθύνες του δημοσίου υπολόγου[...]".
Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 παρ.3 του ν.1964/1991, που προστέθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.2618/1998, καταρτίστηκε ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ανωτέρω Νοσοκομείου, ο οποίος εγκρίθηκε με την Α1α/8342/10.7.1998 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 711/14-7-1998), και στη συνέχεια τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις ΚΥΑ Α1α/οικ.9793/1998 (Β'824), ΥΑ 4α/5063/2001 (Β'1180), ΥΑ 4α/10760/2001 (Β'1297), ΥΑ 4α/18357/2003 (Β'439), ΥΑ 4α/114687/2007 (Β'1193), ΥΑ 4α/86735/2010 (Β'1869), και ΥΑ 4α/οικ.15730/2013 (Β'417). Σύμφωνα με την παράγρ. 15 του άρθρου 3 του Εσωτερικού Κανονισμού του Νοσοκομείου "το ύψος της ετήσιας επιχορήγησης του Δημοσίου στο Νοσοκομείο, που καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, δεν μπορεί να υπολείπεται της δαπάνης μισθοδοσίας του προσωπικού που υπηρετεί στο Νοσοκομείο".
Περαιτέρω, με τα άρθρα 26 και 27 του ν. 2737/1999- με το δεύτερο των οποίων κυρώθηκε, κατά τα άνω, η από 8-7-1999 τροποποιητική σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"- τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την κύρωση με το άρθρο 45 του ν.3204/2003 της από 12-9-2003 νέας τροποποίησης της εν λόγω σύμβασης, προβλέφθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Στο Γ.Ν.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που στελεχώνονται με ιατρικό και λοιπό Προσωπικό που υπηρετεί σε αυτά ή με Προσωπικό άλλων νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., και μεταφέρονται μετά από αίτησή τους. Τα Τμήματα και οι Μονάδες εντάσσονται στον αντίστοιχο τομέα του νοσοκομείου και αποτελούν Τμήματά του.
Η εγκατάσταση γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδίδονται εντός έτους από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του νοσοκομείου που υπάγεται το Τμήμα ή η Μονάδα ή το Προσωπικό, καθώς και του Συντονιστικού Συμβουλίου του Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.
Το ιατρικό και λοιπό Προσωπικό που υπηρετεί στα τμήματα αυτά εξακολουθεί να κατέχει τις θέσεις του στο νοσοκομείο στο οποίο υπάγεται οργανικά, θεωρείται δε ότι βρίσκεται σε οργανική σχέση με το Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του.
Κενά θέσεων που θα προκύπτουν μετά την καθ` οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του υπηρετούντος προσωπικού των μεταφερόμενων τμημάτων ή μονάδων, εκτός των θέσεων προϊσταμένων τμημάτων, μονάδων, διευθύνσεων, θα καλύπτονται από το Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας αυτού.
Κάλυψη των κενών θέσεων προϊσταμένων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του νοσοκομείου, γίνεται μόνον όταν όλο το Προσωπικό που υπηρετεί σε αυτές τις οργανικές μονάδες είναι Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Προσωπικό που υπηρετεί σε τμήμα που έχει εγκατασταθεί στο Γ.Ν.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ μπορεί μετά την πάροδο πενταετίας από την απόφαση εγκατάστασης να επιστρέψει στο νοσοκομείο όπου υπάρχει η οργανική του θέση μετά από αίτησή του. Οι τακτικές αποδοχές του ανωτέρω προσωπικού βαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό και καταβάλλονται δια του φορέα από τον οποίο προέρχεται, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 2592/1998.
Η Αποζημίωση για πρόσθετες αμοιβές του παραπάνω προσωπικού, για εφημερίες, εργασία εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινών ωρών, υπηρεσιακή απασχόληση προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή απασχόληση προς κάλυψη έκτακτων ή εποχιακών υπηρεσιακών αναγκών καθορίζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ.
και καταβάλλεται από το Γ.Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ". Ακολούθως, με το ν.2889/2001 "Βελτίωση και Εκσυγχρονισμός του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (Α' 37), η επικράτεια διαιρέθηκε σε Υγειονομικές Περιφέρειες και ιδρύθηκε σε καθεμία από αυτές Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Περιφερειακό Σύστημα Υγείας - Πε.Σ.Υ." υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας.
Ορίσθηκε δε ότι όλες οι Νοσοκομειακές Μονάδες, καθώς και τα Κέντρα Υγείας και τα Περιφερειακά τους Ιατρεία, που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ., τα οποία βρίσκονται και λειτουργούν στη χωρική αρμοδιότητα κάθε ιδρυόμενου Πε.Σ.Υ., μετατρέπονται αυτοδικαίως, από την δημοσίευση του νόμου, σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντίστοιχου Πε.Σ.Υ.
με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια (άρθρο 1 παρ. 4). Στα άρθρα 2-4 του ίδιου ν.2889/2001 ορίσθηκαν τα όργανα διοίκησης των Πε.Σ.Υ. και οι αρμοδιότητές τους, η οργάνωση των διοικητικών υπηρεσιών τους και τα σχετικά με τους πόρους τους. Επίσης, με τα άρθρα 5-10 του ανωτέρω νόμου ρυθμίστηκαν τα της διοίκησης, οργάνωσης και λειτουργίας των νοσοκομείων.
Με τη διάταξη δε του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι: "Όλα τα νοσοκομεία των Πε.Σ.Υ. οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον οργανισμό τους. Η έκδοση ή τροποποίηση των οργανισμών γίνεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, μετά από εισήγηση του Δ.Σ.
του Πε.Σ.Υ. στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το νοσοκομείο. Οι παραπάνω κοινές υπουργικές αποφάσεις ακολουθούν υποχρεωτικά τα πλαίσια οργάνωσης που ορίζονται στο νόμο αυτόν, όπως συμπληρώνονται με το ενιαίο πλαίσιο οργάνωσης των νοσοκομείων του άρθρου 4 του ν. 1397/1983, όπως κάθε φορά ισχύει. ...". Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 παρ.10 του ανωτέρω νόμου τα αναφερόμενα εκεί νοσοκομεία ιδρυματικού χαρακτήρα, διατηρούν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς τους, ανήκουν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, καθώς και το Ι.Ε.Ν.Θ.Υ.Α.Ε.
και τα παραρτήματά του, και διασυνδέονται λειτουργικά με το Πε.Σ.Υ., στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 αυτού του νόμου, η οργάνωση και διοίκηση των οποίων νοσοκομείων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 και 8 αυτού του νόμου, οι οποίες ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Με την παράγραφο 11 του ίδιου άρθρου του ν.2889/2001 από τις διατάξεις αυτού του νόμου για τους όρους απασχόλησης ιατρών ΕΣΥ ρητά εξαιρέθηκαν το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" και το "ΩΝΑΣΕΙΟ" Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, και ορίστηκε ότι αυτά διασυνδέονται λειτουργικά με το Πε.Σ.Υ. στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκονται, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτού του νόμου, ότι η οργάνωση και η διοίκησή τους διέπεται από τις ισχύουσες γι` αυτά, ειδικές διατάξεις, οι οποίες καθορίζουν και τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία και τους όρους απασχόλησης, τόσο κατά το τακτικό ωράριο όσο και κατά την απογευματινή λειτουργία, των απασχολούμενων ιατρών του Ε.Σ.Υ.
και των πανεπιστημιακών ιατρών, και ότι (μόνο) για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. και τους πανεπιστημιακούς ιατρούς, που εργάζονται στους παραπάνω φορείς, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 11 αυτού του νόμου. Η ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 13 παρ.11 του ν.2889/2001) διατηρήθηκε σε ισχύ με το ν.3329/2005 με τίτλο "Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις" (Α' 81), με το άρθρο 42 παρ.1 του οποίου, από τις 3-5-2005 καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 και 12 του ν.2889/2001, ως και τα Πε.Σ.Υ., που είχαν συσταθεί με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, και διαιρέθηκε η επικράτεια σε Υγειονομικές Περιφέρειες, αντίστοιχες προς τις Διοικητικές, στις έδρες των οποίων συστήθηκαν Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Δ.Υ.ΠΕ" (άρθρο 1), ενώ τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., που είχαν μετατραπεί σε αποκεντρωμένες μονάδες των Πε.Σ.Υ., έγιναν εκ νέου Ν.Π.Δ.Δ., υποκείμενα στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της αντίστοιχης Υγειονομικής Περιφέρειας (άρθρο 7 παρ. 1). Επίσης, με την παράγραφο 3 του άρθρου 16 του ν.1964/1991 (νόμος κύρωσης της άνω σύμβασης), η οποία προστέθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998, τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 17 του ν. 2737/1999 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3204/2003, ορίζεται ότι: " Ειδικότερα, όλο το προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου προσλαμβάνεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που μπορούν μετά από κρίση να ανανεώνονται ή να μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Νοσοκομείου.
Η επιλογή του ιατρικού προσωπικού γίνεται από συμβούλιο επιλογής που συγκροτείται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 10, 11 και 12 του άρθρου 11 του ν. 2889/2001. Για τη διαδικασία, τα προσόντα, τον τρόπο και τα κριτήρια επιλογής του προσωπικού αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την πλήρωση θέσεων του κλάδου γιατρών Ε.Σ.Υ. 'Οπου στα παραπάνω συμβούλια αναφέρεται ο Διοικητής του Νοσοκομείου για το Γ.Ν.
Παπαγεωργίου αναφέρεται στον Πρόεδρο του Δ.Σ. Νοσοκομείου και το νόμιμο αναπληρωτή του". Στα πλαίσια της ανωτέρω διάταξης με το άρθρο 35 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Γ.Ν Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" προβλέφθηκε η διαδικασία πρόσληψης ιατρικού προσωπικού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δύνανται να μετατραπούν, μετά από την ειδικώς αναφερόμενη διαδικασία αξιολόγησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ακολούθως, με το ν. 3754/2009 με τίτλο "όροι απασχόλησης ιατρών ΕΣΥ, νοσηλευτικό προσωπικό, ψυχική υγεία κλπ", που αφορά το σύνολο του ιατρικού προσωπικού του κλάδου ΕΣΥ, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ιατροί που ανήκουν στο Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και στις κλινικές, τμήματα, εργαστήρια και μονάδες αυτού (αρθ.1 παρ.2 εδ.β'), με το άρθρο 4 στοιχ.
Β και Γ προβλέφθηκε η διαδικασία για την κάλυψη των κενών ή κενούμενων θέσεων ιατρών, και την εξέλιξή τους, η οποία στη συνέχεια, από τις 16-11-2017 και εντεύθεν, ρυθμίστηκε με τα άρθρα 7 και 8 του ν. 4498/2017. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, το οποίο, κατά το συστατικό του νόμο, αποτελεί αμιγές Ν.Π.Ι.Δ., που απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, πλην των προβλεπόμενων στο ίδιο εξαιρέσεων(ΑΠ 283/2024) απασχολούνται (εκτός από τους πανεπιστημιακούς ιατρούς και τους ιατρούς του ΕΣΥ, που είναι ενταγμένοι σε οργανικές θέσεις σε Νοσοκομεία Ν.Π.Δ.Δ.
με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου) και ιατροί ειδικευμένοι, αλλά και ειδικευόμενοι, συνδεόμενοι απευθείας με το Γ.Ν. Παπαγεωργίου, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, με δυνατότητα μετατροπής για τους ειδικευμένους ιατρούς, με την προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όλοι δε οι ανωτέρω ιατροί υπάγονται, κατ' αναλογία, στις ρυθμίσεις που αφορούν τις αμοιβές των ιατρών που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα του ΕΣΥ, όπως ορίστηκε, διαδοχικά, με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ.3 του ν.1964/1991, 39 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του, και 6 του ν.3754/2009, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 3 του ν. 3205/2003.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. α του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές[ ...] και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.
Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, 10/1989, ΑΠ 657/2024, 646/2023, 147/2023, 1366/2018).
Οι λοιπές πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και επομένως συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 657/2024, 646/2023, 195/2023, 147/2023).
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν υπαχθεί μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, κατά το άρθρο 1 παρ.2 περ. θ' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, στις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και των Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου ( ΟλΑΠ 2/2025, ΑΠ 657/2024, 6/2023, 959/2020, 1349/2019). Αντίθετα, διαφορές, που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή την εν γένει λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα Ν.Π.Δ.Δ.
και τα ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΟλΑΠ 2/2025, ΑΠ 657/2024, 1134/2023, 195/2023, 1690/2022, 598/2020). Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση (ΑΠ 657/2024, 646/2023, 195/2023, 1230/2022, 1366/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 35 του ν. 4842/2021, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1., ,2., .3.
αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα (560 αρ.3 ΚΠολΔ). Η διάταξη αυτή του άρθρου 560 αρ.3 του ΚΠολΔ ισχύει από την 1.1.2022, σύμφωνα με το άρθρο 120 του ν.4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (13-8-2024), σύμφωνα με την παρ.2α άρθρου 116 του ίδιου νόμου.
Τέλος, οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου και ως εκ τούτου επί αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων του ειρηνοδικείου η επίκληση παραβίασής τους δεν ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 657/2024). Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής:
Με την από 24.6.2021, με αριθ.καταθ.18594/87/2021 αγωγή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, ότι από το έτος 2003 παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. ως ιατροί, συνδεόμενοι με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αρχικά, ορισμένου χρόνου, που στη συνέχεια μετατράπηκε σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 μέχρι 31.12.2020, οπότε παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο με το βαθμό του Διευθυντή, το τελευταίο, κατ' εφαρμογή των αναφερόμενων διατάξεων, μεταξύ των οποίων και εκείνων των ν. 4093/2012 και 4472/2017, προέβη στις αναφερόμενες για τον καθένα μειώσεις των μηνιαίων αποδοχών τους, με συνέπεια, οι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα καταβληθείσες, να υπολείπονται των νόμιμων ήτοι εκείνων που, σύμφωνα με το ν. 3918/2011, έπρεπε να καταβληθούν σε αυτούς.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., κυρίως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ καθώς και του άρθρου 914 επ. του ΑΚ, επικουρικά δε, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να καταβάλει στον καθένα τους τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στις διαφορές, μεταξύ των λαμβανόμενων αποδοχών τους, πριν τις περικοπές, που επιβλήθηκαν με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1, αριθμ. 27 του ν. 4093/2012 και τις διατάξεις του ν. 4472/2017, και των καταβαλλόμενων σε αυτούς από το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο αποδοχών, μετά τις πιο πάνω περικοπές, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 μέχρι 31.12.2020, καθώς και να υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των χιλίων(1.000) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, όλα τα πιο πάνω ποσά με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 293/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αυτή (αγωγή) έγινε, κατά την κύρια βάση της, εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο να καταβάλει στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες ιατρούς, με βάση τη σχέση εργασίας που τους συνδέει, τα εκεί αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσά, ως διαφορές αποδοχών, με το νόμιμο τόκο.
Κατά της απόφασης αυτής, το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε την από 30.1.2023 με αριθμό κατάθεσης 3202/77/2023 έφεσή του, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της οποίας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως Εφετείο, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 15970/2023, απόφασή του, αφού, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της υπόθεσης, καθόσον αυτή υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, λόγω της πλήρους εξομοίωσης του εκκαλούντος-εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, με Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, όσον αφορά την καταβολή των ένδικων αμοιβών του ιατρικού προσωπικού του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.
Όμως κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, δεν είναι το διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση κριτήριο, αλλά η φύση της ένδικης έννομης σχέσης, που εισήχθη με την αγωγή και αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, η εισαγόμενη προς κρίση διαφορά, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου, που αναφύεται από τη σύσταση και λειτουργία σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με αντισυμβαλλόμενο το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο.
Ειδικότερα, το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, μεταξύ αφενός των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, και αφετέρου του εναγόμενου ήδη αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ., συνίσταται στην αξίωση των πρώτων για καταβολή διαφορών αποδοχών, λόγω παροχής των υπηρεσιών τους, ως ιατρών, οφειλόμενων, με επίκληση της αντισυνταγματικότητας των αναφερόμενων διατάξεων, στα πλαίσια συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου που είχαν καταρτίσει με το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., αρχικά ορισμένου χρόνου, οι οποίες μετατράπηκαν, για όλους σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την προβλεπόμενη, νόμιμη διαδικασία.
Ως εκ τούτου η διαφορά που εισήχθη προς κρίση με την ανωτέρω αγωγή, δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, καθόσον το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., έναντι των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων ιατρών, δεν ενήργησε με την ιδιότητα του ανήκοντος στο Δημόσιο Τομέα Ν.Π.Ι.Δ., αλλά ως αντισυμβαλλόμενός τους σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από την οποία πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις τους και λόγω της φύσης αυτής της έννομης σχέσης που συνδέει τα διάδικα μέρη, η ανακύπτουσα διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν , Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 3 (και όχι και 1) του άρθρου του 560 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αυτοί αποδίδουν την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Εφόσον, δε η αναιρετική τους εμβέλεια οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 1356/2023,1474/2022). Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, καθόσον είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (αρθ.580 παρ.3 εδ.
β' τουΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν συνολικά μεταξύ όλων των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των προπαρατεθεισών διατάξεων (αρθ.179 εδ.α' τουΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 15970/1.12.2023 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης